Πέμπτη βράδυ με την ατμόσφαιρα να μυρίζει ερχομό καλοκαιριού και τους Metallica να κάνουν soundcheck στην άλλη άκρη του λεκανοπεδίου. Κι όμως, το Γκάζι ντύθηκε στα μαύρα. Γιατί η μαρκίζα του Gazarte έλεγε The 69 Eyes μετά από 10 χρόνια. Κι αν σκεφτούμε τη δημοφιλία και την αφοσίωση του κοινού στον φινλανδικό ήχο στις αρχές της νέας χιλιετίας, καταλαβαίνουμε ότι κάποιοι έρωτες αρνούνται να σβήσουν.
Γιατί μπαίνοντας στο Gazarte σίγουρα έβλεπες και άτομα που τώρα πατάνε τα 20 τους. Αυτά όμως δεν ήταν παρά μια μειοψηφία. Γιατί οι περισσότεροι εκεί μέσα η κοντεύαμε τα 40 μας ή τα ‘χαμε περάσει πριν λίγο καιρό. Κι αυτό με τον τρόπο του είναι μαγευτικό. Γιατί αυτό που θα ακολουθούσε ήταν ένα ψυχικό πισωγύρισμα που μας έκανε να ξανανιώσουμε (νεκρο)ζωντανοί.
Cyanide 4
Για τους Cyanide 4 δεν είμαι απόλυτα σίγουρος αν ήταν η κατάλληλη επιλογή για opening act. Και όχι λόγω μουσικής. Μην ξεχνάμε, οι 69 Eyes ποτέ δεν έκρυψαν την αγάπη τους για το sleaze. Ίσως, μάλιστα, μια ακόμα goth rock μπάντα να ακουγόταν κουραστική και απόλυτα προβλέψιμη ως επιλογή.
Ωστόσο δεν είμαι σίγουρος για το κατά πόσον σε ένα «τέτοιο» κοινό μπόρεσαν να βρουν νέους οπαδούς. Σίγουρα, τους έβλεπες να υποστηρίζουν αυτό που κάνουν και να το πιστεύουν και αξίζουν όλα τα εύσημα. Αλλά ίσως οι συνθέσεις τους ή η συγκυρία να μην ήταν η κατάλληλη για να εκτιμηθεί το υλικό τους. Γιατί όσο και να τους χειροκρότησε το κοινό, δεν είδα κάποιον να εντυπωσιάζεται ή να του αφήνει κάτι η εμφάνισή τους.
Προσωπικά δεν ξέρω αν είναι θέμα συνθέσεων ή κι εγώ δεν ήμουν «σε φάση» για να αφεθώ σε αυτό που κάνουν. Αλλά δε μου έμεινε κάτι. Σίγουρα τους άκουσα ευχάριστα εκείνη την ώρα αλλά δεν αισθάνθηκα αυτό το «αύριο να τσεκάρω τους δίσκους τους». Ούτε με προσπάθεια μπορώ να θυμηθώ κάποια στιγμή που να είπα ότι με κέρδισαν. Ίσως σε άλλο χωροχρόνο να είμαι πιο έτοιμος, ίσως να ήταν σε κακή μέρα, ίσως πολύ απλά να μη μου κάνουν. Σε κάθε σενάριο, όμως δεν τους ψέγω για κάτι. Γιατί χρειαζόμαστε μπάντες που απολαμβάνουν με αυτόν τον τρόπο τη μουσική που παίζουν και υπηρετούν.
The 69 Eyes
Και αφού οι πρώτες τσιρίδες ακούστηκαν μόλις το logo των βαμπίρ από το Βορρά φάνηκε στο backdrop, η κατάσταση άρχισε να βράζει. Το αδιαχώρητο μέσα στο χώρο είχε αργότερα ως αποτέλεσμα κόσμος να παλεύει να μπει από το κηπάκι μέσα ενώ ακουγόταν το δεύτερο κομμάτι και το στρίμωγμα για να περάσουν να καταντά εκνευριστικό. Που οκ, όταν έχεις πολύ κόσμο μπορεί να συμβεί αυτό.
Αλλά είναι και λίγο γαϊδουριά να έχει ξεκινήσει το συγκρότημα να παίζει κι επειδή άραζες έξω ξαφνικά να πρέπει κόσμος που στήθηκε λίγο νωρίτερα να πρέπει να ασχολείται επί 3 κομμάτια με εσένα που προσπαθείς να αποφασίσεις που θα πας γιατί «ρε δε χωράμε». Μπες νωρίτερα αντί για τελευταία στιγμή, κάτσε κάπου, άσε τους άλλους να δουν συναυλία. Ευγένεια.

