Με μία ματιά...
Οι Riot V, η συνέχεια των Riot που ίδρυσε ο Mark Reale στη Νέα Υόρκη το 1975, γιορτάζουν τα 50 χρόνια τους με περιοδεία που περνά και από την Ελλάδα. Ο μπασίστας και επικεφαλής Don Van Stavern, μέλος από το 1983 και ένας από τους ανθρώπους πίσω από το power metal ορόσημο “Thundersteel” του 1988, κοιτά πίσω σε πέντε δεκαετίες με αλλαγές συνθέσεων, χτυπήματα και επιστροφές. Εξηγεί επίσης τι συνέβη φέτος στα φωνητικά και πού πηγαίνει η μπάντα από εδώ και πέρα.
- Το ελληνικό κοινό θα ακούσει περισσότερα κομμάτια από την περίοδο του Mike DiMeo, δίπλα στα σταθερά από τα “Thundersteel” και “Fire Down Under”.
- Ο Johnny, η φώκια με το κράνος στα εξώφυλλα των Riot, γεννήθηκε από τις διαμαρτυρίες των ’70s για το κυνήγι φωκιών, ιδέα ενός avant-garde καλλιτέχνη από το περιβάλλον του παραγωγού Steve Loeb.
- Ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Valentino Francavilla καλύπτει τις ημερομηνίες του 2026 μετά την ξαφνική αποχώρηση του Todd Michael Hall και είναι το φαβορί για τον δίσκο που σχεδιάζεται για το 2027.
Πενήντα χρόνια αφότου ο Mark Reale έστησε τους Riot στη Νέα Υόρκη, η μπάντα είναι ακόμα στον δρόμο. Ως Riot V, με τον Don Van Stavern στο τιμόνι, έρχονται τον Νοέμβριο στην Ελλάδα για τρία shows που γιορτάζουν μισό αιώνα αμερικανικού heavy και power metal. Ο Van Stavern μπήκε στη μπάντα το 1983, έβαλε το χέρι του στο “Thundersteel” και κρατά το όνομα ζωντανό από τον θάνατο του Reale το 2012. Μιλά στο DEPART για τη φώκια των εξωφύλλων, τις ατυχίες των πρώτων χρόνων, την ξαφνική αλλαγή στα φωνητικά και τη συνταγή που ακολουθεί ακόμα όταν γράφει.
Καλώς ήρθες στο DEPART. Η μπάντα ξεκίνησε το 1975 στη Νέα Υόρκη και σήμερα κλείνει πενήντα χρόνια, κάτι που ελάχιστα σχήματα του είδους έχουν καταφέρει. Πες μας τι κρατά ζωντανό αυτό το όνομα μετά από τόσες αλλαγές, ποια χρονιά έφτασε πιο κοντά στο να τελειώσουν όλα και τι θα έλεγες σήμερα σε κάποιον που θεωρεί ότι μια μπάντα πενήντα χρόνων βγαίνει στον δρόμο μόνο για τη νοσταλγία.
Don Van Stavern (Riot V): Οι Riot ξεκίνησαν το ταξίδι τους το 1975. Πριν καν μπω στη μπάντα, ο Mark μού είχε πει αρκετές ιστορίες για το πώς διαμορφώθηκε το στυλ της. Ο Mark αγαπούσε πολύ το παλιότερο rock και το διοχέτευσε στη μουσική, πρόσθεσε και το δικό του στυλ, που ήταν λίγο πιο επιθετικό. Όταν πρωτάκουσα τη μπάντα, η μουσική ήταν πολύ καλή και ξεχωριστή σε σύγκριση με πολλές μπάντες εκείνης της εποχής.
