Τον Απρίλιο του 1976, τέσσερις τύποι από το Κουίνς κλείστηκαν σε ένα στούντιο στο Radio City Music Hall και μέσα σε επτά μέρες έγραψαν μια 29λεπτη έκρηξη που άλλαξε το DNA της ροκ. Το κόστος έφτασε μόλις τα 6.400 δολάρια. Η μπάντα ονομαζόταν Ramones και κυκλοφόρησε τον ομώνυμο δίσκο “Ramones”. Ο δίσκος ακουγόταν σαν να είχε φτιαχτεί με έναν σουγιά στο ένα χέρι και ένα χρονόμετρο στο άλλο.
Οι Ramones έστρωσαν το έδαφος για να ανθίσει το πανκ. Τα σχήματα που ακολούθησαν είχαν συχνά ξεκάθαρη πολιτική ή καλλιτεχνική ατζέντα. Το πρώτο άλμπουμ αυτής της παρέας έμοιαζε με σκέτη κατεδάφιση. Δεκατέσσερα κομμάτια εφηβικού μηδενισμού και μαύρης κωμωδίας παίχτηκαν τόσο γρήγορα και ωμά, που πολλοί DJs πέταξαν τον δίσκο στη μέση της εκπομπής τους.
Το ροκ της εποχής είχε βουλιάξει κάτω από το βάρος της υπερβολής του και οι Ramones αποφάσισαν να κόψουν κάθε περιττό στοιχείο με χειρουργική ακρίβεια. «Αυτό που κάναμε ήταν να βγάλουμε όλα όσα δεν μας άρεσαν στο rock ‘n’ roll και να χρησιμοποιήσουμε τα υπόλοιπα», είχε πει ο κιθαρίστας Johnny Ramone. Πρακτικά, αυτό σήμαινε μηδέν μπλουζ, καθόλου σόλο κιθάρας και καμία φιοριτούρα. Άφησαν μόνο παραμορφωμένα power chords, κοφτούς ρυθμούς και στίχους που εκτοξεύονταν με αφοπλιστική απλότητα.
Η γέννηση του lo-fi ήχου
Η διαδικασία στο στούντιο πάτησε στη βασική τους αρχή, δηλαδή γρήγορα, φτηνά και χωρίς δεύτερες σκέψεις. Ο παραγωγός Craig Leon της Sire Records ρίσκαρε τη δουλειά του για χάρη τους, καθώς η εταιρεία είχε συνηθίσει σε εντελώς διαφορετικούς ήχους. Ο σφιχτός προϋπολογισμός έφερε αυτοσχεδιασμούς. Ο Leon και ο Tommy Ramone αντέγραψαν τον διαχωρισμό των καναλιών από τα πρώτα άλμπουμ των The Beatles, βάζοντας το μπάσο του Dee Dee αριστερά, την κιθάρα του Johnny δεξιά, και τα φωνητικά με τα τύμπανα στο κέντρο. Το αποτέλεσμα ήταν ένας ωμός, ξεκάθαρος ήχος που λειτούργησε ως το lo-fi προσχέδιο για δεκάδες πανκ μπάντες.
Το πρώτο κομμάτι του δίσκου, το “Blitzkrieg Bop”, έχει ένα από τα πιο κολλητικά ρεφρέν. Ο Tommy Ramone σκέφτηκε το «Hey! Ho! Let’s Go!» την ώρα που κουβαλούσε τα ψώνια του. Ο μιλιταριστικός τίτλος δημιουργούσε μια περίεργη ατμόσφαιρα που ζόρισε τα στελέχη της δισκογραφικής. Ο Seymour Stein της Sire Records παραλίγο να φρενάρει την κυκλοφορία του “Today Your Love, Tomorrow The World”, μέχρι που η μπάντα άλλαξε τον αρχικό στίχο «I’m a Nazi, baby» σε κάτι πιο ήπιο. Αυτή η εσωτερική διαμάχη ξεκαθάρισε τη βασική τους πρόθεση, η οποία ήταν να προκαλούν συνεχώς χωρίς να δίνουν μαθήματα ηθικής.

Η εμμονή της μπάντας με τη συντομία βρισκόταν σε άλλο επίπεδο. Το “I Don’t Wanna Go Down To The Basement” είναι το μεγαλύτερο κομμάτι του δίσκου και κρατάει 2 λεπτά και 40 δευτερόλεπτα. Το “Judy Is A Punk” τελειώνει σε μόλις 1 λεπτό και 32 δευτερόλεπτα. Τα τραγούδια σταματούν απότομα, ακριβώς τη στιγμή που το μυαλό αρχίζει να συνηθίζει το ρεφρέν τους. Κι αυτό ήταν όλο το ζουμί, αφού οι Ramones ήθελαν τα κομμάτια τους να μοιάζουν με μετωπικές συγκρούσεις υψηλής ταχύτητας.
