Με μία ματιά...
Οι Phrenelith ανεβαίνουν στη σκηνή του An Club στις 29 Οκτωβρίου 2026, κλείνοντας ένα ραντεβού που συζητιόταν πάνω από μια δεκαετία. Ο Simon Daniel, φωνή και κιθάρα του δανέζικου σχήματος, περιγράφει πώς μια μικρή παρέα μουσικών της Κοπεγχάγης έστησε ολόκληρη σκηνή death metal χωρίς να καταλήξουν όλοι με τον ίδιο ήχο.
- Το “Chrysopoeia” γράφτηκε αμέσως μετά το ντεμπούτο και χρειάστηκε οκτώ χρόνια ζωντανών εμφανίσεων πριν βρει τη θέση του σε δίσκο.
- Οι Phrenelith παίζουν για πρώτη φορά σε ελληνική σκηνή στο An Club των Εξαρχείων στις 29 Οκτωβρίου 2026, με τους Rapture και τους Casket Dweller να ανοίγουν τη βραδιά.
- Η μπάντα μετράει τρεις δίσκους σε οκτώ χρόνια, από το “Desolate Endscape” που ηχογραφήθηκε στο στούντιο Ballade τον Απρίλιο του 2016 ως το “Ashen Womb” του Φεβρουαρίου 2025, με το “Chimaera” της Nuclear Winter Records ανάμεσα.
Οι Phrenelith έρχονται για πρώτη φορά στην Αθήνα. Στις 29 Οκτωβρίου ανεβαίνουν στη σκηνή του An Club στα Εξάρχεια, με τους Rapture και τους Casket Dweller να ανοίγουν τη βραδιά και με μια κουβέντα που κρατούσε σχεδόν όσο και η ίδια η μπάντα να κλείνει επιτέλους ραντεβού. Δώδεκα χρόνια μετά τα πρώτα τους βήματα στην Κοπεγχάγη, το σχήμα πίσω από το “Desolate Endscape” πατάει ελληνικό σανίδι. Γύρω τους μια πόλη που έβγαλε Undergang, Hyperdontia, Sulphurous και Deiquisitor, με τα ίδια πρόσωπα να κυκλοφορούν από σχήμα σε σχήμα.
Μιλήσαμε με τον Simon Daniel για τις μέρες στο Ballade που έβγαλαν το ντεμπούτο, για τον δρόμο που τον πήγε από τον Ησίοδο στα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας, για τη συνεργασία με τον Timo Ketola λίγο πριν φύγει από τη ζωή, για το “Ashen Womb” και για ένα κομμάτι που περίμενε οκτώ χρόνια να μπει σε δίσκο. Στο τέλος εξηγεί κάτι που μόνο ένας Έλληνας αναγνώστης προσέχει, γιατί δηλαδή το tracklist τους διαβάζεται σαν τεστ λεξιλογίου.
Καλώς ήρθατε στο DEPART. Στις 29 Οκτωβρίου πατάτε για πρώτη φορά ελληνική σκηνή, στο An Club στα Εξάρχεια, έναν χώρο που ταΐζει το αθηναϊκό underground εδώ και τέσσερις δεκαετίες, με τους Rapture και τους Casket Dweller να ανοίγουν τη βραδιά. Τι ξέρετε στ’ αλήθεια για τη σκηνή που ετοιμάζεται να σας υποδεχτεί, τι ήταν αυτό που τελικά έκλεισε αυτή την ημερομηνία μετά από πάνω από δέκα χρόνια ζωής της μπάντας, και πώς στήνεις setlist όταν συστήνεσαι από το μηδέν σε κόσμο που δεν σας έχει δει ποτέ σε show;
Simon Daniel (Phrenelith): Γεια σας και ευχαριστώ! Θα το παραδεχτώ, προσωπικά δεν ξέρω πολλά για τη σκηνή της Αθήνας, μιας και δεν έχω βρεθεί ποτέ στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ανυπομονούμε πάντως να παίξουμε και να τη γνωρίσουμε από κοντά. Κουβέντα για να έρθουμε στην Ελλάδα γινόταν σχεδόν από τότε που υπάρχει η μπάντα. Κάποια στιγμή οι πλανήτες ευθυγραμμίστηκαν με τέτοιον τρόπο ώστε να γίνει εφικτό.
