Με μία ματιά...
Ένα κρύο βράδυ Οκτωβρίου, 60-70 άνθρωποι και μια μπάντα που περίμενε δεκαετίες για αυτό. Οι Messiah στο Temple έπαιξαν σαν να τους έβλεπε ολόκληρη η Αθήνα.
- Χρειάστηκαν 42 χρόνια καριέρας για να πατήσουν οι Ελβετοί ελληνική σκηνή.
- Εβδομήντα λεπτά set, μικρά mosh pits και μια βουτιά που ξεκλείδωσε τη βραδιά.
- Seebach, Hersche, Karrer και Brögi κράτησαν την ένταση ψηλά από το πρώτο λεπτό.
Υπάρχουν συναυλίες που τις θυμάσαι για το πόσο γεμάτος ήταν ο χώρος, άλλες για την ενέργεια που επικρατούσε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό και κάποιες που, παρά την περιορισμένη προσέλευση, σου υπενθυμίζουν γιατί εξακολουθείς να πηγαίνεις σε live. Η βραδιά της 10ης Οκτωβρίου στο Temple, με τους Ελβετούς Messiah και τους Έλληνες Piranha και The Crucifier, ανήκει ξεκάθαρα στην τελευταία κατηγορία.
Με τους Messiah να επισκέπτονται για πρώτη φορά την Ελλάδα, γιορτάζοντας τα 35 χρόνια του εμβληματικού “Choir Of Horrors”, και τα δύο εγχώρια σχήματα να αναλαμβάνουν το ζέσταμα, οι προσδοκίες για μια βραδιά γεμάτη old-school thrash/death metal ήταν δεδομένες.
Η ημερομηνία αποδείχθηκε μάλλον άτυχη. Την ίδια βραδιά υπήρχαν αρκετές συναυλιακές επιλογές στην Αθήνα, μεταξύ των οποίων και οι Madball, κάτι που ενδεχομένως συνέβαλε στη μικρή προσέλευση. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορική σημασία της πρώτης εμφάνισης των Messiah στη χώρα μας έκανε την αναμονή ακόμη μεγαλύτερη.
Τρία συγκροτήματα, διαφορετικές διαδρομές, κοινός παρονομαστής η αγάπη για τον ακραίο ήχο. Το ερώτημα ήταν αν το Temple θα κατάφερνε να μετατρέψει αυτή την προσμονή σε μια πραγματική metal βραδιά. Η απάντηση ήρθε σταδιακά, με αρκετά riffs, μπόλικο headbanging και, όπως θα διαπιστώναμε αργότερα, περισσότερη ενέργεια πάνω στη σκηνή παρά κάτω από αυτήν.
The Crucifier
Η έναρξη της βραδιάς έγινε με τους The Crucifier, την αθηναϊκή thrash metal μπάντα που βρίσκεται στη σκηνή από το 1995, με δεκαετίες παρουσίας στον εγχώριο underground χώρο και κυκλοφορίες όπως τα “Merciless Conviction”, “Cursed Cross” και “Voices In My Head”.

Το set ξεκίνησε περίπου στις 21:00, με μια μικρή καθυστέρηση. Εγώ έφτασα ως συνήθως αργοπορημένη, οπότε πρόλαβα μόνο ένα μέρος της εμφάνισής τους, προς το τέλος. Είχα πάει προετοιμασμένη για λίγο thrash/death και το απαραίτητο ξύλο, αλλά η πρώτη εικόνα που αντίκρισα μπαίνοντας στον χώρο ήταν ένα σχεδόν άδειο Temple.
Η ελπίδα ήταν ότι ο κόσμος θα άρχιζε να μαζεύεται όσο περνούσε η ώρα. Πάνω στη σκηνή, οι The Crucifier έκαναν αυτό που έπρεπε. Η διάθεση για ένταση ήταν εμφανής, με την μπάντα να καλεί το κοινό να συμμετάσχει και να κάνει λίγο χαμό. Λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι μιλάμε για ένα είδος που δεν προορίζεται ακριβώς για διακριτικά παλαμάκια.
