Με μία ματιά...
Ο Andrew Eldritch και η σκοτεινή αισθητική του επαναπροσδιόρισαν τον βρετανικό εναλλακτικό ήχο. Οι The Sisters of Mercy γκρέμισαν τα στερεότυπα, παντρεύοντας μηχανικούς ρυθμούς με κιθαριστική ορμή. Μέχρι σήμερα, παραμένουν το απόλυτο σύμβολο της καλλιτεχνικής αυτονομίας.
- Η κληρονομιά τους αποδεικνύει πως η αυστηρή ανεξαρτησία από τα μουσικά labels γεννά έναν πραγματικά αθάνατο καλλιτεχνικό θρύλο.
- Η μπάντα άλλαξε τους κανόνες του post-punk, χτίζοντας ένα βαρύ, χορευτικό ρυθμικό μοτίβο που ενέπνευσε αμέτρητους μεταγενέστερους δημιουργούς.
- Η δισκογραφική τριλογία της δεκαετίας του '80 καθιέρωσε το συγκρότημα, παντρεύοντας τον underground θόρυβο με την απόλυτη εμπορική αποδοχή.
Σήμερα, αρκετές δεκαετίες μετά την ίδρυσή τους, οι The Sisters of Mercy παραμένουν ένα από τα πιο αινιγματικά κεφάλαια της βρετανικής σκηνής. Το σχήμα κατάφερε να επιβιώσει και να γεμίζει αρένες χωρίς να έχει κυκλοφορήσει ούτε ένα νέο δίσκο από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο Andrew Eldritch κράτησε τα ηνία με σιδερένια πυγμή, αρνούμενος να παίξει το παιχνίδι της μουσικής βιομηχανίας. Η άρνησή του να συμβιβαστεί με τις απαιτήσεις των δισκογραφικών εταιρειών μετέτρεψε την μπάντα σε ένα αυτόνομο όχημα. Έτσι, αντί να αναπολούν τα μεγαλεία, προτίμησαν να παραμείνουν ένας ζωντανός οργανισμός.
Όλα ξεκίνησαν το 1980 στην καρδιά του Leeds, όταν μερικοί φοιτητές αποφάσισαν να φτιάξουν κάτι δικό τους, αγνοώντας την πεπατημένη του post-punk. Η ριζοσπαστική τους κίνηση ήταν να αντικαταστήσουν τον ντράμερ με ένα drum machine, το οποίο ονόμασαν Doktor Avalanche. Ο τραγουδιστής δήλωσε πως αυτό το μηχάνημα κάνει τη δουλειά ενός ολόκληρου σετ, σημειώνοντας πως «έρχεται χωρίς να κουβαλάει κάποιον ηλίθιο μαζί του». Αυτή η μηχανική ρυθμική βάση σε συνδυασμό με τις κιθάρες δημιούργησε τον χαρακτηριστικό ήχο που τους έκανε να ξεχωρίσουν. Επιρροές όπως οι Suicide έδωσαν στο αποτέλεσμα μεγάλο βάθος.

Πίσω από την επιτυχία κρύβεται η ιδιάζουσα προσωπικότητα του frontman τους. Αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά, ίσως να έκανε καριέρα αλλού, καθώς παραδέχεται πως «προοριζόμουν μάλλον για το BBC ή το Υπουργείο Εξωτερικών». Η ζωή ωστόσο τον έφερε στα μικρόφωνα, όπου καθιέρωσε τη βαρύτονη φωνή του και την εικόνα με τα μόνιμα γυαλιά ηλίου. Ήταν ένας τρόπος να κρατά το κοινό σε απόσταση, διατηρώντας τον έλεγχο. Ο ίδιος αποδομούσε πάντα την εικόνα του σκοτεινού άρχοντα που του χρέωναν, εξηγώντας πως απλώς του αρέσει να διατηρεί την ιδιωτικότητά του.
Η δικαστική διαμάχη: Ποιος κέρδισε τα δικαιώματα του ονόματος;
Κάποια στιγμή η εσωτερική ισορροπία χάλασε, οδηγώντας σε μία από τις πιο γνωστές συγκρούσεις στην ιστορία της εναλλακτικής μουσικής. Τα μέλη της πρώτης σύνθεσης, Wayne Hussey και Craig Adams, αποχώρησαν και προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα The Sisterhood. Ο ιδρυτής της μπάντας κινήθηκε αστραπιαία, ηχογράφησε ένα άλμπουμ κάτω από το ίδιο όνομα και πρόλαβε να κατοχυρώσει τα δικαιώματα. Αυτή η στρατηγική κίνηση τού εξασφάλισε τον έλεγχο του brand, αφήνοντας τους συνεργάτες του να ψάχνουν νέα ταυτότητα.