Όσο για το setlist, θα έχει υλικό από όλες τις εποχές της μπάντας, ακόμα και κάποια καινούργια κομμάτια που δεν έχουν ηχογραφηθεί. Οπότε με αυτή την έννοια πιστεύω πως το show θα λειτουργήσει και ως καλή σύσταση για εμάς, και ως κάτι που θα ευχαριστήσει όσους μας ακούνε χρόνια.
Οι Phrenelith ξεκίνησαν το 2013, μέσα σε μια Κοπεγχάγη που στη συνέχεια έβγαλε Undergang, Hyperdontia, Sulphurous, Chaotian και Deiquisitor, με τα μέλη να πηγαινοέρχονται ανάμεσα σε όλα αυτά τα σχήματα. Πώς έμοιαζε στην πραγματικότητα εκείνη η πόλη όταν ξεκινήσατε, πώς δουλεύει αυτό στην πράξη σε ένα μέρος τέτοιου μεγέθους, δηλαδή πώς μοιράζονται τα στούντιο πρόβας και οι ημερομηνίες των συναυλιών, και τι εμποδίζει όλες αυτές τις μπάντες να καταλήξουν να ακούγονται ίδιες;
Όταν ξεκινήσαμε τους Phrenelith, η μουσική σκηνή στην Κοπεγχάγη ήταν πολύ διαφορετική και το death metal βρισκόταν σε εντελώς άλλη θέση. Δύσκολο να μπω σε όλους τους λόγους μέσα σε τόσο λίγο χώρο. Το βασικό πάντως ήταν ότι υπήρχε πολύ μικρότερο ενδιαφέρον για το death metal και ότι έμοιαζε λιγότερο «εμπορεύσιμο», ελλείψει καλύτερης λέξης.

Τα πράγματα είχαν αρχίσει να κινούνται, κυρίως χάρη στον David και τους Undergang που πήραν την πρωτοβουλία να γίνουν πράγματα, και ήμασταν μια σφιχτή παρέα ανθρώπων με το ίδιο όραμα, που ήθελε να φτιάξει κάτι μαζί, να στήσει συναυλίες, να ξεκινήσει καινούργιες μπάντες. Οι περισσότερες από τις μπάντες που ανέφερες ήταν φίλοι που μοιράζονταν τα ίδια στούντιο πρόβας σε κάποια φάση. Οπότε όσον αφορά τα show και το πώς ξεκίνησαν οι μπάντες, όλα ήρθαν με πολύ φυσικό τρόπο.
Η απάντηση στο γιατί δεν ακουγόμαστε όλοι ίδιοι είναι μάλλον ότι κάθε μπάντα έχει διαφορετικές δημιουργικές δυνάμεις που γράφουν τα κομμάτια της. Χαίρομαι που δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος «ήχος της Κοπεγχάγης», γιατί προσωπικά θα τον έβρισκα βαρετό και περιοριστικό.
