Εβδομήντα περίπου λεπτά μουσικής αποδεικνύουν την άρνηση των Dimmu Borgir να επαναπαυτούν στις δάφνες τους. Πιο συγκεκριμένα, το “Grand Serpent Rising” προτείνει μια πολύ πιο ξεκάθαρη ηχητική κατεύθυνση καθώς αφήνει, μερικώς, στην άκρη τις υπερφορτωμένες ενορχηστρώσεις του παρελθόντος, δίνοντας τον απαραίτητο χώρο στις κιθάρες να αναπνεύσουν. Συνεπώς, χτίζεται μια εντελώς γειωμένη προσέγγιση που αποφεύγει τον περιττό εντυπωσιασμό, επιτρέποντας στις συνθέσεις να εστιάσουν στην ουσία του ακραίου ήχου.
Παράλληλα, οι Shagrath και Silenoz αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου τα ηνία, δείχνοντας τρομερή αυτοπεποίθηση μέσα από έναν δίσκο που σφύζει από ενέργεια. Έτσι, η συγκεκριμένη κατεύθυνση δημιουργεί μια αίσθηση ανανέωσης που διαπερνά ολόκληρο το εγχείρημα από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα.
Βασικό ρόλο σε αυτή τη δομική αλλαγή παίζει η πρόσφατη αποχώρηση του Galder, ο οποίος αποφάσισε να ρίξει το βάρος του στους Old Man’s Child έπειτα από είκοσι πέντε χρόνια συνεχούς παρουσίας στο συγκρότημα. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, το εναπομείναν δίδυμο κλήθηκε να καλύψει το κενό του, διαμορφώνοντας ταχύτατα νέες συνθετικές ισορροπίες. Ουσιαστικά, η συγκεκριμένη απουσία οδήγησε σε πιο προσεκτικά δομημένα τραγούδια, εμποδίζοντας τον πλεονασμό ιδεών που συχνά προκαλεί σύγχυση στον ακροατή.
Επιπλέον, η συμμετοχή του Kjell ‘Damage’ Karlsen στην κιθάρα προσφέρει φρέσκες ιδέες, δένοντας άψογα με το όραμα των ιδρυτικών μελών. Άλλωστε, ριφ και σόλο βγαίνουν στο προσκήνιο με χαρακτηριστική ευκολία, αποδεικνύοντας πως η χημεία μεταξύ των μουσικών αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο τελικό αποτέλεσμα.

Η συνολική εικόνα γίνεται ακόμα πιο συμπαγής χάρη στην κατεύθυνση της παραγωγής, με τον Fredrik Nordstrom πίσω από την κονσόλα να δημιουργεί ένα από τα πιο δεμένα αποτελέσματα στη σύγχρονη ιστορία των Dimmu Borgir. Άμα συγκρίνουμε την τωρινή κυκλοφορία με το “Eonian”, η διαφορά στην καθαρότητα των οργάνων γίνεται άμεσα αντιληπτή από την πρώτη επαφή. Για την ακρίβεια, τα τύμπανα του Daray κερδίζουν τον χώρο που τους αναλογεί στη μίξη, προσθέτοντας έναν ογκώδη παλμό που στηρίζει σταθερά ολόκληρο το οικοδόμημα.
Ταυτόχρονα, τα φυσικά ηχοχρώματα αντικαθιστούν τις υπερβολικά ψηφιακές παρεμβάσεις της προηγούμενης περιόδου, κάνοντας τα συμφωνικά στοιχεία να λειτουργούν καθαρά ως υποστηρικτικά εργαλεία ενίσχυσης της ατμόσφαιρας. Κατά συνέπεια, ο ήχος γίνεται τεράστιος, διατηρώντας ταυτόχρονα μια εντυπωσιακή διαύγεια.
Μπαίνοντας στην ουσία του δίσκου, το “Tridentium” στήνει ένα σκοτεινό κινηματογραφικό σκηνικό, όπου ήχοι βροχής και επιβλητικές απαγγελίες χτίζουν σταδιακά την ένταση προετοιμάζοντας το έδαφος για την επερχόμενη έκρηξη. Αμέσως μετά, το “Ascent” σκάει σαν οδοστρωτήρας φέρνοντας μαζί του επιθετικά ριφ, ακραίες ταχύτητες και τα χαρακτηριστικά φωνητικά του Shagrath.
Αναμφίβολα, αυτή η οργανική μετάβαση ανάμεσα στα ατμοσφαιρικά περάσματα και τα ορμητικά ξεσπάσματα αποδεικνύει την ικανότητα της μπάντας να χτίζει ολοκληρωμένες αφηγήσεις. Επιπροσθέτως, οι ταχύτητες διαδέχονται η μία την άλλη με τρομερή φυσικότητα, σβήνοντας κάθε πιθανό κενό στη ροή του κομματιού. Επομένως, η αρχή του άλμπουμ σε αρπάζει από τον λαιμό, δείχνοντας ξεκάθαρα τον δρόμο για τη συνέχεια.
