Ξεχάστε τα πολυτελή στούντιο του Λος Άντζελες, τα λαμπερά πάρτι και τις αρμονικές συνεργασίες μεταξύ καλλιτεχνών. Η ιστορία του “King for a Day… Fool for a Lifetime” των Faith No More γράφτηκε με εθισμούς στην ηρωίνη, αυτοκινητικά ατυχήματα στη μέση του πουθενά, απολύσεις μέσω φαξ και μια απίστευτη απομόνωση που παραλίγο να διαλύσει τα μέλη της μπάντας.
Το 1995 το συγκρότημα βρισκόταν στο χείλος του γκρεμού, προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια του μετά από μια εξουθενωτική περίοδο. Μέσα από αυτό το απόλυτο χάος, την ψυχολογική πίεση και την εσωτερική παράνοια, γεννήθηκε το ” King for a Day… Fool for a Lifetime”. Ένας δίσκος που γύρισε την πλάτη σε κάθε εμπορική προσδοκία, αναστάτωσε τους κριτικούς και τελικά αποδείχθηκε το πιο γενναίο και ακραίο ηχητικό ντοκουμέντο της καριέρας τους.
Το φαξ της απόλυσης
Η αντίστροφη μέτρηση για την αλλαγή σελίδας των Faith No More ξεκίνησε με τον πιο άδοξο τρόπο για τον επί χρόνια κιθαρίστα τους, Jim Martin. Η χημεία ανάμεσα στον ίδιο και τα υπόλοιπα μέλη είχε αρχίσει να γκρεμίζεται μήνες πριν την οριστική ρήξη. Ο Martin είχε εκφράσει ανοιχτά τη δυσαρέσκειά του για την πιο πειραματική κατεύθυνση που είχε πάρει το συγκρότημα στην προηγούμενη δουλειά τους, φτάνοντας στο σημείο να μιλήσει για το υλικό τους με υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς.

Η απόστασή του έγινε ξεκάθαρη όταν σταμάτησε να εμφανίζεται στις πρόβες, αναγκάζοντας τον μπασίστα Billy Gould να ηχογραφεί ο ίδιος τα κιθαριστικά μέρη για να προχωρήσει η δουλειά. Η κατάσταση είχε φτάσει στο απόλυτο αδιέξοδο και η λύση που επιλέχθηκε τον Νοέμβριο του 1993 γράφτηκε στην ιστορία για την απόλυτη ψυχρότητά της. Ο πληκτράς Roddy Bottum ανέλαβε τον άχαρο ρόλο της απόλυσης, χρησιμοποιώντας την τεχνολογία της εποχής.
«Πάντα έλεγε ότι παραιτήθηκε, όμως τον απέλυσα εγώ μέσω φαξ, καθώς ήταν ο μόνος τρόπος να τον βρω και αποτέλεσε μια πραγματική λύτρωση για εμάς», αποκάλυψε αργότερα ο Bottum για το περιστατικό. Η απομάκρυνση του Martin σήμαινε την απώλεια του πιο αναγνωρίσιμου ίσως οπτικού στοιχείου της μπάντας, ανοίγοντας ταυτόχρονα τον δρόμο για μια εντελώς νέα συνθετική ελευθερία. Το συγκρότημα βρέθηκε να γράφει τα νέα του τραγούδια χωρίς βασικό κιθαρίστα, αλλάζοντας ριζικά τον πυρήνα της δημιουργικής του διαδικασίας.
Εθισμοί και προσωπικοί δαίμονες
Τα προβλήματα, όμως, μόλις είχαν αρχίσει για τους Faith No More. Ο Roddy Bottum περνούσε τη δική του προσωπική κόλαση, βυθισμένος σε ένα σκοτάδι που απειλούσε την ίδια του τη ζωή. Η απώλεια του πατέρα του συνέπεσε χρονικά με την αυτοκτονία του Kurt Cobain, γεγονός που τον διέλυσε ψυχολογικά, καθώς ο ίδιος περνούσε πολύ χρόνο στηρίζοντας τη στενή του φίλη Courtney Love. Η διέξοδος που βρήκε τον οδήγησε στον εθισμό στην ηρωίνη, προκαλώντας του έναν σοβαρό νευρικό κλονισμό που τον κράτησε μακριά από το στούντιο.
Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, αναγκάζοντας τα υπόλοιπα μέλη να οργανώσουν μια παρέμβαση για να τον σώσουν. Η παρατεταμένη απουσία του από τις πρόβες άλλαξε τη δομή της μουσικής. Το νέο άλμπουμ γράφτηκε κατά κύριο λόγο χωρίς τη γνώριμη παρουσία των πλήκτρων, δίνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα τύμπανα του Mike Bordin και το μπάσο του Billy Gould. Αυτή η αναγκαστική αλλαγή έφερε στην επιφάνεια έναν πιο επιθετικό ήχο.
Καμπίνες και αυτοκινητικά ατυχήματα
Αναζητώντας μια νέα αρχή, οι Faith No More αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το οικείο και γεμάτο περισπασμούς περιβάλλον του Σαν Φρανσίσκο. Προσέλαβαν τον παραγωγό Andy Wallace, γνωστό για τη δουλειά του με τους Slayer και τους Nirvana, και απομονώθηκαν στα στούντιο Bearsville, κρυμμένα στα πυκνά δάση της βόρεια πολιτείας της Νέας Υόρκης. Η διαμονή τους σε απομονωμένες ξύλινες καμπίνες δημιούργησε ένα εκρηκτικό μείγμα κλειστοφοβίας και απόλυτης εστίασης.
Οι μουσικοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια κατάσταση στέρησης αισθήσεων, έχοντας αποκλειστικά τη μουσική ως μοναδική διέξοδο από την πλήρη αδράνεια. Ο εκνευρισμός της απομόνωσης οδηγούσε συχνά σε ακραίες συμπεριφορές, με τα μέλη να καίνε λάστιχα αυτοκινήτων για να περάσουν την ώρα τους. Η πίεση κορυφώθηκε όταν το συγκρότημα ενεπλάκη σε ένα τροχαίο ατύχημα σε έναν επαρχιακό δρόμο, με οδηγό τον Mike Patton.
«Έπρεπε ξαφνικά να κοιτάξω πολλά πράγματα κατάματα μετά από αυτό το περιστατικό», σχολίασε ο Patton, υπογραμμίζοντας πώς η σύγκρουση ήταν μια βίαιη υπενθύμιση της θνητότητάς τους, προσθέτοντας μια επιπλέον δόση σκοταδιού στο υλικό που ηχογραφούσαν εκείνες τις μέρες.
Η θέση του κιθαρίστα
Η αναζήτηση νέου κιθαρίστα εξελίχθηκε σε ένα θέατρο του παραλόγου. Μετά από ακροάσεις διαφόρων μουσικών, η θέση κατέληξε στον Trey Spruance, τον ιδιοφυή συνεργάτη του Patton από τους Mr. Bungle. Η επιλογή αυτή έφερε αρχικά δισταγμούς, με τον Patton να ανησυχεί πως η συνύπαρξή τους σε δεύτερο συγκρότημα θα κατέστρεφε τη σχέση τους.
Ο Spruance μπήκε στο στούντιο με τα περισσότερα τραγούδια να βρίσκονται ήδη σε προχωρημένο στάδιο, αναλαμβάνοντας να προσθέσει τις κιθάρες και να καλύψει τα κενά στα πλήκτρα που είχε αφήσει η απουσία του Bottum. Η συνεργασία τους αποδείχθηκε βραχύβια. Με την ολοκλήρωση του δίσκου, ο Spruance αποχώρησε, προκαλώντας μια θύελλα αλληλοκατηγοριών στον μουσικό Τύπο.
Η μπάντα δήλωνε δημόσια πως ο νέος κιθαρίστας φοβήθηκε το σκληρό πρόγραμμα της επερχόμενης παγκόσμιας περιοδείας. Ο ίδιος εξιστόρησε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, μιλώντας για απουσία συμβολαίων και εκμετάλλευση. Το αποκορύφωμα της παραλογίας συνέβη όταν ο Spruance μπήκε σε ένα δισκοπωλείο Tower Records. Εκεί διάβασε μια συνέντευξη του Billy Gould στο περιοδικό NME, όπου τον χαρακτήριζε «ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο». Ο Spruance αποκάλυψε αργότερα πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχε στην τσέπη του λιγότερα από τρία δολάρια για να αγοράσει το μεσημεριανό του γεύμα και φυσικά ούτε καν τα χρήματα για να αγοράσει το περιοδικό που τον κατηγορούσε.