Ο Mark έλεγε ότι η μακροζωία μιας μπάντας περνά μέσα από την καλή μουσική, άρα αν συνεχίζεις να βγάζεις καλή μουσική, κρατάς το κοινό σου και προχωράς. Η μπάντα πέρασε πολλές αλλαγές μελών και διαφορετικά στυλ, και κάθε δίσκος στέκεται μόνος του, οι Riot είναι γνωστοί για ποιοτική μουσική εδώ και πολλά χρόνια. Πολλές μπάντες επηρεάστηκαν από τους Riot, ανάμεσά τους οι μεγάλοι Metallica και άλλοι.
Συνεχίζω με την ίδια συνταγή που μου έμαθε ο Mark, με τον τρόπο που θα ήθελε να συνεχίσω, παίζοντας live και γράφοντας μουσική. Σίγουρα το κάνουμε για την κληρονομιά και για τους fans, γιατί δεν βγάζουμε και πολλά λεφτά!
Το 2012 ο Mark Reale δυστυχώς έφυγε από τη ζωή και η μπάντα έπρεπε να αποφασίσει τι θα ακολουθούσε. Επέστρεψε με το όνομα Riot V, που ήταν ταυτόχρονα συνέχεια και φόρος τιμής. Σίγουρα υπήρχε και η άποψη να σταματήσετε εκεί. Πώς πάρθηκε αυτή η απόφαση, ποιος την υποστήριξε πρώτος και τι πιστεύεις ότι θα έλεγε εκείνος αν έβλεπε τη μπάντα να παίζει τα τραγούδια του σε τρεις ελληνικές πόλεις το 2026;
Ήταν δύσκολη απόφαση μετά τον πρόωρο χαμό του αρχηγού μας, Mark Reale. Μας πήρε μερικά χρόνια να αποφασίσουμε να συνεχίσουμε την κληρονομιά του. Αποφάσισα εγώ να ξεκινήσω ξανά τη μπάντα και να την κάνω και manage, αφού έχω τόση ιστορία με τους Riot. Μιλήσαμε με πρώην μέλη και φυσικά με τον πατέρα του Mark, τον Tony. Με τις αλλαγές μελών και τα διαφορετικά στυλ, ο κόσμος αγαπά διαφορετικά πράγματα, ευτυχώς μέσα σε όλα αυτά καταφέραμε να προχωρήσουμε.

Άρχισα να γράφω νέα μουσική και μετά από λίγο μίλησα με τον Mike και τις δισκογραφικές. Όλοι έδειχναν μέσα και τους άρεσε πολύ το νέο υλικό, οπότε προχωρήσαμε με το πέμπτο κεφάλαιο. Όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος “Unleash The Fire” και παίξαμε σε κάποια φεστιβάλ, οι fans ήταν εκεί για εμάς και αυτό μας κράτησε σε κίνηση.
Ένα από τα πράγματα που μας έκαναν να συνεχίσουμε ήταν ο πατέρας του Mark, που μας είπε «σας παρακαλώ, μην αφήσετε τη μουσική να πεθάνει μαζί με τον γιο μου». Αυτό κρατά ζωντανή τη μνήμη του και ήταν αρκετό για να συνεχίσουμε. Ξέρω ότι ο Mark μάς βλέπει από ψηλά και εκτιμά που προχωράμε, όπως ήθελε πριν φύγει.
Σχεδόν κάθε εξώφυλλο έχει την ίδια φιγούρα, μια φώκια με κράνος, κάτι που δεν μοιάζει με τίποτα άλλο στο heavy metal και έχει γίνει η υπογραφή σας. Ελάχιστοι ξέρουν από πού ήρθε ή γιατί άντεξε για δεκαετίες. Πες μας την ιστορία πίσω από αυτή την επιλογή, πώς αντέδρασαν οι δισκογραφικές τα πρώτα χρόνια και αν υπήρξε ποτέ στιγμή που σκεφτήκατε να την αφήσετε.