Προχωρώντας στα ενδότερα, η ποικιλομορφία των συνθέσεων αναδεικνύεται στο ισχυρότερο όπλο της κυκλοφορίας. Λόγου χάρη, το “As Seen In The Unseen” εισάγει αρμονικά ακουστικές κιθάρες προτού παραδοθεί σε ένα κύμα επιθετικότητας που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Λίγο αργότερα, το “The Qryptfarer” τοποθετεί κλασικές μελωδίες πιάνου δίπλα σε brutal φωνητικά, δημιουργώντας μια επιβλητική σύνθεση γεμάτη εναλλαγές.
Στην πραγματικότητα, οι συγκεκριμένοι συνθετικοί συνδυασμοί φανερώνουν την ετοιμότητα των δημιουργών να παντρεύουν ετερόκλητα στοιχεία μέσα σε ένα ενιαίο και συμπαγές πλαίσιο. Παράλληλα, οι κιθάρες στο “At The Precipice Of Convergence” κόβουν σαν ξυράφι προσφέροντας έναν καταιγισμό ρυθμών, επιβεβαιώνοντας πως κάθε δευτερόλεπτο φαίνεται υπολογισμένο με μαθηματική ακρίβεια.
Σημαντικό σταθμό της ακρόασης αποτελεί η στοχευμένη χρήση της νορβηγικής γλώσσας σε συγκεκριμένα σημεία του έργου. Πιο συγκεκριμένα, το “Ulvgjeld & Blodsodel” εκμεταλλεύεται ιδανικά αυτό το γλωσσικό στοιχείο για να τονίσει το βάρος της θεματολογίας περί κληρονομιάς και καταβολών. Μάλιστα, ο ήχος από βαθιά πνευστά και ένα μακρινό χτύπημα ρολογιού προσθέτουν μια αίσθηση επικείμενου κινδύνου που σε καθηλώνει.
Εν τέλει, το κομμάτι διογκώνεται σταδιακά με εντυπωσιακό τρόπο, δίνοντας την εντύπωση πως παρακολουθείς ζωντανά την εξέλιξη ενός αρχαίου θρύλου. Επιπλέον, η μητρική γλώσσα ενισχύει την αυθεντικότητα της ερμηνείας προσδίδοντας επιπλέον δραματουργικό βάρος. Οπωσδήποτε, η συγκεκριμένη σύνθεση αποτελεί περίτρανη απόδειξη της ικανότητας των Dimmu Borgir να γράφουν σκοτεινά έπη.
Μακριά από τα αμιγώς επιθετικά στοιχεία, φωτεινότερες στιγμές κάνουν την εμφάνισή τους, προσφέροντας τις απαραίτητες δυναμικές διακυμάνσεις που ξεκουράζουν το αυτί. Ενδεικτικά, στο “Slik Minnes En Alkymist” οι Shagrath και Silenoz εισάγουν εντυπωσιακές πολυφωνίες και καθαρές κιθαριστικές γραμμές που ανεβάζουν το συναίσθημα της σύνθεσης. Εξάλλου, το καθαρό τραγούδι παρέχει τον απαραίτητο χώρο στη μουσική να αναπνεύσει, λειτουργώντας ως βαλβίδα αποσυμπίεσης απέναντι στην ακραία ταχύτητα. Πρακτικά, αυτές οι μελωδικές πινελιές χρωματίζουν την κυκλοφορία, αποτρέποντας το τελικό αποτέλεσμα από το να γίνει μονότονο. Ταυτόχρονα, η φωνή του Shagrath αποδεικνύει την ευελιξία της περνώντας από τα κλασικά brutal σε πιο καθαρές φόρμες με χαρακτηριστική άνεση.
Αξιοποιώντας περαιτέρω τη δυναμική των ενορχηστρώσεων, η μπάντα προσθέτει νέες στρώσεις ήχων στο δεύτερο μισό του έργου. Αρχικά, το “Shadows Of A Thousand Perceptions” εισάγει αιθέρια γυναικεία φωνητικά και απόκοσμα πλήκτρα που δημιουργούν αυτομάτως ένα στοιχειωμένο τοπίο. Αμέσως μετά, ογκώδεις κιθάρες επιστρέφουν απροειδοποίητα για να παρασύρουν τον ακροατή σε μια νέα δίνη. Αναντίρρητα, η ενσωμάτωση γυναικείων φωνητικών λειτουργεί εξαιρετικά αναζωογονητικά, εμπλουτίζοντας την ηχητική παλέτα του “Grand Serpent Rising” με ανέλπιστους και δημιουργικούς τρόπους. Στο μεταξύ, τα τύμπανα σε αυτό το σημείο αφήνουν στην άκρη τις ακραίες ταχύτητες, δίνοντας έμφαση στη λεπτομέρεια και στα πιατίνια, χτίζοντας ένα περίπλοκο ηχητικό παζλ.
