Με μία ματιά...
Ένας ντράμερ που έφυγε και ένα σχήμα που κατάλαβε ότι δεν τον χρειαζόταν ποτέ. Στη θέση του μπήκαν τύμπανα που ακούγονται από δύο κοιλάδες μακριά. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε ο Tolkien, και το black metal πήρε έναν δρόμο που δεν είχε ξαναπάρει.
- Δεκαετίες μετά παραμένει το μέτρο σύγκρισης για κάθε δίσκο epic atmospheric black metal.
- Εδώ το black metal αντάλλαξε την ταχύτητα με την ατμόσφαιρα και απέκτησε ένα ολόκληρο νέο ιδίωμα.
- Ο Protector και ο Silenius, μετά την αποχώρηση του Trifixion, έστησαν μόνοι τους τον ήχο που ακολούθησαν δεκάδες.
“Marching Homewards”. Ο τίτλος και μόνο λέει σχεδόν τα πάντα για το τι συμβαίνει μέσα σε αυτόν τον δίσκο, μια φυλή που βαδίζει προς το σπίτι της και δεν φτάνει ποτέ. Στις 16 Οκτωβρίου 1995 κυκλοφόρησε το “Minas Morgul” των Summoning και το black metal απέκτησε μια παραλλαγή που μέχρι τότε δεν υπήρχε σε αυτή τη μορφή. Και παρότι από τότες έχουν περάσει δεκάδες χρόνια, οι επιλογές του, από τα προγραμματισμένα ντραμς μέχρι τα φθηνά synth, αντιγράφονται ακόμα από σχήματα που δεν είχαν καν γεννηθεί το 1995.

Υπάρχει μια απλή λογική πίσω από αυτό. Όταν ένας δίσκος φτιάχνει ένα είδος από την αρχή, η συζήτηση για το αν είναι καλός ή όχι χάνει λίγο το νόημά της. Το epic black metal ξεκινάει ουσιαστικά από εδώ, και όσα σχήματα το υπηρέτησαν μετά κουβαλάνε το DNA αυτού του δίσκου. Αυτό είναι και το μόνο επιχείρημα που χρειάζεται κανείς για να του δώσει τη θέση που του αναλογεί.
Μήπως το “Minas Morgul” είναι το πραγματικό ντεμπούτο των Summoning;
Οι Summoning ξεκίνησαν από τη Βιέννη στις αρχές των ’90s και το πρώτο τους άλμπουμ, το “Lugburz”, κυκλοφόρησε μόλις επτά μήνες νωρίτερα. Ήταν ένας δίσκος κλασικού black metal, γρήγορος, με αληθινά τύμπανα και αρκετή φασαρία. Η αποχώρηση του Trifixion άλλαξε τα πάντα, επειδή ο Protector και ο Silenius έμειναν μόνοι τους και ξαναέστησαν τον ήχο από το μηδέν. Το κοινό του σχήματος μιλάει μέχρι σήμερα για το “Minas Morgul” σαν να ήταν το πρώτο τους άλμπουμ, και έχει ένα δίκιο σε αυτό.
Σε πρακτικό επίπεδο οι αλλαγές είναι μετρήσιμες. Τα γρήγορα riff υποχώρησαν και στη θέση τους μπήκε ένα αργό, τεντωμένο tremolo picking που αφήνει τις νότες να κρατάνε, ενώ τα πλήκτρα ανέβηκαν μπροστά σε κάθε κομμάτι και τα τύμπανα έγιναν προγραμματισμένα με τεράστιο reverb. Το αποτέλεσμα ακούγεται λιγότερο σαν συγκρότημα που παίζει σε ένα δωμάτιο και περισσότερο σαν το soundtrack μιας ταινίας που δεν γυρίστηκε ποτέ. Οι ταχύτητες έπεσαν σε μεσαία ζώνη και τα κομμάτια απλώθηκαν άνετα πάνω από τα επτά λεπτά.
Πώς οι Summoning αποφάσισαν να μην έχουν ντράμερ
Η εξήγηση έχει δοθεί από τους ίδιους σε συνεντεύξεις. Ο Protector έχει πει ότι ο αληθινός ντράμερ ήταν το στοιχείο που χαλούσε τη μουσική τους και ότι τα κανονικά ρυθμικά μοτίβα δεν ταίριαζαν πουθενά μέσα σε αυτήν. Αυτό που ήθελε ήταν βαθιά tom toms, τύμπανα πορείας και κρουστά που θυμίζουν στρατό σε κίνηση, όχι ρυθμούς που κουνάνε το κεφάλι. Τα blast beats και τα breaks θα κατέστρεφαν το κλίμα που έψαχνε.