Τον Απρίλιο του 2016 περάσατε πέντε μέρες στο Ballade με τον Lasse και βγάλατε το “Desolate Endscape”, ένα ντεμπούτο με το οποίο ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού σας συγκρίνει ακόμα ό,τι έχει έρθει από τότε. (Τι τρόπος για συστηθείς). Ποιο ήταν το πλάνο μπαίνοντας σε εκείνες τις ηχογραφήσεις, πόσο από τον χαρακτήρα του δίσκου βγήκε από επιλογές και πόσο από το ρολόι που έτρεχε, και τι κάνει σε μια νέα μπάντα το γεγονός ότι ο πρώτος της δίσκος γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη το μέτρο σύγκρισης;
Όπως το θυμάμαι, δεν είχαμε κάποιο πλάνο ή κάποια συγκεκριμένη προσέγγιση στο μυαλό μας όταν μπήκαμε στο στούντιο. Είχαμε κάνει αρκετές πρόβες πριν την ηχογράφηση, κάπως είχαμε περισσότερο χρόνο για πρόβες τότε. Οπότε νομίζω πως ήμασταν σε καλή κατάσταση και γενικά είχαμε την αίσθηση ότι το υλικό μας ήταν αρκετά δυνατό για να ηχογραφηθεί σε αληθινό στούντιο.
Πίεση με το να τελειώνει ο χρόνος στο στούντιο δεν υπήρξε, αφού όλα πήγαν αρκετά γρήγορα. Τα τύμπανα ηχογραφήθηκαν σε μία μέρα, και νομίζω ότι και οι δύο ρυθμικές κιθάρες μπήκαν την ίδια μέρα. Ένιωσα ότι είχα άνετα χρόνο να πειραματιστώ με κάποια πράγματα, όπως το να στρώσω πολλαπλά samples και διαφορετικά κανάλια με ακουστικές κιθάρες.
Όσο για το τελευταίο κομμάτι της ερώτησης, η επιτυχία και η προσοχή που πήρε το ντεμπούτο μάς αιφνιδίασαν όλους. Το ξαναλέω, ένιωθα ότι τα κομμάτια είχαν κάτι ξεχωριστό και ότι το υλικό ήταν δυνατό, μόνο που πολλές φορές αυτό δεν φτάνει για να τραβήξεις την προσοχή του κόσμου. Η μπάντα ήταν επίσης πολύ στην αρχή της, και τελικά πιστεύω πως παίζαμε τη μουσική που μας άρεσε και πέσαμε στα τυφλά πάνω σε κάτι που βρήκε ανταπόκριση.
Τέσσερα χρόνια μετά ήρθε το “Chimaera”, με στίχους τραβηγμένους από τη σκοτεινότερη άκρη της ελληνικής μυθολογίας, και ο δίσκος βγήκε από ελληνική εταιρεία, τη Nuclear Winter, κάτι που φτιάχνει μια παράξενη συμμετρία. Οι περισσότερες μπάντες που πιάνουν αυτούς τους μύθους καταλήγουν σε θεούς και ήρωες. Εσείς μοιάζει να ψάξατε τη σαπίλα από κάτω, τα τέρατα, τις τιμωρίες και τα σώματα που ανασυντίθενται. Πού διαβάσατε αυτές τις ιστορίες, ποιο συγκεκριμένο επεισόδιο σού φάνηκε αρκετά αποκρουστικό για να κρατήσει έναν ολόκληρο δίσκο, και τι σημαίνει για σένα η Χίμαιρα πέρα από την προφανή εικόνα των κομματιών που δεν θα έπρεπε ποτέ να είχαν ραφτεί μαζί;
Η δουλειά για το “Chimaera” ξεκίνησε σχεδόν αμέσως μόλις τελειώσαμε το “Desolate Endscape”, οπότε έχει περάσει καιρός και δυσκολεύομαι να θυμηθώ τι με έστρεψε προς την ελληνική μυθολογία. Ένα δια βίου ενδιαφέρον, υποθέτω, μια βασική γνώση των μύθων και η διάθεση να μάθω περισσότερα. Θυμάμαι να μου κινείται αμέσως η περιέργεια όταν άρχισα να διαβάζω για τον Τυφώνα και την Έχιδνα ως γεννήτορες όλων των απόκληρων και των τεράτων, μιας και ήταν ένα κομμάτι της μυθολογίας για το οποίο δεν είχα ακούσει πριν.