Το πρόβλημα ήταν ότι δεν υπήρχαν ακόμη πολλά σώματα διαθέσιμα για να ανταποκριθούν στο κάλεσμα. Η εμφάνισή τους έθεσε τις βάσεις για όσα θα ακολουθούσαν, με τον κλασικό, επιθετικό thrash χαρακτήρα τους να δένει με το κλίμα της βραδιάς. Αν κάτι έλειπε, αυτό δεν ήταν η διάθεση της μπάντας, αλλά η μάζα ανθρώπων μπροστά από τη σκηνή. Κάτι που, δυστυχώς, θα μας απασχολούσε και στη συνέχεια.
Piranha
Λίγο πριν τις 22:00 η αναμονή τελειώνει και οι Piranha ανεβαίνουν στη σκηνή, έτοιμοι να αναλάβουν δράση. Μας υποδέχονται με χιούμορ, εξηγώντας πως μπορεί να είναι λίγο κουρασμένοι, καθώς μόλις είχαν επιστρέψει από την περιοδεία τους με τους Rotting Christ, όμως χαίρονται πολύ που βρίσκονται ξανά μπροστά στο αθηναϊκό κοινό. «Είστε έτοιμοι για death metal;» είναι το κάλεσμα που προηγείται της επίθεσης.
Η συνέχεια περιλαμβάνει το “Cancer”, το κομμάτι που είχε κυκλοφορήσει ως single το 1993, με τον τραγουδιστή και κιθαρίστα John να καλεί τον κόσμο να αφήσει τις ευγένειες και να αρχίσει το κοπάνημα. Το κοινό εξακολουθεί να είναι ολιγομελές, η ατμόσφαιρα όμως αρχίζει επιτέλους να αλλάζει. Όχι ακριβώς καταιγισμός σωμάτων, μια πρώτη ένδειξη ότι η βραδιά ξυπνάει.
Συνεχίζουν με υλικό από τη δισκογραφία τους, ανάμεσα στο οποίο ξεχωρίζει το “Endless Dream”, ενώ η αναφορά τους στους Messiah λειτουργεί ως υπενθύμιση του λόγου για τον οποίο βρισκόμαστε όλοι εκεί. Οι ίδιοι δείχνουν να απολαμβάνουν την εμφάνιση, χωρίς να αφήνουν την κούραση της περιοδείας να γίνει δικαιολογία για χαμηλές ταχύτητες.
Κάπου ανάμεσα στα riffs, ο John εκφράζει τη χαρά του που βλέπει τόσο νεότερα όσο και μεγαλύτερα άτομα στον χώρο. Είναι όντως ωραίο να βλέπεις διαφορετικές γενιές να συναντιούνται κάτω από την ίδια σκηνή, με κοινό σημείο αναφοράς έναν ήχο που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα να γίνει εύπεπτος.
Με το “Eternal Night” και το “Unholy Lie” να αποτελούν χαρακτηριστικές στιγμές του υλικού τους, οι Piranha επιβεβαιώνουν ότι παραμένουν μια υπολογίσιμη δύναμη στον εγχώριο ακραίο ήχο. Η εμφάνισή τους έχει νεύρο, βαριά riffs και μια αίσθηση αυθεντικότητας που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις.
Προς το τέλος μάς ευχαριστούν για την παρουσία μας και προσκαλούν όσους βρίσκονται στον χώρο να πλησιάσουν για μια φωτογραφία μαζί τους. Μια όμορφη κίνηση από μια μπάντα που δεν αντιμετώπισε το μικρό κοινό ως λόγο για να περιορίσει την ενέργειά της.
Για να είμαι ειλικρινής, παρότι κινούνται πολύ κοντά στα μουσικά μου γούστα, δεν είχε τύχει μέχρι τώρα να τους δω ζωντανά. Η πρώτη αυτή συνάντηση με άφησε με πολύ θετικές εντυπώσεις. Ωραίος ήχος, στιβαρά riffs και μια εμφάνιση που σε καμία περίπτωση δεν πρόδιδε την κούραση μιας περιοδείας. Το κοινό, πάλι, χρειαζόταν ακόμη λίγο χρόνο για να πάρει μπρος.
Messiah
Η ώρα πλησιάζει τις 22:50 και ο χώρος εξακολουθεί να έχει αισθητά λιγότερο κόσμο από όσο θα περίμενε κανείς για ένα όνομα με την ιστορία των Messiah. Θα έλεγα πως βρισκόμαστε περίπου στα 60-70 άτομα, στην καλύτερη περίπτωση. Για μια μπάντα που έχει αφήσει το αποτύπωμά της στην πρώιμη ευρωπαϊκή extreme metal σκηνή, η εικόνα αυτή είναι αναμφίβολα απογοητευτική. Η ταυτόχρονη διεξαγωγή άλλων συναυλιών, όπως αυτή των Madball, ίσως έπαιξε τον ρόλο της. Κρίμα όταν μια τόσο σημαντική εμφάνιση δεν συγκεντρώνει το κοινό που της αξίζει.