Αυτή είναι από τις πιο συχνές ερωτήσεις! Όπως οι περισσότερες heavy metal μπάντες, οι Maiden έχουν τον Eddie, οι Megadeth τον Rattlehead, εμείς έχουμε ένα φωκάκι! Για να μη μακρηγορώ, ο κουνιάδος του Steve Loeb, του παραγωγού της εποχής, ήταν avant-garde καλλιτέχνης και σκέφτηκε τις ιδέες για τα εξώφυλλα. Τότε γινόταν όλη εκείνη η διαμάχη για το κυνήγι των φωκιών, οπότε χρησιμοποίησε τα εξώφυλλα για να εκδικηθούν οι φώκιες τους ανθρώπους, όπως φαίνεται στο εξώφυλλο του “Rock City”.
Αποφάσισαν να τον κρατήσουν, είναι λίγο αλλόκοτος και έχει ταυτιστεί με τους Riot. Το αρχικό του όνομα ήταν Mighty Tior, και όταν συνεχίσαμε και βάζαμε τον Johnny σε πολλά τραγούδια μας, αποφασίσαμε να τον λέμε Johnny Tior. Με τον πέμπτο δίσκο αποφασίσαμε να τον κάνουμε πολύ γυμνασμένο και ογκώδη, σαν πολεμιστή!
Θα συνεχίσουμε να τον βάζουμε στους επόμενους δίσκους, και πάντα να λένε «η μπάντα με την καλύτερη μουσική και τα χειρότερα εξώφυλλα»! Ελπίζω αυτό να αλλάζει με την ανανεωμένη εκδοχή του Johnny Tior!
Στις αρχές των ’80s η μπάντα βρέθηκε αντιμέτωπη με προβλήματα με τη δισκογραφική, έναν δίσκο που έμεινε στο ράφι και μπέρδεμα με ένα άλλο σχήμα με παρόμοιο όνομα, που πουλούσε εκατομμύρια, μια σειρά από ατυχίες τόσο άδικη που κατέληξε στο σταμάτημα της μπάντας. Τέσσερα χρόνια αργότερα ήρθε το “Thundersteel”, με νέα σύνθεση και πολύ πιο γρήγορο και επιθετικό ήχο, και σήμερα θεωρείται θεμέλιο του αμερικανικού power metal. Πες μας τι σας κόστισε περισσότερο στην πρώτη φάση, πώς βρέθηκαν τα νέα μέλη για τη δεύτερη, ποιος πίεσε για αυτή την αλλαγή στον ήχο και πόσο ρίσκο ένιωθες ότι ήταν τη στιγμή που ξεκινούσατε ξανά από το μηδέν.
Μπήκα στη μπάντα το ‘83 μαζί με τον Mark και τα μέλη Sandy Slavin και Rhett Forrester, αφού η μπάντα είχε κάνει παύση μετά το “Born In America”. Ο Mark ερχόταν στο Texas και έκανε πρόβες με τη μπάντα μου, τους (Texas) Slayer, για να κρατά τα χέρια του σε φόρμα. Όταν αποφάσισε να ξαναβγεί στον δρόμο με τη μπάντα, ο Kip Leming δεν ήθελε να έρθει, οπότε ο Mark διάλεξε εμένα για μπασίστα. Έγραφα μουσική με τον Mark αρκετό καιρό και είχα γράψει τέσσερα τραγούδια στο “Born In America”, παρότι δεν ήμουν στη μπάντα.
Πήγαμε το υλικό σε δισκογραφικές χωρίς αποτέλεσμα και η σκηνή άλλαζε λίγο, οπότε αποφασίσαμε να πάμε προς άλλη κατεύθυνση, κάτι σαν τη μουσική των Narita. Τα κομμάτια “Thundersteel” και “Fight Or Fall” ήταν κομμάτια της solo μπάντας του Mark, των Narita. Εκείνη την εποχή οι Priest και οι Maiden ήταν πολύ δημοφιλείς, οπότε πήγαμε πιο πολύ προς το metal. Εγώ ερχόμουν από power metal μπάντα και ο Mark από hard rock, και ο συνδυασμός δούλεψε.