Ακούγοντας τον δίσκο καταλαβαίνεις τι εννοούσε. Τα τύμπανα δεν προσπαθούν καν να περάσουν για αληθινά, χτυπάνε μακριά και βαριά σαν να έρχονται από διπλανή κοιλάδα, και αυτή η απόσταση είναι που δίνει στα κομμάτια το μέγεθός τους. Μαζί με τα πλήκτρα φτιάχνουν ένα τείχος που κανονικά ζητάει ορχήστρα και μπάτζετ, εδώ όμως βγαίνει από δύο άτομα και φθηνό εξοπλισμό. Το μυστικό βρίσκεται στις ενορχηστρώσεις και όχι στα χρήματα που ξοδεύτηκαν.
Η σχέση κιθάρας και πλήκτρων είναι το δεύτερο μισό της εξίσωσης. Τα riff σε κάθε κομμάτι είναι ελάχιστα και επιστρέφουν ξανά και ξανά με μικρές παραλλαγές, όπως γίνεται στους ambient δίσκους, ενώ από πάνω τους τα πλήκτρα κρατάνε τη μελωδία. Αν έλειπε η κιθάρα θα έμενε ένα κακόγουστο synth άλμπουμ, αν έλειπαν τα πλήκτρα θα έμενε μισός δίσκος black metal, και εκεί ακριβώς βρίσκεται η αξία της ισορροπίας τους. Τα φωνητικά μπαίνουν πιο πίσω στη μίξη και λειτουργούν σαν αφηγητής, με ρυθμό που ακολουθεί τον στίχο και όχι το μέτρο της μπάντας.
Σε τι αναφέρονται τα κομμάτια του δίσκου;
Όλος ο δίσκος πατάει πάνω στον J. R. R. Tolkien, με έμφαση στις σκοτεινές γωνιές του κόσμου του, και η σειρά των κομματιών είναι στημένη σαν αφήγηση. Ανοίγει με το “Soul Wandering”, ένα σύντομο κομμάτι μόνο με πλήκτρα που δεν βιάζεται να πει κάτι και απλώς στήνει το σκηνικό. Αμέσως μετά μπαίνει το “Lugburz” και ακούγεται για πρώτη φορά ολόκληρη η συνταγή, με αργή κιθάρα γεμάτη echo, προγραμματισμένα τύμπανα και φωνητικά που ξύνουν. Από εκεί και πέρα ο δίσκος δεν αλλάζει ταυτότητα, αλλάζει μόνο τοπίο.
Το τρίτο κομμάτι, το “The Passing Of The Grey Company”, είναι και το πιο αναγνωρίσιμο όλων. Ξεκινάει με ένα μελωδικό μοτίβο στα πλήκτρα που θυμίζει μουσική από παλιό video game και στη συνέχεια μπαίνουν τα τύμπανα σε ρυθμό βαδίσματος. Ο στίχος ακολουθεί αυτή τη βάδιση κατά γράμμα, αφού περιγράφει την πορεία προς την πέτρα του Erech, εκεί όπου ο κληρονόμος του θρόνου καλεί τον στρατό των νεκρών που είχαν αθετήσει τον όρκο τους. Το “Morthond” μένει στην ίδια εκστρατεία, ξεκινάει ήσυχα και χτίζει προς ένα βαρύ χτύπημα που κουμπώνει με τη μάχη που περιγράφεται από πάνω.
Από εκεί και έπειτα το κλίμα σκοτεινιάζει κι άλλο. Το “Marching Homewards” είναι η πιο καθαρή εκδοχή της πένθιμης πορείας που διατρέχει ολόκληρο τον δίσκο, με έναν λαό που βαδίζει προς ακτές που δεν υπάρχουν. Ανάμεσα σε αυτά στέκεται το “Orthanc”, ορχηστρικό και μηχανικό, με ηλεκτρονικό μπάσο που δεν μοιάζει με τίποτα άλλο στη δισκογραφία τους. Στο “Ungolianth” η ματιά αλλάζει πλευρά, καθώς αφηγητής γίνεται ο Morgoth, η πιο κοντινή εκδοχή Σατανά που διαθέτει ο Tolkien, και απευθύνεται στο πλάσμα που θα καταστρέψει τα Δύο Δέντρα.