Οι δύο βασικές πηγές έμπνευσης ήταν η “Θεογονία” του Ησίοδου και η “Θεία Κωμωδία” του Δάντη, με τις περιγραφές των πέντε ποταμών του κάτω κόσμου. Ένα αντιηρωικό ή αντιομηρικό αίσθημα ήρθε επίσης από την “Οδύσσεια” και την “Ιλιάδα”, που διάβαζα σε όλη μου τη ζωή. Αρκετά βασικά πράγματα δηλαδή, δεν ισχυρίζομαι ότι είμαι ειδικός στο θέμα.
Για να το πω σύντομα, η Χίμαιρα ως σύμβολο μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα. Υπάρχει μια μελαγχολία πάνω της, ένα ατελές και παραμορφωμένο πλάσμα αναγκασμένο να ζει στις παρυφές του κόσμου, τρωγλοδύτες που ζουν μακριά από τον ήλιο και από το φως των θεών. Η δίψα των Τιτάνων για εκδίκηση ήταν κι αυτή κάτι που θυμάμαι να με αγγίζει.
Το εξώφυλλο του “Chimaera” το σχεδίασε ο Timo Ketola, που έχει βάλει το χέρι του σε μερικούς από τους πιο αναγνωρίσιμους δίσκους του είδους και που έφυγε από τη ζωή το 2020, κάτι που κάνει αυτή τη δουλειά ένα από τα τελευταία πράγματα που μας άφησε. Η συνεργασία μαζί του ήταν προφανώς κάτι παραπάνω από μια απλή παραγγελία. Πώς πήγε, τι ακριβώς του στείλατε ως υλικό ή ως ιδέα, τι γύρισε πίσω που δεν το περιμένατε, και τι θα ήθελες να καταλάβουν για εκείνον, ως καλλιτέχνη και ως άνθρωπο, όσοι ξέρουν μόνο το όνομά του από εξώφυλλα;
Πέρα από το τεράστιο ταλέντο του, ο Timo Ketola ήταν και εξαιρετικά εύκολος στη συνεργασία. Του έστειλα τους στίχους και μια συλλογή από διάφορες εικονογραφήσεις που θεωρούσα ταιριαστές. Του ανέφερα επίσης κάποια παλιότερα έργα του για να του περάσω αυτό που ήθελα. Από εκεί και πέρα μπήκε μόνος του στο θέμα και πήρε την πρωτοβουλία να βρει πράγματα πάνω στα οποία θα πατήσει.
Συνήθως είμαι πολύ απαιτητικός με το τι θέλω από έναν καλλιτέχνη, αφού κανονικά έχω πολύ σαφή εικόνα για το πώς θέλω να μοιάζει το artwork. Με τον Ketola κράτησα πιο χαλαρά τα ηνία, τον άφησα να προτείνει και εκείνος ιδέες, οπότε του είχα μεγάλη εμπιστοσύνη ότι θα έβγαζε κάτι δυνατό.
Τα σκίτσα δουλεύτηκαν με πολύ φυσικό τρόπο, μέσα από χαλαρή κουβέντα. Ήταν μια μεγάλη διαδικασία, περάσαμε και από ιδέες που τελικά δεν ταίριαξαν στην μπάντα, που όμως βοήθησαν να γίνει το τελικό αποτέλεσμα ακόμα καλύτερο. Το ότι εκείνος έγραφε στα σουηδικά και εγώ απαντούσα στα δανέζικα έδωσε επίσης μια άλλη οικειότητα, που δεν νομίζω ότι θα υπήρχε αν γράφαμε στα αγγλικά. Υπάρχουν πολλές καλές αναμνήσεις από τη δουλειά μαζί του, να συζητάμε για διάφορα και να ανταλλάσσουμε μουσικές προτάσεις.
