Το να αφήνεις το κοινό σου να περιμένει μισή δεκαετία για νέο υλικό αποτελεί μεγάλο ρίσκο. Οι Summoning πήραν αυτό το ρίσκο και το 2006 παρουσίασαν τον δίσκο “Oath Bound“. Το αυστριακό ντουέτο των Silenius και Protector έμεινε σκόπιμα μακριά από τους γρήγορους ρυθμούς και επέστρεψε με την έκτη του δουλειά.
Εστιάζοντας στα πιο ζοφερά γεγονότα από τον κόσμο του J.R.R. Tolkien, έχτισαν μια ατμόσφαιρα που διατήρησε τον γνώριμο επικό ήχο τους, φέρνοντας παράλληλα στο προσκήνιο νέες συνθετικές δομές. Με διάρκεια που ξεπέρασε κάθε προηγούμενη προσπάθειά τους, το συγκεκριμένο άλμπουμ αποτέλεσε ένα σημείο αναφοράς για τη μετέπειτα πορεία τους.
Ο αμετάκλητος όρκος του Fëanor
Ο τίτλος του δίσκου αποτελεί μια άμεση αναφορά σε ένα από τα πιο σκληρά κεφάλαια της Μέσης Γης, τον όρκο του Fëanor. Η συγκεκριμένη υπόσχεση δόθηκε από τον ίδιο και τους επτά γιους του, όταν ο σκοτεινός άρχοντας Morgoth κατάφερε να κλέψει τα τρία ιερά πετράδια Silmaril. Οδηγούμενος από οργή, ο Fëanor ανάγκασε την οικογένειά του να ορκιστεί ότι θα πολεμήσει οποιονδήποτε τολμούσε να κρατήσει ή να κρύψει τα πετράδια, ανεξάρτητα από το αν ήταν φίλος, εχθρός, ξωτικό ή θεότητα.

Παρόλο που ο Fëanor έπεσε νωρίς στη μάχη, οι απόγονοί του συνέχισαν την καταστροφική τους πορεία. Ο όρκος τούς οδήγησε σε αιματηρούς πολέμους, αναγκάζοντάς τους να καταστρέψουν ολόκληρα βασίλεια ξωτικών στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν τα Silmaril. Στο τέλος, η εμμονή τους έφερε την απόλυτη πτώση. Όταν οι δύο τελευταίοι επιζώντες γιοι πήραν επιτέλους στα χέρια τους τα εναπομείναντα πετράδια, οι φρικτές τους πράξεις τούς είχαν διαφθείρει τόσο που η επαφή με τα ιερά αντικείμενα προκαλούσε αφόρητο πόνο, οδηγώντας τους στην απόγνωση και την αιώνια περιπλάνηση.
Τα εμπόδια μέχρι την ολοκλήρωση
Η χρονική απόσταση από την προηγούμενη κυκλοφορία τους οφείλεται σε μια σειρά από σοβαρές πρακτικές και προσωπικές δυσκολίες. Και τα δύο μέλη αντιμετώπισαν ζητήματα που πάγωσαν τις διαδικασίες ηχογράφησης και παραγωγής. Ο Protector είχε δώσει προτεραιότητα στο προσωπικό του εγχείρημα με τους Die Verbannten Kinder Evas, όπου η εύρεση και η συνεργασία με τη νέα τραγουδίστρια καθυστέρησε τις ηχογραφήσεις για σχεδόν ενάμιση χρόνο.
Από την άλλη πλευρά, ο Silenius βίωσε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο σε πολλαπλά επίπεδα. Η αποχώρησή του από τους Abigor συνέπεσε με την αλλαγή του ήχου τους προς πιο death metal κατευθύνσεις και την εξάρτηση ενός μέλους από τα ναρκωτικά.
Σχετικά με τα συνεχή εμπόδια που καθυστέρησαν το “Oath Bound”, ο ίδιος δήλωσε χαρακτηριστικά: «Πρώτα από όλα, είχα μια πολύ πιεστική σύντροφο για πέντε χρόνια, η οποία ποτέ δεν με στήριξε στη μουσική μου δουλειά και σχεδόν έκανε σαμποτάζ όποτε ασχολόμουν με αυτή. Έπειτα, δεν είχα καθόλου καλές ιδέες για το συγκρότημα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Επίσης ο πατέρας μου πέθανε από καρκίνο, κάτι που προκάλεσε πολλά προσωπικά προβλήματα, ενώ έχασα και τη δουλειά μου». Εκτός από τα προσωπικά δράματα, το συγκρότημα κλήθηκε να αντιμετωπίσει και τεχνικές βλάβες στον μουσικό του εξοπλισμό κατά την περίοδο των ηχογραφήσεων.
Η δημιουργία στο στούντιο
Η διαδικασία σύνθεσης περιλάμβανε συνεχείς πειραματισμούς και αλλαγές στην ενορχήστρωση. Οι κιθάρες απέκτησαν έναν πιο τραχύ και παρόντα ρόλο, δημιουργώντας ένα παραμορφωμένο υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν οι βασικές μελωδίες των πλήκτρων.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία προστέθηκε στο κομμάτι “Mirdautas Vras“, το οποίο γράφτηκε εξ ολοκλήρου στη μαύρη γλώσσα του Μόρντορ και αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα ενσωμάτωσης της γλώσσας του Tolkien στη μουσική. Η ιδέα προέκυψε όταν το δίδυμο συνειδητοποίησε πως τα κιθαριστικά μέρη δεν ταίριαζαν με τα πνευστά όργανα του τραγουδιού, οδηγώντας τους στην αναζήτηση μιας εντελώς νέας προσέγγισης.