Ο Sandy δεν ήταν πολύ με αυτό το στυλ και ο Rhett ήθελε να το δοκιμάσει και τελικά αποχώρησε, οπότε έπρεπε να βρούμε μουσικούς. Κάποιοι από τους managers του στούντιο ήξεραν δυο-τρεις ανθρώπους και ένας μας μίλησε για τον Tony Moore. Φέραμε τον Tony για οντισιόν, τραγούδησε μερικά νέα demos και κλασικά κομμάτια και μας κέρδισε αμέσως, είχε φοβερή φωνή.
Ντράμερ στα πρώτα τέσσερα κομμάτια ήταν ο Mark Edwards από τους Steeler, τη μπάντα απ’ όπου βγήκε ο Yngwie. Μετά είχε δέσμευση με τους Lion, οπότε έπρεπε να βρούμε ντράμερ. Επειδή είχα παίξει με τον Ronnie στους Slayer και ο αδελφός του, ο Bobby Jarzombek, ήταν φοβερός, τον πρότεινα και άρεσε σε όλους.
Η επιστροφή ήταν εκπληκτική, γιατί σε όλους άρεσε το “Thundersteel”. Σίγουρα ήταν διαφορετικό, όπως όταν μπήκε ο Rhett στη μπάντα και υπήρξε κάποιος δισταγμός, και στο τέλος ο κόσμος το αγάπησε. Είναι μάλλον μία από τις σημαντικότερες συνθέσεις στην ιστορία της μπάντας. Εμείς είμαστε σίγουρα οι «Loud» Riot και δεν στηριχτήκαμε σε διασκευές των Slade για να γίνουμε δημοφιλείς και να βγάλουμε εκατομμύρια!
Η αλλαγή στα φωνητικά ήρθε πολύ λίγο πριν από τις φετινές ημερομηνίες και ο άνθρωπος που κάλυψε το κενό είχε ήδη παίξει μαζί σας στην Ιαπωνία ως κιθαρίστας. Πρόκειται για υλικό που έχουν τραγουδήσει πριν από αυτόν τέσσερις διαφορετικοί τραγουδιστές, ο καθένας με τον δικό του χαρακτήρα, οπότε η επιλογή δεν ήταν απλή υπόθεση. Η λύση ανακοινώθηκε ως προσωρινή για τη φετινή περιοδεία, με το μόνιμο να μένει ανοιχτό, κάτι που η μπάντα έχει ξαναζήσει και πάντα βρήκε τρόπο να το ξεπεράσει. Πες μας πώς έγινε εκείνο το τηλεφώνημα και πόσο χρόνο είχατε για να τα στήσετε όλα, τι σας έδειξε ότι θα δουλέψει, πόση ελευθερία του δίνετε να βάλει τη δική του σφραγίδα σε τραγούδια που το κοινό ξέρει απ' έξω με άλλη φωνή και πού βρίσκεται σήμερα το θέμα του μόνιμου τραγουδιστή.
Ο Valentino Francavilla μάς βοήθησε πάρα πολύ, αφού ο Todd έφυγε απότομα λόγω οικογενειακών προβλημάτων, ενώ είχε ήδη δεσμευτεί για τις περιοδείες του 2026. Επικοινωνήσαμε με μερικούς τραγουδιστές και μετά ο Mike πρότεινε τον Valentino, γιατί η μπάντα του είχε ανοίξει για εμάς στην Ιαπωνία και τα φωνητικά του ακούγονταν υπέροχα. Είναι και βιρτουόζος της κιθάρας και μεγάλος fan της μπάντας. Είχε ανέβει και είχε τραγουδήσει το “Warrior” μαζί μας, και είχε το στυλ που προτιμάμε, γιατί συνεχίζουμε με τις ψηλές περιοχές του Tony Moore.