Το “Ashen Womb” ήρθε τον Φεβρουάριο του 2025, τρεισήμισι χρόνια μετά το “Chimaera” και οκτώ μετά το ντεμπούτο, και το έχεις περιγράψει ως επιστροφή προς τον «ωμό αυθορμητισμό και την ασυγκράτητη αμεσότητα» του πρώιμου υλικού, χωρίς να πετάει στα σκουπίδια ό,τι άνοιξε ο δεύτερος δίσκος. Μια μπάντα αλλάζει πολύ σε οκτώ χρόνια, οπότε τι ακριβώς χρειάστηκε να ξεμάθετε για να φτάσετε πάλι σε εκείνη την αμεσότητα, τι άξιζε να κρατηθεί από το “Chimaera”, και υπήρξαν στιγμές που το κυνήγι και των δύο μαζί άφησε κάποιο κομμάτι κολλημένο στη μέση χωρίς πουθενά να πάει;
Νομίζω πως αρχικά είχαμε την εντύπωση ότι το “Ashen Womb” θα ήταν μεγαλύτερη απομάκρυνση από τη μουσική μας ουσία, κατά τη γνώμη μου όμως ο δίσκος κατέληξε να είναι καθαρή συνέχεια των δύο προηγούμενων, και ηχητικά κράτησε πολλά από τον πυρήνα μας.
Συμφωνώ ότι μια μπάντα αλλάζει πολύ σε οκτώ χρόνια, οτιδήποτε άλλο θα ήταν αποτυχία για μένα προσωπικά, και σίγουρα πιστεύω ότι είχαμε αλλάξει με πολλούς τρόπους μέχρι εκείνο το σημείο, κάτι που είναι κατά κάποιον τρόπο βασικό χαρακτηριστικό των Phrenelith. Οπότε δεν νομίζω πως υπήρξε κάποια πάλη ανάμεσα στις διαφορετικές προσεγγίσεις του δίσκου ή κάποια κρίση μουσικής ταυτότητας. Πιστεύω ότι καταλήξαμε να περνάμε σχεδόν ακριβώς αυτό που θέλαμε.
Οι αλχημιστές χρησιμοποιούσαν τη λέξη χρυσοποιία για τη μετατροπή του ευτελούς μετάλλου σε χρυσό, και εσείς περάσατε οκτώ χρόνια κάνοντας κάτι κοντινό με το ίδιο το κομμάτι, παίζοντάς το ζωντανά, ξαναδουλεύοντάς το, περιμένοντας. Τι το κράτησε έξω από τους δύο πρώτους δίσκους, υπήρξε ποτέ εκδοχή του “Chimaera” ή του ντεμπούτου όπου παραλίγο να μπει, και τελικά τα οκτώ χρόνια αναμονής ωφέλησαν το κομμάτι ή χάθηκε κάτι στην πορεία;
Απ’ όσο θυμάμαι, το “Chrysopoeia” ήταν στην πραγματικότητα το πρώτο κομμάτι που έγραψα αφού τελειώσαμε την ηχογράφηση του ντεμπούτου, οπότε δεν υπήρξε ποτέ περίπτωση να μπει στο “Desolate Endscape”. Αυτό που το κράτησε έξω από το “Chimaera” ήταν ότι εκείνος ο δίσκος είναι σε ένα παράξενο, ειδικό κούρδισμα, οπότε δεν ήταν πρακτικό να μεταγραφεί το “Chrysopoeia” με τρόπο που να ταιριάζει εκεί. Οι στίχοι του επίσης δεν χωρούσαν στο συνολικό αφήγημα.
Έτσι έγινε ένα κομμάτι που παίζαμε ζωντανά σχεδόν μια δεκαετία πριν το ηχογραφήσουμε. Με έναν αφηρημένο τρόπο θα έλεγα πως όλα αυτά τα χρόνια που κυοφορούσε το ωφέλησαν, μόνο που άλλαζε και λίγο λίγο όσο περνούσε ο καιρός, οπότε κάποια κομμάτια της ταυτότητάς του χάθηκαν.
