Όταν κυκλοφόρησε το “Stained Class“, οι Judas Priest είχαν αφήσει πίσω τους την πιο χαλαρή μορφή του πρώιμου ήχου τους και κινούνταν προς κάτι σαφώς πιο συγκεκριμένο. Οι κιθάρες έγιναν κοφτές και οργανωμένες, τα riffs επαναλαμβάνονταν με πειθαρχία και ο ρυθμός κρατούσε σταθερή ένταση από την αρχή μέχρι το τέλος. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο ήχος τους πήρε μορφή και απέκτησε χαρακτήρα, έναν τρόπο παιξίματος που καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο θα γραφόταν το heavy metal στα χρόνια που ακολούθησαν.
Το “Stained Class” άρχισε να παίρνει μορφή το φθινόπωρο του 1977, όταν οι Judas Priest μπήκαν στα Chipping Norton Recording Studios. Μέχρι τότε, είχαν ήδη τρία άλμπουμ στο ενεργητικό τους – το “Rocka Rolla”, το “Sad Wings of Destiny” και το “Sin After Sin”. Κάθε ένας από αυτούς τους δίσκους τελειοποιούσε τον ήχο τους και τους έφερνε πιο κοντά στη heavy metal αισθητική που θα σφράγιζε τον ήχο τους. Παρά τη φήμη που μεγάλωνε, εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα στην παραγωγή και να ψάχνουν μια σταθερή μουσική κατεύθυνση, όλα αυτά, όμως, θα άλλαζαν με το “Stained Class”.
Οι Judas Priest επέλεξαν τον Dennis MacKay για την παραγωγή, σε μια απόφαση που αρχικά προκάλεσε σκεπτικισμό. Ο MacKay είχε δουλέψει κυρίως στο jazz fusion, με συνεργασίες σε συγκροτήματα όπως οι Mahavishnu Orchestra και οι Brand X, το βιογραφικό του δεν φαινόταν ιδανικό για μια heavy μπάντα. Παρ’ όλα αυτά, η σχολαστική προσέγγισή του στην ηχογράφηση έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ήχου του άλμπουμ. Η πρώτη του κίνηση ήταν να βελτιώσει τον ήχο των τυμπάνων, δουλεύοντας στενά με τον νέο ντράμερ, Les Binks. Η τεχνική του Binks ανέβασε το ρυθμικό επίπεδο της μπάντας, ενώ η ακριβής χρήση διπέταλου στο “Exciter” θα γινόταν σημείο αναφοράς για το speed metal και το thrash.
Αν οι Black Sabbath ήταν αυτοί που είχαν ανάψει τη φλόγα του heavy metal, το “Stained Class” ήταν η σπίθα που την έκανε να φουντώσει. Από την πρώτη στιγμή του “Exciter”, το άλμπουμ αποπνέει ένταση και ενέργεια που δεν είχαν ξανακουστεί στο είδος. Το κιθαριστικό δίδυμο των Glenn Tipton και K.K. Downing ήταν πιο επιθετικό από ποτέ, με περίπλοκες αρμονίες και καταιγιστικά σόλο, εκτελεσμένα όλα με ακρίβεια. Παράλληλα, ο Ian Hill εγκατέλειψε το fingerstyle και πέρασε στη χρήση πέννας, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο το μεταλλικό χρώμα του ήχου.

Ενώ οι Judas Priest πάντα φλέρταραν με πιο επιθετικές συνθέσεις, το “Stained Class” ήταν το αποφασιστικό βήμα σε νέα, αχαρτογράφητα εδάφη. Κομμάτια όπως το “Savage” και το “Invader” ξεχείλιζαν από “αγριάδα”, προαναγγέλλοντας την άνοδο συγκροτημάτων όπως οι Metallica και οι Slayer. Την ίδια στιγμή, η μπαλάντα “Beyond the Realms of Death” έδειξε και το εύρος της μπάντας, συνδυάζοντας μελαγχολικά ακουστικά σημεία με εκρηκτικά κρεσέντο. Παραμένει μια από τις πιο εμβληματικές συνθέσεις τους, συχνά αναφερόμενη ως η απάντηση των Priest στο “Stairway to Heaven”.