Το “Dagor Bragollach” αφηγείται κανονική μάχη με χρονολογία, φωτιά που ξεχύνεται από το Thangorodrim και δράκο που μπαίνει στο πεδίο, ενώ μουσικά είναι από τα πιο νευρικά κομμάτια εδώ, με ξεκινήματα και σταματήματα γύρω από τα φωνητικά. Το “Through The Forest Of Dol Guldur” πάει στην αντίθετη κατεύθυνση και φέρνει το πιο φωτεινό μοτίβο κιθάρας του δίσκου, με στίχους που κινούνται μέσα σε ομίχλη ψάχνοντας κάτι βαθιά κάτω από το έδαφος. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο δείχνει πόσο εύρος χωράει μέσα στην ίδια φόρμουλα.
Τα δύο τελευταία κομμάτια κλείνουν τον κύκλο. Στο “The Legend Of The Master-Ring” η κιθάρα υποχωρεί και τη μελωδία την κρατάνε τα πλήκτρα, ενώ ο στίχος πιάνει το πιο γνωστό ποίημα των δαχτυλιδιών και το μεταφέρει σχεδόν αυτούσιο. Το “Dor Daedeloth” αναλαμβάνει το φινάλε και δουλεύει σαν θεατρικό σε πράξεις, περνώντας από ήρεμα πλήκτρα σε δραματική κορύφωση και καταλήγοντας σε μια ακόμα πορεία που σβήνει καθώς τελειώνει ο δίσκος.
Η προέλευση του εξωφύλλου
Ένα ακόμα κομμάτι της ιστορίας αφορά το εξώφυλλο, που δεν ζωγραφίστηκε για τον δίσκο. Πρόκειται για πίνακα του Mark Harrison με τίτλο “The Call Of The Sword”, φτιαγμένο το 1988 για το ομώνυμο βιβλίο του Roger Taylor. Ο τίτλος του άλμπουμ έρχεται από την πεσμένη πόλη των βιβλίων, τη Minas Ithil, που πέρασε στα χέρια των Nazgûl και μετονομάστηκε σε Minas Morgul, τον πύργο της μαύρης μαγείας. Δύσκολα βρίσκεις πιο ταιριαστό όνομα για το τι ακούγεται μέσα.
Πόσο άλλαξαν το black metal οι Summoning;
Η επίδραση φαίνεται καθαρά στα χρόνια που ακολούθησαν. Μετά το 1995 τα πλήκτρα σταμάτησαν να είναι διακοσμητικό στο black metal και έγιναν βασικό όργανο, κάτι που άνοιξε την πόρτα σε ολόκληρη τη σχολή του dungeon synth. Σχήματα όπως οι Caladan Brood χτίστηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου πάνω σε αυτή τη συνταγή, από το reverb των ντραμς μέχρι τη δομή των κομματιών. Οι Bathory και ο Burzum είχαν ακουμπήσει κάτι παρεμφερές νωρίτερα, χωρίς να το κάνουν μέθοδο.
Μέσα στο ίδιο το σχήμα η συνέχεια ήταν δεδομένη. Κάθε επόμενος δίσκος πάτησε στο ίδιο μοτίβο με καλύτερη παραγωγή και μεγαλύτερη σιγουριά, χωρίς να πειράξει τη βασική ιδέα. Το “Minas Morgul” παραμένει το σημείο όπου οι Summoning κατάλαβαν τι ακριβώς είναι και τι θέλουν να κάνουν. Τριάντα ένα χρόνια μετά, λίγοι το έχουν πλησιάσει στο δικό του παιχνίδι, και ακόμα λιγότεροι έχουν καταφέρει να το περάσουν.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: Summoning
Album: Minas Morgul
Label: Napalm Records
Release Date: 16/10/1995
Genre: Epic black metal
1. Soul Wandering (Instrumental)
2. Lugburz
3. The Passing of the Grey Company
4. Morthond
5. Marching Homewards
6. Orthanc
7. Ungolianth
8. Dagor Bragollach
9. Through the Forest of Dol Guldur
10. The Legend of the Master-Ring
11. Dor Daedeloth
Producer: Summoning, Georg Hrauda
Summoning: Protector (Φωνή, πλήκτρα, κιθάρα), Silenius (Μπάσο, φωνή, πλήκτρα)
Summoning (OW) | Bandcamp | Deezer | Facebook | Instagram | SoundCloud | Spotify | Tidal | YouTube