Χάρηκε πολύ που θα τραγουδούσε σε μία από τις αγαπημένες του μπάντες και εμείς χαρήκαμε πολύ που μας έσωσε και δεν χρειάστηκε να ακυρώσουμε τίποτα το 2026. Είναι εξαιρετικός live, έχει το δικό του στυλ και αποδίδει πολύ καλά κάθε εποχή. Δεν έχουμε πάρει ακόμα οριστική απόφαση, θα κυκλοφορήσουμε όμως νέο δίσκο το 2027, πιθανότατα με τον Valentino.
Ο τελευταίος δίσκος έχει δώδεκα κομμάτια και κινείται ανάμεσα σε γρήγορο heavy, power και καθαρόαιμο hard rock, δηλαδή τρεις διαφορετικές ψυχές που κουβάλησε η μπάντα σε τρεις διαφορετικές δεκαετίες. Αυτό πάντα φέρνει το ερώτημα πόσο μεγάλος πρέπει να είναι ένας δίσκος και πόσα στυλ χωράνε μέσα του. Πες μας ποιος αποφασίζει τι μένει και τι κόβεται, αν συζητήθηκε ποτέ μια πιο σύντομη εκδοχή και πώς κρίνετε ότι δύο τραγούδια με τόσο διαφορετικό χαρακτήρα ανήκουν στον ίδιο δίσκο.
Εγώ γράφω τα περισσότερα τραγούδια και αποφασίζω ποια θα μπουν στον δίσκο. Στην πραγματικότητα γράφουμε πολλά και μετά αποφασίζουμε. Έχω ήδη γράψει καμιά δωδεκαριά τραγούδια και θα διαλέξω τα καλύτερα. Χρησιμοποιώ πάντα τη συνταγή της power metal περιόδου μου. Μου αρέσει πολύ να γράφω sing-alongs και ρεφρέν που το κοινό μπορεί να τα τραγουδήσει μαζί μας, όπως τα “Fight Or Fall” και “Flight Of The Warrior”, οπότε αυτό διοχετεύω όταν γράφω.
Προσπαθώ να ανακατεύω power metal και rock τραγούδια, καμιά φορά και κάποια πιο περίπλοκα riffs και ρυθμικά μέρη, και μετά προσθέτουμε μερικά κομμάτια του Mike, που είναι πιο κοντά στην εποχή του DiMeo. Όταν ετοιμάζομαι για νέα κυκλοφορία, σκέφτομαι όλες τις εποχές και πώς καθόμασταν με τον Mark να γράφουμε, και σκέφτομαι τι θα είχαμε βγάλει. Ήταν εξαιρετικός συνεργάτης στις ιδέες και το χρησιμοποιώ μέχρι σήμερα.
Φυσικά, αφού έρχομαι από την εποχή του “Thundersteel”, γράφω πάντα μερικά power metal κομμάτια και μετά σκέφτομαι τα “Narita” και “Fire Down Under” και γράφω κάποια rock τραγούδια, όπως έκανα στο “Mean Streets”. Προσπαθώ να ικανοποιήσω κάθε εποχή για τους fans που μας ακολουθούν τόσα χρόνια. Οι fans μένουν μαζί σου όσο βγάζεις ποιοτική μουσική, και ευτυχώς μπορούμε ακόμα να το κάνουμε.
Μια μπάντα με τόσα χρόνια και τόσο αναγνωρίσιμο ήχο έχει μόνιμα ένα δίλημμα, από τη μία να δίνει στον κόσμο αυτό που περιμένει και από την άλλη να ρισκάρει κάτι που μπορεί να τον ξενίσει. Το “Thundersteel” ήταν πραγματικό ρίσκο τότε και βγήκε. Πες μας πού τραβάς αυτή τη γραμμή σήμερα όταν γράφεις, ποιο τραγούδι των τελευταίων χρόνων ένιωσες ως το πιο τολμηρό και αν υπήρξε ιδέα που ήρθε και έμεινε στην άκρη επειδή ήταν πολύ μακριά από αυτό που θεωρείται ο ήχος της μπάντας.
