Με μία ματιά...
Το "Evil Dead Burn" πνίγει την οθόνη στο αίμα και αφήνει πίσω τον κλασικό χαβαλέ. Είναι μια βουτιά στη βία που δοκιμάζει τις αντοχές των παλιών οπαδών.
- Ο έξυπνος ηχητικός σχεδιασμός παίζει διαρκώς με το μυαλό και χτίζει μια ασφυκτική ατμόσφαιρα.
- Μάλλον το νέο κεφάλαιο της σειράς δεν καταφέρνει να τιμήσει την κληρονομιά του franchise.
- Τα αληθοφανή πρακτικά εφέ παραδίδουν εντυπωσιακές σκηνές φόνων που παγώνουν το αίμα του θεατή.
Η αρχική τριλογία του Sam Raimi έχτισε έναν μύθο με όπλο το τέλειο μείγμα τρόμου και ακραίας κωμωδίας. Όσοι μεγαλώσαμε με τα “Evil Dead”, “Evil Dead II” και “Army of Darkness”, γνωρίζουμε καλά πως η ψυχή της σειράς κρύβεται σε αυτή την ισορροπία. Το νέο κεφάλαιο, το “Evil Dead Burn“, προσπαθεί να χαράξει μια εντελώς διαφορετική πορεία. Ο σκηνοθέτης Sebastian Vanicek παραδίδει ένα έργο που ξεχνά το χιούμορ και πέφτει με τη μούρη στον τρόμο. Η απόφαση να κοπούν οι γέφυρες με την κλασική συνταγή γεννά ένα φιλμ που μοιάζει ξένο σε όσους λατρέψαμε το πρωτότυπο όραμα.
Το ξεκίνημα μάς μεταφέρει αμέσως μετά το τροχαίο που στερεί τη ζωή του Will (George Pullar). Η χήρα του, Alice (Souheila Yacoub), ταξιδεύει στο απομονωμένο σπίτι της οικογένειάς του για να πενθήσει. Εκεί συναντά τους γονείς Edgar (Erroll Shand) και Susan (Tandi Wright), τον αδερφό Joseph (Hunter Doohan) και τη γιαγιά Polly (Maude Davey). Το κλίμα είναι βαρύ και όλοι ρίχνουν το φταίξιμο στην Alice. Σύντομα μαθαίνουμε πως ο παππούς τους μελετούσε το βιβλίο Necronomicon. Ο συνδυασμός του τοξικού περιβάλλοντος με τις σκοτεινές δυνάμεις που ξυπνούν στο σπίτι, μετατρέπει την επίσκεψη σε αγώνα επιβίωσης. Οι δαίμονες ζητούν εκδίκηση.
Μέσα σε τέσσερις τοίχους, ο εφιάλτης παίρνει σάρκα και οστά όταν τα μέλη της οικογένειας κυριεύονται από τις οντότητες. Το σενάριο των Sebastian Vanicek και Florent Bernard χρησιμοποιεί το πένθος ως βάση για να στήσει το σκηνικό. Ο θεατής καταλαβαίνει πως η πραγματική απειλή δεν κρύβεται στα τέρατα, μιας και οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σάπιες. Η πλοκή λειτουργεί καθαρά ως αφορμή για να ξεκινήσει ένα ανελέητο μακελειό που δοκιμάζει τα όρια του στομαχιού μας. Δεν υπάρχει χώρος για ανάσα, αφού η δράση κλιμακώνεται με γρήγορους ρυθμούς και κανείς δεν είναι ασφαλής.
Η οπτική του τρόμου και τα πρακτικά εφέ
Στο οπτικό κομμάτι, η δουλειά που έχει γίνει κερδίζει εύκολα τις εντυπώσεις. Ο σκηνοθέτης επιλέγει πρακτικά εφέ για τους φόνους και δημιουργεί εικόνες που μένουν στο μυαλό. Ένα χτύπημα με το προσκέφαλο ενός καθίσματος και η χρήση ενός πλυντηρίου πιάτων αποτελούν δημιουργικές στιγμές. Η φωτογραφία του Philip Lozano κρατά τα κάδρα σκοτεινά, δίνοντας ρεαλισμό στο αίμα που κυλάει άφθονο. Οι χορογραφίες της βίας είναι σχεδιασμένες με απίστευτη ακρίβεια, προσφέροντας γνήσιο τρόμο σε όσους αναζητούν σκληρές εικόνες στο σινεμά. Το μοντάζ βοηθάει τον ρυθμό να παραμένει γρήγορος και την ένταση να χτυπάει κόκκινο σε κάθε νέα σκηνή δολοφονίας.