Κάθε κομμάτι κρύβει και μια μικρή ιστορία περιθωρίου. Το “53rd & 3rd” μιλάει για έναν βετεράνο του Βιετνάμ που καταλήγει στην πορνεία και το “Now I Wanna Sniff Some Glue” πιάνει το κενό βλέμμα της βαρεμάρας στα προάστια. Παράλληλα, το “Beat On The Brat” φωτογραφίζει το κλασικό κακομαθημένο παιδί που ο Joey ήθελε να αρχίσει στις φάπες στη γειτονιά του. Τα μέλη της μπάντας εξιστορούσαν τα προσωπικά τους βιώματα μέσα από ένα πρίσμα παραμορφωμένης κωμωδίας, ρίχνοντας φως στον πραγματικό τους εαυτό.
Ο δρόμος προς την αναγνώριση
Οι κριτικοί τα έχασαν με αυτό το άκουσμα. Ο Vin Scelsa, ένας γνωστός ραδιοφωνικός DJ της Νέας Υόρκης, σταμάτησε τον δίσκο στον αέρα, τον αποκάλεσε «θόρυβο» και έβαλε να παίξει Billy Joel. Την ίδια στιγμή, μεγάλα περιοδικά όπως το Rolling Stone και το NME αποθέωναν το θάρρος αυτής της δουλειάς. Ο μουσικοκριτικός Robert Christgau έγραψε πως νιώθει άβολα με το σκοτεινό περιεχόμενο, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα την τεράστια δυναμική του δίσκου.
Η δισκογραφική έβγαλε δύο singles, το “Blitzkrieg Bop” και το “I Wanna Be Your Boyfriend”, τα οποία έμειναν εντελώς εκτός charts. Η εμπορική αποτυχία έγινε η σκιά τους, αναγκάζοντάς τους να περιοδεύουν ασταμάτητα και να ανοίγουν συναυλίες για εντελώς αδιάφορα ονόματα. Σε ένα live στη Μασαχουσέτη, ο κόσμος αδιαφόρησε πλήρως και ο Johnny ορκίστηκε να μην ξαναπαίξουν ποτέ ως support. Τα πράγματα άλλαξαν τον Ιούλιο του 1976, όταν οι Ramones πήγαν στο Λονδίνο και έκαναν sold out στο Roundhouse. Μπάντες όπως οι The Damned, οι The Clash και οι Sex Pistols δανείστηκαν στοιχεία από τον δίσκο και το βρετανικό πανκ πάτησε το γκάζι. Ο Tony James των Generation X δήλωσε αργότερα πως «όλοι ανέβηκαν τρεις ταχύτητες την ημέρα που πήραν το πρώτο άλμπουμ των Ramones».
Το οπτικό κομμάτι έπαιξε τον ίδιο καθοριστικό ρόλο με τη μουσική. Το εξώφυλλο στοίχισε 125 δολάρια, με τη Roberta Bayley να φωτογραφίζει τα μέλη σκυφτά μπροστά σε έναν τοίχο από τούβλα, φορώντας τζιν, αθλητικά και δερμάτινα. Η αρχική ιδέα της δισκογραφικής αφορούσε ένα εικαστικό αφιέρωμα στους The Beatles, το οποίο ναυάγησε νωρίς. Αυτή η αλλαγή της τελευταίας στιγμής γέννησε το πιο πολυαντιγραμμένο εξώφυλλο στην ιστορία της μουσικής, το οποίο σήμερα βρίσκεται στο αρχείο του Museum Of Modern Art.
Ο δίσκος “Ramones” λειτούργησε ως μια γνήσια underground επιτυχία με τεράστια επιρροή. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2014 για να γίνει χρυσός, δηλαδή 38 ολόκληρα χρόνια μετά την κυκλοφορία του. Οι Joey, Johnny και Dee Dee είχαν φύγει από τη ζωή, με τον Tommy να προλαβαίνει να δει την πλακέτα λίγο πριν τον θάνατό του. Με το πέρασμα των δεκαετιών το “Blitzkrieg Bop” γιγαντώθηκε σε έναν παγκόσμιο ύμνο και το λογότυπο της μπάντας κατέκλυσε τον πλανήτη. Η πανκ αισθητική που έχτισαν, καθόρισε τον ορισμό του κουλ, μπαίνοντας με την πάροδο του χρόνου ακόμα και στις βιτρίνες των μεγάλων πολυκαταστημάτων.
Η εμπορευματοποίηση του ονόματός τους ήρθε μεταγενέστερα και δεν αλλοιώνει στο ελάχιστο τον χαρακτήρα τους. Στον πυρήνα τους, οι Ramones αποτέλεσαν ένα υψωμένο μεσαίο δάχτυλο σε μουσική μορφή. Έκαναν την επανάσταση να ακούγεται εντελώς αναπόφευκτη, παραδίδοντας δεκατέσσερα κομμάτια χωρίς ίχνος περιττού περιεχομένου. Μηδέν γυάλισμα, καμία καθυστέρηση και καμία δικαιολογία.
Τα μέλη της μπάντας έκαναν τη φασαρία τους χωρίς να ζητήσουν την άδεια κανενός. Έσκασαν σαν συμμορία και σκέπασαν τον ήδη υπάρχοντα θόρυβο με τη δική τους ηχητική βία. Οποιοδήποτε συγκρότημα ακολούθησε τα επόμενα χρόνια, όφειλε να τρέχει, να ουρλιάζει και να μην εξηγεί τα αυτονόητα. Όποιος παρέκκλινε από αυτόν τον κανόνα, απλά έμενε εκτός παιχνιδιού.