Όταν αποφάσισα να συνεχίσω με τη μπάντα, όντας αρχικό μέλος από την εποχή του “Thundersteel”, ένιωσα ότι έπρεπε να πάμε προς αυτή την κατεύθυνση, με μουσικούς αυτού του επιπέδου και στο ίδιο στυλ. Πάντα έγραφα μουσική τύπου “Thundersteel” και συνεχίζω να το κάνω, και είχα επίσης κάποια πράγματα με πιο παλιό rock ήχο για όσους τα αγαπούν. Σκέφτομαι πάντα τι θα γράφαμε εγώ και ο Mark, και βασικά αυτό κάνω.
Οι δίσκοι πάνε πολύ καλά και ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία των Riot που η ίδια σύνθεση έπαιξε σε τρεις δίσκους! Υπάρχουν μερικά κομμάτια που ξεχωρίζουν, με τη φλέβα του “Thundersteel”, και μου αρέσουν, τα “Metal Warrior”, “Heart Of A Lion”, “Hail To The Warriors”, και έβαλα κι ένα rock τραγούδι τύπου “Grinder”, το “Feel The Fire”, που επίσης αρέσει πολύ. Κάπως ξέρω τη συνταγή των Riot που αγαπούν οι fans και έτσι συνεχίζω να βρίσκω ιδέες.
Η αποχώρηση του Todd ήρθε ως σοκ. Πώς το μάθατε και τι έκανε τον Valentino τη σωστή φωνή για να σηκώσει κάθε εποχή της μπάντας;
Ο προηγούμενος τραγουδιστής, ο Todd, παραιτήθηκε απότομα με ένα τηλεφώνημα και ένα email, κάτι που μας σόκαρε λίγο. Μιλήσαμε μαζί του και του είπαμε να πάει να μιλήσει με κάποιον ειδικό και να λύσει τα θέματά του. Εκείνος πίστευε ότι η αποχώρησή του από τη μπάντα θα ήταν το καλύτερο για την οικογενειακή του κατάσταση, οπότε βρεθήκαμε σε δύσκολη θέση.
Ευτυχώς η ιδέα του Mike για τον Valentino δούλεψε καλά, γιατί έχει λίγη περισσότερη ζεστασιά στη φωνή του και δεν είναι μόνο υψίφωνος όπως ο Todd. Έτσι μπορεί να τραγουδήσει όλες τις εποχές της μουσικής μας και τα πάει υπέροχα με τα κομμάτια των Guy, Rhett, Tony και Mike. Μας βοήθησε και κατάλαβε ότι μπορεί να μην είναι μόνιμο, εκτιμήσαμε πολύ που το έκανε και είναι και πολύ καλός άνθρωπος για να ταξιδεύεις μαζί του.
Έχετε δεκαεπτά δίσκους πίσω σας και ένα κοινό που έρχεται με εντελώς διαφορετικές προσδοκίες, άλλοι για τα πρώτα χρόνια, άλλοι για το 1988, άλλοι για το νεότερο υλικό, και φέτος από πάνω και η επέτειος των πενήντα χρόνων. Ενενήντα λεπτά πρέπει να σηκώσουν πέντε δεκαετίες, κάτι που κάνει το setlist μάχη από μόνο του, και οι τρεις ελληνικές βραδιές είναι τρεις διαφορετικοί χώροι με τρία διαφορετικά κοινά. Πες μας ποιος φτιάχνει αυτή τη λίστα και με ποια κριτήρια, πόσο αλλάζει από πόλη σε πόλη, ποιο τραγούδι δεν φεύγει ποτέ από το set και γιατί, ποιο θα ήθελες πολύ να παίξεις και δεν χωράει ποτέ και αν υπάρχει τραγούδι που ζητά το κοινό και το έχεις βαρεθεί.