Εξίσου εντυπωσιακός είναι ο ηχητικός σχεδιασμός που παίζει διαρκώς με το μυαλό του θεατή. Κάθε βήμα και κάθε σπάσιμο οστού ακούγεται με τέτοια ένταση που σε κάνει να νιώθεις πως βρίσκεσαι μέσα στο δωμάτιο. Ξεχωρίζει μια σκηνή γυρισμένη σε ένα ενιαίο πλάνο, χωρίς κανένα κόψιμο. Εκεί βλέπουμε την πρωταγωνίστρια να σέρνεται στο πάτωμα, την ώρα που στο φόντο εκτυλίσσεται ένα ατελείωτο χάος. Αυτός ο συνδυασμός ήχου και άψογης κάμερας δημιουργεί την πιο δυνατή στιγμή όλου του έργου, κλειδώνοντας την προσοχή μας στην οθόνη. Δυστυχώς, αυτή η μαεστρία δεν διατηρείται σταθερή μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους.
Κοιτώντας τις ερμηνείες, η Souheila Yacoub σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος και τα καταφέρνει περίφημα στις σωματικές απαιτήσεις του ρόλου. Η προσέγγισή της βγάζει κούραση και απόγνωση, στοιχεία που ταιριάζουν στο μαρτύριο της. Παράλληλα, το υπόλοιπο καστ ενσαρκώνει χαρακτήρες που είναι αδύνατο να συμπαθήσεις. Ο σχεδιασμός τους βασίζεται σε ενοχλητικά κλισέ και διαρκείς γκρίνιες, με αποτέλεσμα να περιμένεις με ανυπομονησία τον θάνατό τους. Η απουσία έστω και ενός συμπαθούς προσώπου στο πλευρό της πρωταγωνίστριας ρίχνει το ενδιαφέρον για την τύχη της οικογένειας στο μηδέν. Όταν οι Deadites αναλαμβάνουν δράση, η έλλειψη ταύτισης γίνεται ξεκάθαρο πρόβλημα.
Η σοβαροφάνεια και οι αστοχίες του φινάλε
Για άγνωστο λόγο, το σενάριο αποφασίζει να φορτώσει την πλοκή με βαριά μηνύματα για την κακοποίηση και το τραύμα. Στη θέση μιας φυσικής εξέλιξης του τρόμου, το έργο μάς υπενθυμίζει διαρκώς πόσο τοξικοί άνθρωποι είναι οι συγγενείς. Αυτή η σοβαροφάνεια αφαιρεί κάθε ίχνος της διασκεδαστικής τρέλας που χαρακτήριζε τις παλιές ταινίες της σειράς. Δεν υπάρχει καμία αίσθηση χαράς ή εκείνο το χαρακτηριστικό κλείσιμο του ματιού στο κοινό. Η εμμονή να μετατραπεί το έργο σε ένα ψυχολογικό δράμα πνίγει τη φρέσκια ενέργεια που οφείλει να έχει το συγκεκριμένο όνομα. Το τελικό αποτέλεσμα θυμίζει περισσότερο ένα καταθλιπτικό θρίλερ.
Φτάνοντας στην τρίτη πράξη, τα λάθη των δημιουργών γίνονται αδύνατο να κρυφτούν κάτω από το χαλί. Με διάρκεια εκατόν δέκα λεπτών, η ιστορία τραβάει πολύ περισσότερο από όσο πραγματικά αντέχει. Υπάρχουν σκηνές προς το φινάλε που μοιάζουν εντελώς περιττές και απλά κουράζουν το μάτι χωρίς να προσφέρουν ουσία. Σε αυτό προστίθεται και η άστοχη χρήση φθηνών ψηφιακών εφέ που καταστρέφουν τον ρεαλισμό που χτίστηκε με κόπο. Ένα εντελώς αχρείαστο και κακοφτιαγμένο τέλος καταφέρνει να γκρεμίσει τον ιδρώτα των ηθοποιών και την καλή δουλειά των πρακτικών εφέ. Η επιμονή σε μια ατέλειωτη κορύφωση φέρνει εξάντληση.