Διαχειριζόμενο ένα έργο διάρκειας περίπου εβδομήντα λεπτών, οι Dimmu Borgir ζητούν την πλήρη προσοχή σου, από την αρχή μέχρι το τέλος. Φυσικά, ο τεράστιος όγκος μουσικών πληροφοριών απαιτεί πολλαπλές ακροάσεις για να αφομοιωθεί πλήρως, καθιστώντας τον δίσκο μια εμπειρία που ξεδιπλώνεται σταδιακά.
Μια ελαφρώς πιο σφιχτή επιλογή των συνθέσεων πιθανότατα θα αύξανε τον άμεσο αντίκτυπο της δουλειάς τους στις πρώτες επαφές. Σίγουρα, η ακατάπαυστη ροή ιδεών δημιουργεί τελικά έναν πλούσιο καμβά, ανταμείβοντας πλουσιοπάροχα όσους διαθέτουν την υπομονή να εμβαθύνουν στις λεπτομέρειές του. Πάντως, οι συνθέσεις αναπτύσσονται οργανικά, φανερώνοντας ατελείωτες ώρες προετοιμασίας στο στούντιο και επιβεβαιώνοντας τη φιλοδοξία των δημιουργών τους.
Πλησιάζοντας προς το τέλος, το ενδιαφέρον παραμένει αμείωτο χάρη στη διαδοχή εξίσου δυνατών στιγμών που καθηλώνουν. Αρχίζοντας με το “Phantom Of The Nemesis”, ρίχνουν λίγο τον ρυθμό, βασιζόμενοι κυρίως στα ορχηστρικά του μέρη και στα κτηνώδη φωνητικά για να χτίσουν μια βαριά ατμόσφαιρα.
Στη συνέχεια, το “Recognizant” σε παρασέρνει σε μια τελετουργική εμπειρία που θυμίζει έντονα ξεχασμένες εποχές. Χωρίς αμφιβολία, ο συνδυασμός από πολεμικά τύμπανα, καμπάνες και χορωδιακά μέρη υψηλής αισθητικής απογειώνει τη δραματουργία του κομματιού, προσφέροντας κινηματογραφικές εικόνες. Συνολικά, η δημιουργία διαφορετικών κλιμάτων μέσα στο ίδιο έργο διατηρεί τον δυναμισμό ζωντανό.
Ολοκληρώνοντας το ταξίδι, η αυλαία πέφτει ιδανικά με το ορχηστρικό “Gjǫll”, το οποίο βασίζεται εξ ολοκλήρου στην ατμόσφαιρα παραλείποντας τα φωνητικά εντελώς. Πράγματι, ήχοι της νύχτας, ακουστικά όργανα και φυσικά στοιχεία σε αγκαλιάζουν, σβήνοντας σταδιακά την ένταση της προηγούμενης ώρας. Επομένως, το θεματικό υπόβαθρο που αφορά την ανανέωση και την αλλαγή δέρματος αντικατοπτρίζεται πλήρως στο ατμοσφαιρικό κλείσιμο αυτής της κυκλοφορίας. Μάλιστα, τα λόγια του Silenoz πως «το ερπετό συμβολίζει την ανάπτυξη και τη γνώση» βρίσκουν πλήρη εφαρμογή στη μουσική τους, προσδίδοντας στο έργο ένα σαφές ιδεολογικό στίγμα. Τελικά, οι Dimmu Borgir παρουσιάζουν την καλύτερη δυνατή εκδοχή τους στο σήμερα, κοιτάζοντας ξεκάθαρα μπροστά.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: Dimmu Borgir
Album: Grand Serpent Rising
Release Date: 22/05/2026
Label: Nuclear Blast Records
Genre: Symphonic Metal, Black Metal, Symphonic Black Metal, Symphonic Extreme Metal,
1. Tridentium
2. Ascent
3. As Seen in the Unseen
4. The Qryptfarer
5. Ulvgjeld & blodsodel
6. Repository of Divine Transmutation
7. Slik minnes en alkymist
8. Phantom of the Nemesis
9. The Exonerated
10. Recognizant
11. At the Precipice of Convergence
12. Shadows of a Thousand Perceptions
13. Gjǫll
Producer: Fredrik Nordström
Dimmu Borgir: Shagrath (Φωνή, πλήκτρα), Silenoz (Κιθάρα), Damage (Κιθάρα), Victor (Μπάσο), Daray (Τύμπανα), Gerlioz (Πλήκτρα, πιάνο)
Dimmu Borgir: Grand Serpent Rising
Μια άκρως ικανοποιητική δισκογραφική επιστροφή που δικαιώνει στο ακέραιο τους οπαδούς του είδους. Οι Νορβηγοί καταφέρνουν να παραδώσουν ένα έργο γεμάτο φρέσκες ιδέες, κρατώντας σφιχτά τα ηνία του ακραίου ήχου με περίσσια εμπειρία.