Στιχουργικά, το “Stained Class” απομακρύνθηκε από τις κλασικές, blues-based θεματολογίες του πρώιμου hard rock. Αντί γι’ αυτό, βυθίστηκε σε δυστοπικές εικόνες, υπαρξιακές ανησυχίες και ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Κομμάτια όπως τα “Saints in Hell” και “Heroes End” αποτύπωναν σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης, ενώ το “Exciter” παρουσίαζε μια σχεδόν μυθική φιγούρα καταστροφής, ένα μοτίβο που θα γινόταν σήμα κατατεθέν στους στίχους του Halford.
Όταν το “Stained Class” κυκλοφόρησε, το punk κυριαρχούσε στον βρετανικό μουσικό Τύπο. Η βιομηχανία έδειχνε έτοιμη να χαρακτηρίσει το heavy metal ξεπερασμένο, θεωρώντας το παρωχημένο. Αντί όμως να φοβηθούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι Judas Priest πήραν την ενέργεια του και την έκαναν δική τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άλμπουμ που συνδύαζε την αμεσότητα του punk με ένα επίπεδο μουσικής δεξιοτεχνίας που το punk απέφευγε.
«Πάντα είχαμε το νου μας σε ό,τι συνέβαινε στο rock και το metal», θυμόταν αργότερα ο Rob Halford. «Υπάρχουν πολλά να μάθεις. Κάποιες φορές εμπνέεσαι, άλλες φορές επηρεάζεσαι, και κάποιες απλά θες να σηκώσεις τα δυο δάχτυλα ψηλά. Κάτι που, νομίζω, κάναμε με το punk». Το “Stained Class” καθόρισε τα βασικά στοιχεία του είδους: ταχύτητα, τεχνική ακρίβεια, σκοτεινή θεματολογία και anthem-ικά ρεφρέν. Παράλληλα, σηματοδότησε την πρώτη εμφάνιση του εμβληματικού λογότυπου της μπάντας, εδραιώνοντας ακόμα περισσότερο την οπτική τους ταυτότητα.

Παρότι το “Stained Class” δεν σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία αρχικά – έφτασε μόλις στο #173 του Billboard 200 – ο αντίκτυπός του ήταν τεράστιος. Έθεσε τις βάσεις για το NWOBHM, επηρεάζοντας μπάντες όπως Iron Maiden και Saxon και δεκαετίες αργότερα, στοιχεία του δανείστηκαν το thrash, το power metal, ακόμα και το progressive metal.
Ωστόσο, η κληρονομιά του άλμπουμ συνοδεύτηκε και από έντονες αντιπαραθέσεις. Το 1990, οι Judas Priest βρέθηκαν στο στόχαστρο μιας δικαστικής διαμάχης, κατηγορούμενοι ότι είχαν ενσωματώσει υποσυνείδητα μηνύματα στο “Better by You, Better Than Me“, τη διασκευή των Spooky Tooth είχε προστεθεί στο άλμπουμ έπειτα από πίεση της CBS Records. Δύο νεαροί στη Νεβάδα είχαν συνάψει σύμφωνο αυτοκτονίας, και οι οικογένειές τους ισχυρίστηκαν ότι το τραγούδι περιείχε κρυφές εντολές που τους οδήγησαν στην πράξη. Τελικά, το δικαστήριο απέρριψε την υπόθεση, καθώς δεν βρέθηκαν αποδείξεις για σκόπιμη υποσυνείδητη χειραγώγηση.
Παρά – ή ίσως εξαιτίας – τέτοιων αντιπαραθέσεων, το “Stained Class” απέκτησε ακόμα μεγαλύτερο κύρος με τα χρόνια. Το 2004, το Metal Hammer το ανέδειξε ως το πιο επιδραστικό metal άλμπουμ όλων των εποχών. Παραμένει πηγή έμπνευσης για αμέτρητους μουσικούς, από thrash πρωτοπόρους όπως ο Kerry King των Slayer μέχρι τους Helloween, που καθόρισαν το power metal.
Έτσι, ίσως ακούγεται υπερβολή, ωστόσο, το “Stained Class” παραμένει εξίσου δυναμικό με τότε. Ήταν το σημείο όπου οι Judas Priest υιοθέτησαν πλήρως τη metal ταυτότητά τους, εδραιώνοντας τον ήχο που ανέπτυσσαν από την αρχή. Ήταν το άλμπουμ που γεφύρωσε το κενό μεταξύ του hard rock παρελθόντος και των βαρύτερων, ταχύτερων και πιο επιθετικών ήχων που ακολούθησαν.