Οι προσπάθειες να συνδεθεί η ιστορία με τον ευρύτερο μύθο μέσα από διάφορα αντικείμενα δεν αρκούν για να φέρουν την παλιά μαγεία. Τα στοιχεία που ενώνουν το σπίτι με παλιότερες ταινίες μοιάζουν τοποθετημένα βιαστικά, απλώς για να ικανοποιήσουν τους παλιούς θεατές. Χωρίς τον Bruce Campbell και το χαρακτηριστικό του ύφος, το σύνολο μοιάζει με ένα τυπικό σύγχρονο έργο που απλώς δανείστηκε τον τίτλο. Όσο αίμα και αν ρίξεις στην οθόνη, δεν μπορείς να καλύψεις την απουσία της ψυχής που έκανε αυτή τη σειρά θρυλική.
Η απώλεια της κλασικής ταυτότητας
Το οπτικό κομμάτι αποτελεί ίσως το δυνατότερο χαρτί της παραγωγής. Η φωτογραφία παίζει έξυπνα με το σκοτάδι, αφήνοντας τα πλάσματα να εμφανίζονται ξαφνικά μέσα από τις σκιές. Τα τέρατα έχουν σχεδιαστεί με ξεκάθαρες επιρροές από κλασικά έργα όπως το “The Thing”.
Βλέποντας τη μεγάλη εικόνα, γίνεται σαφές πως η σειρά έχει χάσει τον προσανατολισμό της. Ξεχνώντας τον ξέφρενο χαβαλέ που αγαπήσαμε, προσπαθεί να σοκάρει με φθηνά μέσα. Η απόφαση να ενταχθεί ένας σκύλος στα θύματα δείχνει μια διάθεση για ακρότητες που δεν ταιριάζει στο ύφος. Ο τρόμος λειτουργεί καλύτερα όταν κρατάει ισορροπίες και δεν μετατρέπεται σε διαγωνισμό απωθητικών εικόνων. Το να προσπαθείς διαρκώς να ξεπεράσεις τα όρια της αηδίας καταλήγει να γίνεται μονότονο και προβλέψιμο. Οι δημιουργοί οφείλουν να καταλάβουν πως η ποσότητα του αίματος δεν φέρνει απαραίτητα την ποιότητα.
Προχωρώντας στον τελικό απολογισμό, το νέο πόνημα αφήνει μια αρκετά πικρή γεύση. Αρχικά σου ρίχνει στο πρόσωπο σκληρές εικόνες και εντυπωσιακή σκηνοθεσία στις σκηνές δράσης. Στη συνέχεια σε πνίγει με αδιάφορους χαρακτήρες, μεγάλο χρόνο διάρκειας και μια μόνιμη, ανούσια μαυρίλα. Το “Evil Dead Burn” ξεχνά πως οι καλές μέρες του franchise περιλάμβαναν διασκέδαση πλάι στην αγωνία. Το να παίρνεις τον εαυτό σου τόσο στα σοβαρά μέσα σε μια ιστορία με δαιμονισμένους συγγενείς, δείχνει πως δεν έχεις κατανοήσει το αρχικό υλικό.
Κλείνοντας, η ελπίδα όλων εμάς που μεγαλώσαμε με τις δημιουργίες του Sam Raimi παραμένει ζωντανή για το μέλλον. Περιμένουμε την επόμενη ταινία της σειράς να βρει ξανά εκείνη τη σπίθα που χάθηκε στις πρόσφατες κυκλοφορίες. Μέχρι τότε, η τρέχουσα προσπάθεια θα εκτιμηθεί κυρίως από το κοινό που προτιμά τον σύγχρονο, σκοτεινό κινηματογράφο. Αποτελεί ένα δυνατό πείραμα, αποτυγχάνοντας να τιμήσει τη βαριά κληρονομιά του ονόματος που κουβαλάει. Η επιστροφή στις ρίζες μοιάζει πλέον ο μόνος ασφαλής δρόμος για να μην ξεθωριάσει οριστικά ο θρύλος των παλιών ταινιών.
Artist: Morrissey
Album: I Am Not a Dog on a Chain
Label: BMG
Release Date: 20/03/2020
Genre: Indie Rock
Movie: Evil Dead Burn
Year: 2026
Duration: 110′
Genre: Horror
Director: Sébastien Vanicek
Souheila Yacoub, Tandi Wright, Hunter Doohan, Luciane Buchanan, Erroll Shand, Maude Davey
Evil Dead Burn
Μια καλογυρισμένη οπτικά σφαγή που αφήνει πίσω τις ρίζες της. Προσφέρει δυνατές συγκινήσεις στους λάτρεις του ακραίου κινηματογράφου, αγνοώντας επιδεικτικά τη χιουμοριστική φλέβα του παρελθόντος. Στέκεται τίμια αυτόνομα, αποτυγχάνοντας ταυτόχρονα ως μέλος μιας βαριάς κληρονομιάς.