Με το τοπίο πλέον καθαρό, το σχήμα πέρασε στην πιο φιλόδοξη φάση του με το άλμπουμ “Floodland“. Ο ήχος έγινε πιο ευρύς, ενσωματώνοντας χορωδίες και στοιχεία pop παραγωγής, χάρη στη συνεργασία με τον Jim Steinman. Τα τραγούδια άφησαν πίσω την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα των πρώτων χρόνων και απέκτησαν έναν άμεσο χαρακτήρα. Ο Andrew Eldritch ήξερε ακριβώς τι έκανε παίζοντας το παιχνίδι του mainstream. Το να χτυπήσεις τα charts με κομμάτια που μιλούν για την πολιτική διαφθορά όπως το “This Corrosion“, ήταν η ανατρεπτική νίκη που έψαχνε εξαρχής.
Φτάνοντας στη δεκαετία του ’90, οι σχέσεις με την πολυεθνική εταιρεία Warner έφτασαν σε οριακό σημείο μετά το “Vision Thing“. Αντί να συμβιβαστεί με τις εμπορικές απαιτήσεις, το συγκρότημα προτίμησε να κηρύξει μια άτυπη απεργία. Για να κλείσει το συμβόλαιό του, παρέδωσε το “Feel No Pain“, ένα πειραματικό άλμπουμ κάτω από το ακρωνύμιο SSV, το οποίο η εταιρεία αρνήθηκε να κυκλοφορήσει. Έκτοτε λειτουργούν πλήρως ανεξάρτητα, γράφοντας νέα κομμάτια τα οποία παίζουν μόνο στις συναυλίες, επιλέγοντας την άμεση επαφή. Ξεκαθάρισε πως «δεν πρόκειται να κλειδώσω τα παιδιά στο στούντιο για μήνες, μόνο για να τα δώσω τζάμπα».
The Sisters of Mercy live: Πώς λειτουργούν οι σημερινές συναυλίες;
Η ζωή στον δρόμο έχει γίνει πλέον η φυσική κατάσταση του συγκροτήματος. Οι νεότεροι κιθαρίστες που ανεβαίνουν στη σκηνή, όπως ο Ben Christo, προσφέρουν τη φρεσκάδα που χρειάζεται ένα σχήμα για να αντέξει τις ατελείωτες περιοδείες. Ο τρόπος που στήνουν τις ζωντανές εμφανίσεις τους είναι εξαιρετικά μεθοδικός. Παίζουν τα παλιά αγαπημένα κομμάτια, ωστόσο φροντίζουν πάντα να τεστάρουν καινούργιο υλικό. Αυτή η διαρκής ανανέωση του setlist κρατάει το ενδιαφέρον ζωντανό, αναγκάζοντας το κοινό να έρθει για να ακούσει την εξέλιξή τους. Το μοντέλο του μόνιμου tour αποδείχθηκε τελικά άκρως λειτουργικό.
Τελικά, η τακτική του συγκροτήματος να γυρίσει την πλάτη στη δισκογραφία αποδείχθηκε σοφή. Πολύ πριν η κατάρρευση των πωλήσεων αναγκάσει τους πάντες να βγουν στους δρόμους, εκείνοι είχαν ήδη στήσει τον δικό τους μηχανισμό. Δεν ένιωσαν ποτέ την ανάγκη να κυκλοφορήσουν ένα μέτριο δίσκο απλά για να ικανοποιήσουν το promotion μιας περιοδείας. Η άρνησή τους να ακολουθήσουν τον παραδοσιακό κύκλο κυκλοφορίας και προώθησης τους έκανε άτρωτους απέναντι στις αλλαγές που διέλυσαν τη βιομηχανία. Το κοινό τους παραμένει πιστό, γεμίζοντας τους χώρους όπου κι αν παίζουν.
Είναι κάπως ειρωνικό το πώς ένα συγκρότημα που μίσησε την ταμπέλα του goth, κατέληξε να καθορίσει τον ήχο μιας γενιάς. Απαντώντας σε αυτές τις κατηγορίες, η φωνή της μπάντας ανέφερε ότι «το να είσαι καταθλιπτικός είναι απλά μια λέξη που χρησιμοποιούν οι νοικοκυραίοι για τον ρεαλισμό». Η επιρροή τους φτάνει μέχρι το σήμερα, διδάσκοντας στα νέα σχήματα τη σημασία της οικονομίας και τον ρόλο που παίζει η σιωπή στον ήχο. Το μεγαλύτερο μάθημα που αφήνουν πίσω τους είναι ότι μπορείς να γράψεις ιστορία μένοντας πιστός στους δικούς σου κανόνες.

