Με μία ματιά...
Πέντε άνθρωποι από τη Sarasota έκλεισαν τα πρόσωπά τους σε ασημένιες μάσκες και έβγαλαν σαράντα λεπτά μουσικής που ελάχιστοι άκουσαν το 1986. Σήμερα το ντεμπούτο των Crimson Glory μετράει ως ορόσημο. Το παρασκήνιό του είναι πιο παράξενο από τον μύθο.
- Σαράντα λεπτά που στέκονται δίπλα σε Queensrÿche και Fates Warning και ορίζουν ακόμα το αμερικανικό metal.
- Ο δίσκος έδειξε πώς ένα βαρύ κομμάτι ξεκινάει από ακουστική κιθάρα και πώς ο τραγουδιστής υποδύεται χαρακτήρα.
- Ο Midnight έδωσε τη φωνή-μέτρο, ο Jon Drenning τα leads και ο Jim Morris τον ανοιχτό ήχο του Morrisound.
Ελάχιστοι πρόσεξαν αυτόν τον δίσκο όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Στις 20 Οκτωβρίου 1986 η Par Records, μια μικρή εταιρεία της Florida, τύπωσε το ντεμπούτο των Crimson Glory σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, χωρίς καμπάνια και χωρίς δίκτυο που να το σπρώξει πέρα από την πολιτεία. Το “Crimson Glory” δεν μπήκε σε λίστες της χρονιάς και δεν πούλησε τίποτα αξιόλογο στο ξεκίνημά του. Η φήμη του χτίστηκε αργότερα, από στόμα σε στόμα και από κασέτες που περνούσαν χέρι χέρι.
Η ιστορία ξαναβγήκε στην επιφάνεια τον Απρίλιο του 2026, όταν οι Crimson Glory κυκλοφόρησαν το “Chasing The Hydra”, τον πρώτο τους δίσκο μετά από είκοσι έξι χρόνια, με τρία μέλη της παλιάς σύνθεσης στον πυρήνα και καινούργιο τραγουδιστή. Μια μπάντα που επιστρέφει τόσο αργά κρίνεται πάντα από αυτό που έκανε στην αρχή. Και η αρχή εδώ είναι σαράντα λεπτά μουσικής από πέντε ανθρώπους της Sarasota, που έκαναν τέσσερα χρόνια πρόβες πριν δουν κονσόλα στούντιο.
Pierced Arrow και Beowulf: Πώς έφτασαν οι Crimson Glory στο όνομά τους;
Πριν από το όνομα υπήρχαν δύο άλλα. Το σχήμα ξεκίνησε το 1979 στη Sarasota ως Pierced Arrow, άλλαξε σε Beowulf το 1982 και πέρασε από τόσες αλλαγές σύνθεσης που ελάχιστα κράτησαν από την πρώτη εκδοχή. Μέχρι να κλειδώσει η σύνθεση του 1983, η μπάντα είχε αλλάξει τραγουδιστή, κιθαρίστα και μπασίστα τουλάχιστον από μία φορά ο καθένας. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας έμειναν όρθιοι οι Jon Drenning και Ben Jackson στις κιθάρες, ο Jeff Lords στο μπάσο και ο Dana Burnell στα τύμπανα.
Το κομμάτι που έλειπε ήταν η φωνή. Ο Lords θυμήθηκε έναν παλιό συμμαθητή του, τον John Patrick McDonald Jr., και τον εντόπισε να τραγουδάει σε παραλία. Ο άνθρωπος που θα γινόταν γνωστός ως Midnight μπήκε στο σχήμα χωρίς δισκογραφικό παρελθόν και χωρίς σχολή. Το καινούργιο όνομα ήρθε λίγο μετά, δανεισμένο από μια ποικιλία τριαντάφυλλου, κάτι που εξηγεί γιατί ακούγεται πιο θεατρικό από ό,τι περιμένει κανείς για μπάντα της Florida.

Ακολούθησαν τέσσερα χρόνια πρόβες πριν πατήσουν σε επαγγελματικό στούντιο για ολόκληρο δίσκο. Αυτά τα χρόνια εξηγούν γιατί το υλικό ακούγεται δεμένο από το πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο. Το συμβόλαιο με την Par Records κλείδωσε πάνω σε demos που είχαν γραφτεί στην πρώτη εγκατάσταση του Morrisound στην Tampa.
Η Florida του 1986 που δεν ήταν ακόμα πρωτεύουσα του death metal
Σήμερα το όνομα Morrisound Recording παραπέμπει σε Death, Obituary και Morbid Angel. Το 1986 το στούντιο της Tampa ήταν κάτι άλλο, ένα μέρος όπου πήγαιναν τοπικά σχήματα heavy metal επειδή ήταν κοντά και επειδή κόστιζε λιγότερο από τα μεγάλα της Νέας Υόρκης. Οι Crimson Glory ηχογράφησαν εκεί δύο χρόνια πριν το στούντιο μετατραπεί στο εργοστάσιο του death metal που ξέρουμε. Η ίδια πολιτεία έβγαζε εκείνη την περίοδο Savatage και Nasty Savage, σχήματα που δεν είχαν σχεδόν τίποτα κοινό μεταξύ τους.