Με μια μικρή καθυστέρηση, περίπου στις 23:20, η αναμονή τελειώνει. Οι Messiah ανεβαίνουν στη σκηνή και δεν χρειάζονται περιττές εισαγωγές, μεγάλα καλωσορίσματα ή μακροσκελείς ομιλίες. Η παρουσία τους είναι αρκετή. Από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα, η αίσθηση είναι πως έχουν έρθει για να παίξουν, όχι για να συζητήσουν το ενδεχόμενο να παίξουν.
Το “Choir Intro Extended” δίνει τη θέση του στο “Choir Of Horrors” και η βραδιά μπαίνει επιτέλους στο κυρίως θέμα της. Ακολουθεί το “Akasha Chronicle”, με το “Weeping Willow” και το “Lycantropus Erectus” να συνεχίζουν το σερί, καθώς ο ήχος γεμίζει τον χώρο και η μπάντα δείχνει από νωρίς ότι βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα.
Κάπου εκεί μάς καλωσορίζουν και αναφέρονται στην επέτειο του “Choir Of Horrors”. Η συγκυρία έχει τη δική της σημασία, γιατί μπροστά μας στέκονται μουσικοί που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυτό που κάνουν με ενέργεια και αφοσίωση, πολύ πέρα από μια ιστορική μπάντα σε λειτουργία αναπαραγωγής παλιού υλικού.
Το κοινό, αν και μικρό, έχει πλέον ζεσταθεί για τα καλά. Και όταν λέμε ζεσταθεί, το εννοούμε κυρίως μεταφορικά, γιατί το air condition του Temple φαίνεται να έχει διαφορετική άποψη. Με τόση ένταση πάνω στη σκηνή θα περίμενε κανείς ο χώρος να έχει μετατραπεί σε καμίνι. Αντ’ αυτού, κάπου ανάμεσα στα headbanging, αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν η συναυλία περιλαμβάνει και δωρεάν κρυοθεραπεία.
Οι Ελβετοί δεν δείχνουν να πτοούνται από τίποτα. Ο Marcus Seebach στα φωνητικά, ο Patrick Hersche στο μπάσο, ο Steve Karrer στα τύμπανα και ο Brögi στην κιθάρα λειτουργούν σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή. Η συνέχεια με τα “Münchhausen Syndrom”, “Cautio Criminalis” και “Sikhote Alin” κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο.
Η εγγύτητα της σκηνής με το κοινό κάνει την εμπειρία ακόμη πιο άμεση. Δεν υπάρχει η απόσταση μιας μεγάλης παραγωγής, ούτε η αίσθηση ότι παρακολουθείς κάτι από μακριά. Εδώ βρίσκεσαι μια ανάσα από τους μουσικούς και κάθε χτύπημα των τυμπάνων, κάθε riff και κάθε φωνητικό πέρασμα έρχεται κατευθείαν πάνω σου.
Κάποια στιγμή, οι φωνές από κάτω αρχίζουν να ενώνονται σε ένα συνεχόμενο «Messiah! Messiah!». Ο Hersche και ο Brögi πιάνουν τον ρυθμό της ιαχής και παίζουν μαζί της, μετατρέποντας το σύνθημα σε ένα μικρό μουσικό παιχνίδι ανάμεσα στη σκηνή και στο κοινό. Η ανταπόκρισή τους είναι αυθόρμητη και η χαρά τους που βρίσκονται εδώ γίνεται ολοένα πιο εμφανής.
Και τότε έρχεται η στιγμή που κάθε τέτοια συναυλία χρειάζεται: η πρώτη βουτιά από τη σκηνή προς το κοινό. Ένας από τους παρευρισκόμενους ανεβαίνει πάνω και βουτάει στα χέρια των υπολοίπων, δίνοντας το έναυσμα για ακόμη περισσότερο κοπάνημα. Το crowd surfing δεν απαιτεί πάντα εκατοντάδες ανθρώπους, απαιτεί κυρίως μερικούς αρκετά αποφασισμένους να μη μείνουν ακίνητοι.