Να κάτι που διαβάζεται αλλιώς από την Αθήνα. Το “Noemata”, το “Chrysopoeia”, το “Lithopaedion”, ακόμα και ο τίτλος του δεύτερου δίσκου σας, όλα τα διαβάζουμε ως συνηθισμένες ελληνικές λέξεις πριν τα διαβάσουμε ως τίτλους death metal, κάτι που μετατρέπει τα εξώφυλλά σας σε ένα παράξενο τεστ λεξιλογίου. Ποιος στην μπάντα ξεθάβει αυτό το υλικό, πώς μια λέξη καταλήγει να κολλάει σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι και όχι σε κάποιο άλλο, και υπάρχει ένα νήμα που συνδέει τη φαινομενολογία, την αλχημεία και την ιατρική παθολογία ή πρόκειται για τρεις ξεχωριστές εμμονές που ζουν κάτω από την ίδια στέγη;
Καταλαβαίνω γιατί κάποιοι από τους τίτλους μας μπορεί να ξενίζουν ή και να φαίνονται λίγο άνοστοι σε κάποιον από την Ελλάδα. Εν μέρει, νομίζω πως όλα οφείλονται στη δυτική παράδοση να ονοματίζουμε έννοιες με ελληνική ή λατινική ρίζα. Όλα τα κομμάτια που ανέφερες παραπέμπουν σε μια συγκεκριμένη επιστημονική ή φιλοσοφική έννοια, με την οποία το κομμάτι σχετίζεται είτε άμεσα είτε μεταφορικά, οπότε οι τίτλοι δεν επιλέγονται στην τύχη επειδή ακούγονται πομπώδεις.
Δύσκολο να πω τι ενώνει όλους αυτούς τους τίτλους, πέρα από ένα γενικό ενδιαφέρον και μια εμμονή με το αισχρό και το εσωτερικό, που πάει μαζί με το death metal.
Ως συγκεκριμένο παράδειγμα, ο τίτλος “Noemata” επιλέχθηκε για το εισαγωγικό instrumental του δίσκου για πολλούς λόγους. Υπάρχει ο προφανής δεσμός με τον Edmund Husserl και τη φαινομενολογία, που με απασχολούσε πολύ την εποχή που γραφόταν ο δίσκος. Σε σχέση με αυτό, βρήκα ότι κάτι που σημαίνει «συλλήψεις» ή «αντιλήψεις» ταίριαζε κάπως πολύ στο κομμάτι. Βρίσκω επίσης ότι η δανέζικη μετάφραση του “Noemata” κουβαλάει ένα δυσοίωνο υπονοούμενο που δυσκολεύομαι να περιγράψω με ακρίβεια σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. Και τέλος μου κίνησε το ενδιαφέρον ότι τα «νοήματα» παραπέμπουν σε κακόβουλο σκοπό και στα σχέδια του Σατανά σε κάποιες ελληνικές μεταφράσεις της Βίβλου. Μπήκαν δηλαδή αρκετά πράγματα στο όνομα ενός σύντομου instrumental.
Σε ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου, ήταν μεγάλη μου χαρά η κουβέντα μαζί σου. Η τελευταία είναι δική σου, κάνε ό,τι θέλεις μαζί της. Κάποιος διαβάζει αυτή τη στιγμή στην Αθήνα, ίσως ετοιμάζεται να σας δει για πρώτη φορά, ίσως μαθαίνει για εσάς μέσα από αυτή τη συνέντευξη και αποφασίζει αν θα εμφανιστεί στο An Club. Τι θέλεις να του πεις πριν από τις 29;
Ευχαριστώ για τη συνέντευξη! Ελπίζω οι αναγνώστες σας να βρουν ενδιαφέρουσες τις απαντήσεις μου. Εγώ πάντως τις ευχαριστήθηκα. Ανυπομονώ να περάσουμε καλά στην Αθήνα. Κρατήστε τα μάτια σας ανοιχτά για καινούργιο δίσκο το 2027! (ελπίζω).