Στην παραγωγή κάθισε ο Dan Johnson, ο οποίος είχε ήδη δουλέψει για λογαριασμό της Par Records με τους Savatage. Στην ηχοληψία βρέθηκε ο Jim Morris, άνθρωπος που ήξερε τη μπάντα από τα demos και είχε καταλάβει τι ακριβώς προσπαθούσαν να πετύχουν. Αυτή η οικειότητα φαίνεται κυρίως στον τρόπο που γράφτηκαν τα φωνητικά, με χώρο γύρω τους αντί για πίεση. Το αποτέλεσμα κράτησε καλύτερα από δεκάδες δίσκους της ίδιας χρονιάς με δεκαπλάσιο μπάτζετ.
Υπάρχει, όμως, και μια λεπτομέρεια που εξηγεί πολλά για τη νοοτροπία τους. Κάποιος εργαζόμενος στο στούντιο είχε ένα Synclavier και η μπάντα ζήτησε να το χρησιμοποιήσει, με μοναδικό σκεπτικό να ακουστεί ο δίσκος πιο μπροστά από την εποχή του. Για μια ομάδα που δεν είχε βγάλει ούτε ένα single, η κίνηση δείχνει πόσο σοβαρά έπαιρναν την ιδέα της ηχητικής ταυτότητας. Το ίδιο σκεπτικό θα τους οδηγούσε και στην πιο ακραία απόφαση της καριέρας τους.
Οι ασημένιες μάσκες των Crimson Glory
Μέσα στη δεκαετία του 1980 οι μπάντες του είδους έμοιαζαν μεταξύ τους σε βαθμό που δυσκόλευε ακόμα και τους φανατικούς. Δέρμα, καρφιά, μαλλιά, ίδιες πόζες στα ίδια φωτογραφικά στούντιο. Η απάντηση των Crimson Glory ήταν ασημένιες μεταλλικές μάσκες που κάλυπταν ολόκληρο το πρόσωπο, στη σκηνή, στις φωτογραφίσεις και σε κάθε δημόσια εμφάνιση. Ο στόχος ήταν δηλωμένος και πρακτικός, να αναγνωρίζεσαι από το πρώτο καρέ.
Μοναδική εξαίρεση ήταν ο Midnight, του οποίου η μάσκα άφηνε το στόμα ακάλυπτο για ευνόητους λόγους. Αυτή η λεπτομέρεια έκανε τον τραγουδιστή το μόνο αναγνωρίσιμο πρόσωπο σε ένα σχήμα που είχε επιλέξει να μην έχει πρόσωπα. Στις φωτογραφίες της περιόδου, το μάτι πηγαίνει πάντα εκεί. Χωρίς να το σχεδιάσει κανείς, η εικόνα της μπάντας στήθηκε γύρω από έναν άνθρωπο.
Το κόστος φάνηκε στον δρόμο. Κατά την πρώτη περιοδεία για τον δίσκο, τα μέλη ανακάλυψαν πόσο ανυπόφορα ζεσταίνονται τα μέταλλα κάτω από προβολείς, και οι μάσκες άρχισαν να υποχωρούν. Μέρος του κοινού και του Τύπου διάβασε το όλο εγχείρημα ως κόλπο μάρκετινγκ για να καλυφθεί κάποια μουσική αδυναμία, κάτι που ο ίδιος ο δίσκος διέψευδε όποιον έμπαινε στον κόπο να τον ακούσει. Παρόλα αυτά, η εικόνα έμεινε και το ασημένιο πρόσωπο έγινε το σήμα κατατεθέν τους για τις επόμενες δεκαετίες.
Τι έκανε τη φωνή των Crimson Glory μέτρο σύγκρισης;
Η πρώτη αντίδραση όποιου ακούει τον δίσκο αφορά σχεδόν πάντα τον τραγουδιστή. Ο Midnight δούλευε σε ύψη που οι συνομήλικοί του άγγιζαν μία φορά ανά δίσκο, και τα χρησιμοποιούσε σαν κανονικό εργαλείο αφήγησης. Οι συγκρίσεις με τον Geoff Tate των Queensrÿche και τον John Arch των Fates Warning ήρθαν αμέσως, και για χρόνια το αμερικανικό power metal μετρούσε τους τραγουδιστές του πάνω σε αυτό το τρίγωνο.
Τεχνικά, το σχήμα δούλεψε ένα κόλπο που δεν ήταν τότε συνηθισμένο. Αντί για στενές αρμονίες στα ρεφρέν, έβαζαν δύο γραμμές του ίδιου ανθρώπου σε απόσταση δύο οκτάβων, με τη μία να κρατάει το χαμηλό και την άλλη να πηγαίνει στα ακραία ψηλά. Το κενό ανάμεσα στις δύο γραμμές είναι που δίνει εκείνη την αίσθηση μεγέθους, όχι ο όγκος των κιθάρων.