Οι Messiah συνεχίζουν με τα “Christus Hypercubus” και “Living With A Confidence”, ενώ η ατμόσφαιρα γίνεται ολοένα πιο έντονη. Ο κόσμος μπορεί να μην είναι πολύς, όσοι έχουν έρθει δείχνουν αποφασισμένοι να αξιοποιήσουν κάθε λεπτό. Headbanging, μικρά mosh pits και φωνές συνθέτουν πλέον την εικόνα μιας συναυλίας που έχει βρει τον ρυθμό της.
Ιδιαίτερη στιγμή αποτελεί και το παίξιμο του Pulver, ο οποίος σε ένα σημείο αφήνει την κιθάρα να μιλήσει με έναν σχεδόν παραδοσιακό, λυρικό τρόπο, μέσα από γρήγορες κινήσεις των δαχτύλων πάνω στις χορδές. Ο Seebach κρατάει αμείωτη την ένταση στα φωνητικά και η μπάντα δείχνει να απολαμβάνει την κάθε στιγμή, χωρίς ίχνος διεκπεραιωτικής εμφάνισης. Μοιάζει να δίνει στο μικρό αθηναϊκό κοινό ό,τι θα έδινε και σε έναν κατάμεστο χώρο.
Στο τελευταίο μέρος του set, τα “Morte Al Dente”, “H.T.A.M. / Messiah”, “Space Invaders”, “Centipede Bite” και “Enjoy Yourself” οδηγούν τη βραδιά προς το φινάλε. Το “Extreme Cold Weather” έρχεται να κλείσει την εμφάνιση με τον τρόπο που αρμόζει σε μια τέτοια βραδιά. Περίπου 70 λεπτά μετά την έναρξη, ολοκληρώνουν ένα set που μόνο χορταστικό μπορεί να χαρακτηριστεί.
Η πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα μπορεί να άργησε 42 χρόνια, ήρθε με την μπάντα σε εξαιρετική κατάσταση, αποφασισμένη να δείξει ότι το όνομά της κρατιέται ζωντανό από το σήμερα και όχι μόνο από την ιστορία του.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Η βραδιά στο Temple είχε τις αντιφάσεις της. Από τη μία, μια απογοητευτικά μικρή προσέλευση για ένα τόσο σημαντικό όνομα της ευρωπαϊκής extreme metal σκηνής. Από την άλλη, τρεις μπάντες που ανέβηκαν στη σκηνή και έκαναν τη δουλειά τους χωρίς να αφήσουν τον αριθμό των θεατών να καθορίσει την απόδοσή τους.
Προσωπικά, θεωρώ ότι οι Ελβετοί τα έσπασαν. Ο ήχος τους ήταν δυνατός, η ενέργειά τους αδιαμφισβήτητη και η εμφάνισή τους χορταστική. Είναι κρίμα μια μπάντα με τέτοια ιστορία, που επισκέπτεται τη χώρα μας για πρώτη φορά έπειτα από 42 χρόνια, να μην έχει μπροστά της πολύ περισσότερο κόσμο. Θα ήθελα πραγματικά να βλέπω τέτοιες συναυλίες να γεμίζουν τον χώρο, για όσα προσφέρουν και σήμερα, πέρα από τον σεβασμό στο παρελθόν.
Το «λίγοι και καλοί» ταιριάζει γάντι στην περίσταση. Όσοι βρεθήκαμε εκεί είχαμε την τύχη να δούμε τους Ελβετούς από πολύ κοντά, χωρίς αποστάσεις και χωρίς να χρειάζεται να παλέψουμε για μια θέση. Και αν κάτι μένει τελικά από τη βραδιά, είναι η αίσθηση ότι το ακραίο metal δεν χρειάζεται να απολογηθεί για την ηλικία του ούτε να αποδείξει ότι μπορεί να συμβαδίσει με τις μόδες.
Οι Messiah ήταν εκεί, με την ιστορία τους στις πλάτες τους και τα riffs τους σε πλήρη ισχύ. Και το απέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο. Αν μου δοθεί ξανά η ευκαιρία να τους δω ζωντανά, θα είμαι εκεί. Την επόμενη φορά, όμως, εύχομαι να είμαστε πολύ περισσότεροι, γιατί τέτοιες μπάντες αξίζουν ένα κοινό που τους ανταποδίδει αυτά που δίνουν.