Εγώ φτιάχνω πάντα τα setlists και προσπαθώ να βάζω όσο περισσότερα τραγούδια από κάθε εποχή γίνεται. Με τόσους δίσκους είναι πάντα δύσκολο να βγει το τέλειο setlist. Αν παίζαμε μερικά τραγούδια από κάθε δίσκο, θα παίζαμε τρεις ώρες, και στοιχηματίζω ότι στους fans θα άρεσε! Πάντα προσπαθούμε να διαλέγουμε μερικά από κάθε δίσκο και να τα ανακατεύουμε live.
Κάπως ξέρω τι αρέσει σε κάθε περιοχή και ποια στυλ, και στην Ελλάδα θα παίξουμε περισσότερα τραγούδια της εποχής του DiMeo, αφού εκείνη η περίοδος ήταν δημοφιλής εκεί. Θα παίξουμε κάποια κομμάτια που έχουμε καιρό να παίξουμε και φυσικά τα σταθερά που έρχεται ο κόσμος να ακούσει. Οι πιο δημοφιλείς δίσκοι ήταν πάντα το “Thundersteel” και το “Fire Down Under”.
Πενήντα χρόνια μετά, η μπάντα κουβαλά δίσκους που θεωρούνται κλασικοί, ανθρώπους που δεν είναι πια εδώ και ένα κοινό που δεν έφυγε ποτέ. Ήταν μια διαδρομή γεμάτη ατυχίες, απώλειες και νέα ξεκινήματα, και συνεχίζεται. Πες μας ποια θεωρείς τη μεγαλύτερη δικαίωση όλων αυτών, τι θα ήθελες να γραφτεί για αυτό το όνομα όταν κάποτε κλείσει το κεφάλαιο και τι θα έλεγες σε έναν νεότερο μουσικό που ξεκινά σήμερα και βλέπει πόσο δύσκολο είναι να κρατήσεις μια μπάντα ζωντανή. Σε ευχαριστούμε πολύ για τον χρόνο σου, καλή επιτυχία στην περιοδεία και τα λέμε εδώ.
Οι Riot είναι οικογένεια και έτσι το αντιμετωπίζουμε. Γι’ αυτό καμιά φορά φέρνουμε τον Rick Ventura, και σε κάποια shows είχαμε μαζί μας και τον αείμνηστο L.A. Kouvaris. Είμαστε τυχεροί που οι fans ήταν εκεί μαζί μας και κάποιοι είναι μαζί μας ακόμα και σήμερα. Δεν θα συνεχίζαμε αν δεν ήταν αυτοί.
Η μουσική βιομηχανία σίγουρα είναι διαφορετική σήμερα από ό,τι στα πρώτα χρόνια, και το στυλ της μουσικής έχει αλλάξει λίγο. Οι νέες μπάντες που ανεβαίνουν είναι πάρα πολλές και κάποιες παίζουν old school metal, οι Void και οι Tailgunner είναι από τις καλές. Είναι σίγουρα δύσκολα τώρα, αλλά βρείτε καλό management, γράψτε καλά τραγούδια και μπείτε σε καλές περιοδείες, αυτά θα βοηθήσουν να ανέβει η μπάντα σας.
Είχαμε ατυχίες, ευτυχώς από τότε που συνεχίσαμε με το πέμπτο κεφάλαιο όλα πάνε υπέροχα και ατυχίες δεν υπάρχουν. Μάλλον έχουμε ακόμα μερικά χρόνια μπροστά μας, θα βγάλουμε δυο-τρεις δίσκους ακόμα και θα κάνουμε περιοδείες. Μεγαλώνουμε, είμαστε στα 60 μας, εγώ ξεκίνησα στα είκοσί μου και συνεχίζω.
Δεν έχουμε τη χλιδάτη glam ζωή των μεγαλύτερων μπαντών και κάποιες περιοδείες τις κάνουμε σαν να είμαστε ακόμα νέοι. Τα σώματά μας μπορεί να κινούνται πιο αργά, τα δάχτυλά μας παίζουν ακόμα πιο γρήγορα, οπότε θα συνεχίσουμε LOL.
Τα λέμε σύντομα!
Shine On!