Κι επίσης αν ανήκεις στον κόσμο που μονίμως πηγαινοέρχεται μπρος πίσω σε τιγκαρισμένα venues ή τολμάς να σπρώχνεις αγνώστους σα χωροφύλακας για να περάσεις, δε θα πιστέψεις πόσο εύχομαι να σε πιάσει γαστρεντερίτιδα σε ΚΤΕΛ χωρίς στάσεις για τουλάχιστον 4 ώρες. Και να βρείτε και μποτιλιάρισμα. Και να σου μιλάει κι εκνευριστικά πολύ ο άγνωστος διπλανός σου. Το ‘χουμε τζουτζούκι μου; Τέλεια.
Γκρίνια τέλος και επιστροφή στα καθαρά μουσικά. Γιατί ο πανζουρλισμός που ακολούθησε μόλις οι 69 Eyes ανέβηκαν στη σκηνή και ξεκίνησαν να παίζουν το “Devils” ήταν ασύγκριτος. Το μόνο που μπορεί να ξεπεράσει κάτι τέτοιο είναι η στιγμή που ο Jyrki εμφανίστηκε και έπιασε το μικρόφωνο για να ξεκινήσει το show του.
Και είναι απίστευτο το πόσο καλά έχει μεστώσει το μπάσο της φωνής του. Kι αν το ξεκίνημα δε στάθηκε αρκετό, ακολούθησε μια συγκλονιστική εκτέλεση του “Don’t Turn Your Back on Fear” που το σφήνωσε στο κεφάλι μου για τις επόμενες μέρες. Τα φιλάκια του Jyrki από μικροφώνου στο χλιδάτο “Feel Berlin” ανοίγουν νέα σειρά από τσιρίδες και όλοι νιώθουμε πιο κοσμοπολίτες.
Τι μπορεί να κάνει ένα τόσο κεφάτο ξεκίνημα να «πέσει» λίγο; Ένα χιτ-κατράμι. Το “The Chair” μετατρέπει τον απαγχονισμό στην απόλυτα γοτθική πράξη και ξεδιάντροπα μοιραζόμαστε τη μαυρίλα του. Και για να στανιάρουμε, ένα “Betty Blue” να λάμπει μέσα στη νύχτα. Μια νύχτα που θα βαφτεί στα κόκκινα μόλις ακουστεί το “Drive” και ανέβουν οι ταχύτητες.
Και ξαφνικά, σα να ξεκίνησε να βρέχει. Γιατί οι νότες του “Sister of Charity” ακούγονται σαν την κρύα βροχή του Νοέμβρη και οι ανατριχίλες κρατάνε μέχρι το τέλος. Με είχε συντροφέψει σε πολύ δύσκολους καιρούς, με καθάρισε μέσα μου τώρα. Καθαρή μυσταγωγία. “I Survive” για τη συνέχεια και ο παλμός ξανανεβαίνει. Όχι για πολύ. Γιατί η έκπληξη της βραδιάς είναι μια αναπάντεχη και πικρή έκτέλεση του “Still Waters Run Deep” που μας κάνει να ψάχνουμε για χαρτομάντηλα. Δεν το είδα να ‘ρχεται.
Για να ισιώσουμε, το “Never Say Die” έρχεται ως ένεση αδρεναλίνης μαζί με την αδιάντροπη λίμπιντο του “I Love The Darkness In You“. Και τότε, ξαφνικά, αυτό που μας έκανε το πρώτο και μεγαλύτερο κακό. “Wasting The Dawn“. Με έναν Jyrki να ακούγεται καλύτερος από ποτέ. Με το Gazarte να συμμετέχει ενεργά. Με το goth rock να λειτουργεί ως αγνή μυσταγωγία. Ευγνωμοσύνη.
Πριν το κλείσιμο του κυρίως μέρους η σκοτεινή σαγήνη του “Gothic Girl” μάς θύμισε πόσο μεγάλο πράγμα ήταν τότε να γράφεις χιτάκι με αναφορά σε αυτοτραυματισμό. Και με ένα κοράκι νοητά να κάθεται στον ώμο του, ο Jyrki κηρύσσει το τέλος με το “Brandon Lee” που προκαλεί το μεγαλύτερο ως τότε παροξυσμό. Τι μπορεί να τον ξεπεράσει; Ένα encore με τα “Framed In Blood“, “Dance D’ Amour” και, φυσικά, το “Lost Boys“. Και μετά το σπίτι μας έμοιαζε λίγο πιο κοντινό σε αυτό που θυμόμασταν στις όμορφες στιγμές του γυμνασιακού μας βίου.