Η υλοποίηση αυτής της ιδέας απαιτούσε εξωτερική βοήθεια για τη γλωσσολογική ακρίβεια. Ο Silenius εξήγησε τη διαδικασία σημειώνοντας: «Ζήτησα από έναν φίλο από το συγκρότημα Greifenstein να με βοηθήσει να δουλέψω πάνω σε στίχους γραμμένους σε αυτή τη μαύρη γλώσσα. Στο τέλος έκανα τα φωνητικά όσο πιο επιθετικά γινόταν και τα ανέμειξα με μερικά samples από κραυγές ορκ».
Σε άλλα σημεία του δίσκου, όπως στο επιβλητικό τραγούδι “Land of the Dead“, το συγκρότημα χρησιμοποίησε καθαρά χορωδιακά φωνητικά γραμμένα από τους ίδιους για να αποδώσει το μέγεθος της ιστορίας. Η ατμόσφαιρα του δίσκου κινήθηκε σκόπιμα σε επικά και επιθετικά μονοπάτια. Ο Protector ξεκαθάρισε τη θέση τους πάνω σε αυτό συγκρίνοντας το άλμπουμ με μεταγενέστερες δουλειές τους: «Για εμάς το “Oath Bound” πήγαινε περισσότερο προς την ηρωική κατεύθυνση. Ακουγόταν σαν να καλπάζεις προς τη μάχη».
Η εικαστική επένδυση του δίσκου εναρμονίστηκε πλήρως με αυτή την αίσθηση, με τους Summoning να επιλέγουν πίνακες του καλλιτέχνη Albert Bierstadt για το εξώφυλλο και το ένθετο.
Η συνειδητή απουσία από τη σκηνή
Μέσα στο πλαίσιο της κυκλοφορίας του “Oath Bound” και της αυξημένης απαίτησης του κοινού για ζωντανές εμφανίσεις, το συγκρότημα παρέμεινε απόλυτα σταθερό στην απόφασή του να μην ανέβει ποτέ στο σανίδι. Η φιλοσοφία τους γύρω από αυτό το θέμα συνδέεται άμεσα με τον πυρήνα της τέχνης τους και την επιθυμία τους να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση του κόσμου που παρουσιάζουν.
Η μουσική τους λειτουργεί ως ένα μέσο μεταφοράς στη Μέση Γη, και θεωρούν πως η φυσική τους παρουσία μπροστά σε κοινό θα κατέστρεφε αυτή τη μαγεία. Ο Protector εξήγησε τη στάση τους λέγοντας: «Η ζωντανή εμφάνιση είναι κάτι για ανθρώπους που τους αρέσει να παρουσιάζουν τον εαυτό τους στη σκηνή. Εμείς δημιουργούμε έναν κόσμο γεμάτο φανταστικά πλάσματα και, καθώς είμαστε κανονικοί άνθρωποι, σίγουρα δεν θα ταίριαζε στις εικόνες που φτιάξαμε στο μυαλό των οπαδών να βλέπουν κάποιους κανονικούς, θνητούς, ιδρωμένους ανθρώπους με ηλεκτρικές κιθάρες στα χέρια τους».
Αυτή η προσέγγιση τους επέτρεψε να συνεχίσουν το έργο τους αποκλειστικά μέσα από το στούντιο. Επικεντρώθηκαν στην αφήγηση των ιστοριών χρησιμοποιώντας ποικίλα ηχητικά δείγματα, συχνά αντλώντας αποσπάσματα από ακουστικά βιβλία και ταινίες φαντασίας που ταίριαζαν στο ευρύτερο όραμά τους.
Η κυκλοφορία του δίσκου συνοδεύτηκε επίσης από την επανακυκλοφορία ολόκληρου του παλαιότερου καταλόγου τους στην αμερικανική αγορά μέσω της δισκογραφικής εταιρείας Napalm Records, δίνοντας την ευκαιρία σε ένα νέο κοινό να ανακαλύψει από την αρχή το μουσικό τους σύμπαν.
Ο αμετάκλητος όρκος των Summoning
Το “Oath Bound” αποτελεί πειστήριο της καλλιτεχνικής εμμονής των Summoning. Όπως ακριβώς ο Fëanor έμεινε πεισματικά πιστός στον όρκο του αψηφώντας τις συνέπειες, έτσι και οι ίδιοι επιβίωσαν από μια πενταετία προσωπικών απωλειών και καταστροφών, παραδίδοντας τελικά ένα ογκώδες έργο σχεδόν εβδομήντα λεπτών. Σε μια βιομηχανία που απαιτούσε γρήγορη κατανάλωση, οι Silenius και Protector ανάγκασαν το κοινό να βυθιστεί ξανά στη σκοτεινή πλευρά της Πρώτης Εποχής.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: Summoning
Album: Oath Bound
Label: Napalm Records
Release Date: 31/03/2006
Genre: Epic Black Metal
1. Bauglir
2. Across the Streaming Tide
3. Mirdautas Vras
4. Might and Glory
5. Beleriand
6. Northward
7. Menegroth
8. Land of the Dead
Producer: Protector
Summoning: Protector (Φωνή, πλήκτρα, κιθάρα), Silenius (Μπάσο, φωνή, πλήκτρα), Trifixion (Τύμπανα, φωνή)
Summoning (OW) | Bandcamp | Deezer | Facebook | Instagram | SoundCloud | Spotify | Tidal | YouTube