Για να μη μείνει το πράγμα στα ψηλά, αξίζει μια αναφορά στο κλείσιμο. Το “Lost Reflection” στήνεται πάνω σε δύο συγχορδίες και μια ακουστική κιθάρα, με τη φωνή να υποδύεται έναν άνθρωπο που χάνει την επαφή του με την πραγματικότητα. Εκεί ο Midnight δεν ουρλιάζει σχεδόν καθόλου, και είναι η στιγμή που αποδεικνύει ότι η μπάντα είχε κάτι παραπάνω από ένα φωνητικό ρεκόρ. Ο ίδιος έφυγε από τη ζωή στις 8 Ιουλίου 2009, σε ηλικία 47 ετών, έχοντας τραγουδήσει στους τρεις πρώτους δίσκους του σχήματος.
Lost Reflections: Τι απέγινε η ελληνική έκδοση του δίσκου;
Στην Ευρώπη ο δίσκος έφτασε μέσω της Roadrunner Records, που τον πήρε με άδεια από την Par και τον επανακυκλοφόρησε το 1987. Τότε άνοιξαν και οι πόρτες των περιοδειών, με εμφανίσεις δίπλα σε Anthrax, Metal Church και Celtic Frost. Μια μπάντα που μέχρι πρότινος έπαιζε σε κλαμπ της Florida βρέθηκε στη σκηνή του Hammersmith Odeon μέσα σε λίγους μήνες. Η τοποθέτηση σε αφίσες με thrash σχήματα δεν τους ευνόησε πάντα, κάτι που σχολιάστηκε αρκετά εκείνη την εποχή.
Το πιο περίεργο κεφάλαιο γράφτηκε δύο δεκαετίες αργότερα και έχει ελληνικό χρώμα. Το 2006 η ελληνική Black Lotus Records ανακοίνωσε remastered και νέα έκδοση με νέο τίτλο, “Lost Reflections”, η οποία θα περιλάμβανε δύο ανέκδοτα κομμάτια, το “Love Me, Kill Me” και το “Dream Dancer”. Η εταιρεία κήρυξε πτώχευση και σταμάτησε τη λειτουργία της πριν προλάβει να τυπώσει τίποτα.
Ο κύκλος ξανακλείνει από εδώ. Η βινυλιακή έκδοση του καινούργιου δίσκου του 2026 βγαίνει μέσω της ελληνικής No Remorse Records, ενώ το αρχικό υλικό έχει στο μεταξύ βρει τον δρόμο του σε συλλεκτικά box set μαζί με τους δύο επόμενους δίσκους. Το “Dream Dancer” κυκλοφόρησε τελικά ως bonus κομμάτι, οπότε το μόνο που δεν βγήκε ποτέ όπως σχεδιάστηκε ήταν η επανέκδοση του 2006.
Πόσο σημαντικό ήταν το “Crimson Glory” στον αμερικανικό heavy ήχο
Στις αναδρομές που γράφτηκαν τα επόμενα χρόνια, το σχήμα μπήκε σταθερά δίπλα στους Queensrÿche και τους Fates Warning ως ο τρίτος πυλώνας του αμερικανικού metal. Η διαφορά των Crimson Glory ήταν ότι κράτησαν τη ρίζα τους στο παραδοσιακό heavy metal αντί να φύγουν τελείως προς το prog. Αυτή η ισορροπία έγινε συνταγή για δεκάδες σχήματα της επόμενης δεκαετίας, από την Αμερική μέχρι τη Σκανδιναβία.
Πιο συγκεκριμένα, ο δίσκος έδειξε δύο πράγματα που αντιγράφηκαν πολύ. Το πρώτο ήταν ότι ένα βαρύ κομμάτι μπορεί να ξεκινήσει από ακουστική κιθάρα και να μετατραπεί σε καταιγίδα χωρίς να χάσει τη σοβαρότητά του. Το δεύτερο ήταν ότι ο τραγουδιστής μπορεί να παίξει ρόλο, να υποδυθεί χαρακτήρα, αντί να τραγουδάει απλώς τους στίχους. Και τα δύο έγιναν κοινός τόπος στο melodic και progressive metal των επόμενων χρόνων.
Υπάρχει και μια λεπτομέρεια που κλείνει τον κύκλο με τρόπο σχεδόν κωμικό. Ο Todd La Torre, που ανέλαβε τα φωνητικά του σχήματος μετά τον θάνατο του Midnight, κατέληξε λίγο αργότερα τραγουδιστής των Queensrÿche. Η μπάντα που επί δεκαετίες συγκρινόταν με τους Queensrÿche έδωσε τελικά στους Queensrÿche τον τραγουδιστή τους. Πολύ μετά από εκείνο το μικρό πρεσάρισμα της Par Records, ο δίσκος στέκεται ακόμα ως το μέτρο με το οποίο μετριέται οτιδήποτε βγάζει το σχήμα.