Ιστορίες από το περιθώριο
Η μουσική του “King for a Day… Fool for a Lifetime” αποτυπώνει πλήρως την ψυχωσική κατάσταση των δημιουργών του. Η μπάντα σταμάτησε να ανακατεύει πολλά είδη μέσα στο ίδιο τραγούδι και αποφάσισε να γράψει αυτοτελή κομμάτια που βουτούσαν βαθιά σε διαφορετικά μουσικά ρεύματα. Η ποικιλομορφία προκαλεί ίλιγγο στον ανυποψίαστο ακροατή, καθώς τα τραγούδια μεταπηδούν από την ακραία επιθετικότητα στη soul, την bossa nova και τη gospel.
Η δημιουργία του δίσκου περιλαμβάνει και ιστορίες που αγγίζουν τα όρια του σουρεαλισμού. Το κομμάτι “Ricochet” γράφτηκε την ημέρα που ανακοινώθηκε ο θάνατος του Kurt Cobain, φέροντας το βάρος εκείνης της απώλειας. Το γαλήνιο “Evidence” δημιουργήθηκε γύρω από ένα βελούδινο τζαζ ρυθμό, ενώ το απρόσμενο “Take This Bottle” εξερεύνησε τους δρόμους της country μουσικής με τον Patton να δίνει μια ανατριχιαστική ερμηνεία. Το συγκρότημα προσέγγισε τη σύνθεση με μια απόλυτη ελευθερία, χωρίς να ενδιαφέρεται για την εμπορική επιτυχία.
«Ποτέ δεν κάναμε συμβιβασμούς για το στυλ ούτε θυσιάσαμε την ουσία μας για την εικόνα, αναρωτιόμασταν απλώς αν θα είμαστε αληθινοί ή αν θα καταλήγαμε σαν κάτι άλλα τυποποιημένα συγκροτήματα», εξήγησε ο Gould, δίνοντας το στίγμα της καλλιτεχνικής τους αδιαλλαξίας.
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της περιοδείας που ακολούθησε και δείχνει την ιδιοσυγκρασία των Faith No More, αφορά την ηχογράφηση του “I Started a Joke” των Bee Gees που μπήκε ως b-side στα singles του δίσκου. Η ιδέα γεννήθηκε στο νησί Γκουάμ, όταν τα μέλη της μπάντας μπήκαν σε ένα τοπικό μπαρ. Οι τοίχοι του καταστήματος ήταν καλυμμένοι με αφίσες πορνό με ζώα, ενώ στη γωνία βρισκόταν ένα μηχάνημα καραόκε. Οι θαμώνες τραγουδούσαν ομαδικά τους στίχους των Bee Gees δημιουργώντας ένα τόσο καταθλιπτικό και άρρωστο σκηνικό, που το συγκρότημα αποφάσισε επιτόπου να διασκευάσει το κομμάτι ως φόρο τιμής σε αυτή την παράλογη εμπειρία.
Ο θρίαμβος της απόλυτης πτώσης
Η κυκλοφορία του δίσκου αντιμετωπίστηκε με αμηχανία από κοινό και Τύπο, σε μια εποχή που η βιομηχανία απαιτούσε εύπεπτα και κατηγοριοποιημένα προϊόντα. Οι Faith No More βρέθηκαν να παίζουν σε μικρά κλαμπ στην πατρίδα τους, εισπράττοντας την αδιαφορία ενός κοινού που αδυνατούσε να ακολουθήσει τις ακραίες ηχητικές τους μεταπτώσεις. Η Ευρώπη και η Αυστραλία αγκάλιασαν το άλμπουμ με φανατισμό, αναγνωρίζοντας την ιδιοφυΐα πίσω από τον παραλογισμό, όμως η ζημιά στην εμπορική τους δυναμική είχε ήδη γίνει.
Η παρακαταθήκη του “King for a Day… Fool for a Lifetime” γιγαντώθηκε μέσα στα χρόνια, συντρίβοντας κάθε αρχική αρνητική κριτική. Οι Faith No More δεν συμβιβάστηκαν, δεν αναμάσησαν τις προηγούμενες επιτυχίες τους και κυρίως, δεν απολογήθηκαν για τον θόρυβο που δημιούργησαν. Μέσα από τα συντρίμμια των ατυχημάτων, τους εθισμούς, τις απολύσεις και την κλειστοφοβία των δασών της Νέας Υόρκης, οι FNM παρέδωσαν ένα αριστούργημα. Ένα άλμπουμ επικίνδυνο και σαρκαστικό, που δείχνει πως η σπουδαιότερη τέχνη γεννιέται ακριβώς τη στιγμή που νομίζεις ότι έχεις χάσει τα πάντα.

