Οι Πελόμα Μποκιού ανήκουν σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ελληνικών συγκροτημάτων των οποίων η σημασία αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη από τη διάρκεια και τη δισκογραφία τους. Με παρουσία μόλις λίγων ετών, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, και έναν μόνο ολοκληρωμένο δίσκο στο ενεργητικό τους, κατάφεραν να αφήσουν ένα αποτύπωμα που μέχρι σήμερα θεωρείται θεμελιώδες για την ιστορία του ελληνικού ροκ.
Το συγκρότημα σχηματίστηκε στην Αθήνα το 1970, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου το ροκ στην Ελλάδα βρισκόταν ακόμη σε μεταβατικό στάδιο. Ανάμεσα στις αγγλόφωνες μιμήσεις των ’60s και στην αναζήτηση μιας αυθεντικής, ελληνικής φωνής. Το παράξενο όνομα “Πελόμα Μποκιού” δεν ήταν κάποιο ευφάνταστο ψευδώνυμο, αλλά προέκυψε από τις συλλαβές των επωνύμων των ιδρυτικών μελών, υποδηλώνοντας εξαρχής μια συλλογική ταυτότητα και μια απόσταση από τα συνηθισμένα πρότυπα της εποχής.
Ο αρχικός πυρήνας των Πελόμα Μποκιού αποτελούνταν από τον Νίκο Δαπέρη στη φωνή, τον Νίκο Λογοθέτη στην κιθάρα, τον Τάκη (Δημήτρη) Μαρινάκη στα τύμπανα, τον Βλάση Μπονάτσο στο μπάσο και τη φωνή και τον Γιάννη Κιουρκτσόγλου στην κιθάρα και τη σύνθεση. Όπως συνέβαινε συχνά στην ελληνική ροκ σκηνή της εποχής, η σύνθεση δεν έμεινε σταθερή: κατά τη διαδρομή τους, και ιδιαίτερα την περίοδο της ηχογράφησης του μοναδικού τους άλμπουμ το 1972, συμμετείχαν επίσης ο Τάκης Ανδρούτσος στις κιθάρες, ο Γιώργος Στεφανάκης στα πλήκτρα και ο Ηλίας Μαρινάκης στο μπάσο. Οι αλλαγές αυτές δεν αποδυνάμωσαν τον χαρακτήρα της μπάντας, αντίθετα, συνέβαλαν στη διαμόρφωση του πυκνού, ηλεκτρικού και έντονα ψυχεδελικού ήχου που έμελλε να καθορίσει την υστεροφημία της.

Στα πρώτα τους βήματα, οι Πελόμα Μποκιού κινήθηκαν στη ζωντανή, αλλά περιορισμένη, αθηναϊκή ροκ σκηνή. Οι εμφανίσεις τους σε κλαμπ όπως το Blow Up, στην Κυψέλη, τούς έφεραν σε άμεση επαφή με το νεανικό κοινό που αναζητούσε έναν πιο σκληρό ήχο. Το ρεπερτόριό τους περιλάμβανε διασκευές από καλλιτέχνες όπως ο Santana και οι Traffic, όμως ήδη από τότε ξεχώριζαν για τη συνοχή και την ένταση του παιξίματός τους.
Η καθοριστική στιγμή ήρθε με την κυκλοφορία του 45αριού “Γαρύφαλλε, Γαρύφαλλε/Μην κλαις” στις αρχές της δεκαετίας. Το τραγούδι, με ελληνικό στίχο, βρήκε απήχηση πέρα από τα στενά όρια της ροκ σκηνής και ήταν απόδειξη ότι το ροκ μπορούσε να εκφραστεί πειστικά στη μητρική γλώσσα, ακόμη και μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της δικτατορίας. Η επιτυχία αυτή, ωστόσο, δεν ήρθε χωρίς κόστος αφού ακολούθησαν εσωτερικές εντάσεις και αλλαγές στη σύνθεση, στοιχείο σχεδόν αναπόφευκτο για τα ελληνικά συγκροτήματα της εποχής.
Το 1972 οι Πελόμα Μποκιού κατέγραψαν τον μοναδικό τους μεγάλο δίσκο, που έφερε απλώς το όνομά τους. Ο δίσκος αυτός, ηχογραφημένος σε περιορισμένο χρόνο, αποτύπωσε έναν ήχο που συνδύαζε ψυχεδέλεια, μπλουζ και πρώιμα progressive στοιχεία, με έντονη ενέργεια και σκοτεινή ατμόσφαιρα. Τραγούδια όπως το “Φυλαχτό“, το “Πυρετός 42” και το “Ύμνος στη ζωή” ανέδειξαν μια μπάντα που μπορούσε να σταθεί αισθητικά δίπλα σε διεθνή σχήματα, χωρίς να χάνει τον ελληνικό της χαρακτήρα.
Παρά τη δυναμική του άλμπουμ, η πορεία του συγκροτήματος δεν είχε συνέχεια. Γύρω στο 1973, οι Πελόμα Μποκιού διαλύθηκαν, αφήνοντας πίσω τους έναν δίσκο και λίγες ηχογραφήσεις, αλλά και έναν πυρήνα ιστοριών που με τα χρόνια διογκώθηκαν και μυθοποιήθηκαν. Αργότερες μαρτυρίες μελών ξεκαθάρισαν ότι αρκετά από τα «θρυλικά» περιστατικά της εποχής ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα του μύθου παρά της πραγματικότητας, γεγονός που αντί να μειώνει τη σημασία τους, φωτίζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε το ελληνικό ροκ.
Η πραγματική κληρονομιά των Πελόμα Μποκιού αποκαλύφθηκε κυρίως εκ των υστέρων. Ο δίσκος του 1972 επανεκτιμήθηκε από νεότερες γενιές ακροατών και μουσικών, οι οποίοι τον αντιμετώπισαν ως σημείο αναφοράς για το πώς θα μπορούσε να ακουστεί ένα ελληνικό ροκ συγκρότημα χωρίς συμβιβασμούς. Σήμερα, οι Πελόμα Μποκιού δεν θεωρούνται απλώς ένα ιστορικό σχήμα, αλλά ένα από τα πρώτα παραδείγματα όπου το ελληνικό ροκ βρήκε τη δική του φωνή. Σύντομη σε διάρκεια, αλλά με καθοριστική σε σημασία.

