Με μία ματιά...
Δύο μέρες, μια ομάδα πανεπιστημιακών και ένα δοχείο που δεν θα έπρεπε να είχε ανοίξει ποτέ. Το “Prince of Darkness” βάζει τον John Carpenter να δοκιμάζει πόσο αντέχει η λογική όταν μένει μόνη. Η απάντηση έρχεται αργά και χωρίς έλεος.
- Η πιο γνωστή εικόνα της ταινίας γυρίστηκε σε βίντεο και ξαναμαγνητοσκοπήθηκε από οθόνη για να φθαρεί.
- Ο John Carpenter γύρισε την ταινία ανεξάρτητα, με μπάτζετ τριών εκατομμυρίων, για να κρατήσει κάθε απόφαση δική του.
- Ο Donald Pleasence παίζει τον ιερέα και ο Victor Wong τον φυσικό που μετρά το ανεξήγητο.
Το “Prince of Darkness” του John Carpenter είναι ένα από εκείνα τα έργα που, ενώ φτιάχτηκαν στη μέση της καριέρας του, σε κάνουν να θυμάσαι γιατί μιλάμε για έναν ξεχωριστό δημιουργό. Δουλεύοντας ξανά με μπάτζετ “Ρετιρέ”, ο Carpenter αξιοποιεί ένα περιορισμένο πλαίσιο για να αγγίξει μεγάλα ζητήματα: την αντιπαράθεση επιστήμης και πίστης, τη συλλογική σκέψη σε κατάσταση πίεσης και τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην εξήγηση και τη δεισιδαιμονία. Μετά το “The Thing” και πριν από το “In the Mouth of Madness”, το “Prince of Darkness” είναι η πιο απρόσμενα αφαιρετική προσθήκη στη λεγόμενη “Apocalypse Trilogy”, παρουσιασμένη με τον πλήρη έλεγχο ενός σκηνοθέτη που ξέρει ακριβώς τι χρειάζεται κάθε πλάνο.
Prince of Darkness: Tι ανακαλύπτει ο ιερέας στην ερειπωμένη εκκλησία;
Η υπόθεση είναι απλή και ξεκάθαρη. Ένας ιερέας ανακαλύπτει ένα μυστικό θαμμένο για χρόνια σε μια παλιά, ερειπωμένη εκκλησία και ζητά από έναν πανεπιστημιακό φυσικό να σχηματίσει μια μικρή ομάδα ειδικών (φυσικούς, μαθηματικούς, γλωσσολόγους, μικροβιολόγους) ώστε να μελετήσουν κάτι που μοιάζει με αρχαία συσκευή περιορισμού. Για ένα Σαββατοκύριακο, η εκκλησία μετατρέπεται σε αυτοσχέδιο εργαστήριο. Οι ερευνητές φέρνουν τον εξοπλισμό τους, μεταφράζουν αρχαία κείμενα και τρέχουν υπολογιστικά μοντέλα που κάνουν το μυστήριο ακόμη μεγαλύτερο.
Έξω, η πόλη συνεχίζει να ζει στον ρυθμό της, ενώ μέσα τα στοιχεία δείχνουν την ύπαρξη μιας οντότητας που δεν θα έπρεπε να υπάρχει και μιας ιστορίας που κάνει την πίστη και την επιστήμη να μοιάζουν εξίσου αμήχανες. Η ένταση στο “Prince of Darkness” χτίζεται μέσα από τη σύγκρουση ανάμεσα σε όσα μπορεί να εξηγήσει η ομάδα και σε όσα ξεφεύγουν από κάθε λογική, μέσα από τη σταδιακή συνειδητοποίηση ότι ίσως έχουν βρεθεί μπροστά σε κάτι που δεν υπακούει σε καμία επιστημονική εξήγηση. Αυτό είναι όλο το πλαίσιο που χρειάζεται. Χωρίς ανατροπές, μόνο η κατάσταση: ένας κλειστός χώρος, αυξανόμενη πίεση και μια νοημοσύνη που δεν αναγνωρίζει τα όριά μας.
Πώς χτίζει ο John Carpenter την ένταση σε έναν μόνο χώρο;
Αυτό που κάνει το “Prince of Darkness” να λειτουργεί τόσο καλά είναι οι προσεκτικές επιλογές στη δομή του. Ο Carpenter βασίζεται σε έναν μόνο χώρο και τον χειρίζεται σαν χύτρα πίεσης. Διάδρομοι, ένα καταφύγιο, ένα υπόγειο γεμάτο εξοπλισμό που βουίζει και σημειώσεις που συσσωρεύονται. Η καθαρή οργάνωση του χώρου έχει σημασία, γιατί προσθέτει παράγοντες όπως ο χρόνος, τα δεδομένα και η δυναμική της ομάδας, που δυσκολεύουν ακόμα και τις πιο απλές αποφάσεις. Όταν η επικοινωνία αρχίζει να καταρρέει, τα ευρεία πλάνα κρατούν την εικόνα του χώρου ζωντανή. Βλέπεις πού βρίσκονται οι χαρακτήρες, τι νομίζουν ότι ξέρουν και πόσο γρήγορα αυτή η γνώση χάνεται. Μοιάζει με ταινία πολιορκίας, με αντίπαλο την ίδια την αβεβαιότητα.

Η μουσική λειτουργεί σαν ένας ακόμη μηχανισμός ελέγχου. Γραμμένη από τον Carpenter μαζί με τον Alan Howarth, καθορίζει τον ρυθμό της ταινίας με μινιμαλιστικά μοτίβα που κινούνται σαν αργό επιστημονικό όργανο, περιορίζοντας σταδιακά το πεδίο της εικόνας. Ο Carpenter έχει αναφέρει ότι συνθέτει βλέποντας τις σκηνές και προσθέτοντας στρώματα ήχου σε ένα 24-track recorder. Αυτή η επαναληπτική διαδικασία φαίνεται καθαρά στον τρόπο που οι νότες δημιουργούν ένταση χωρίς να την πνίγουν.
Ο ίδιος έχει εξηγήσει ότι ξεχωρίζει τη διακριτική μουσική υπόκρουση από τη λεγόμενη «Mickey Mousing» που ακολουθεί κάθε κίνηση και κάθε συναίσθημα. Το “Prince of Darkness” ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Δίνει έναν σταθερό παλμό και αφήνει τον χώρο ανάμεσα στους ήχους να γεμίσει από τις σκέψεις και τις αμφιβολίες του θεατή. Το soundtrack στέκεται και μόνο του, μακριά από την εικόνα, και εξακολουθεί να κυκλοφορεί σε επανεκδόσεις βινυλίου για όσους το ψάχνουν.
Πώς αλλάζει τη φωτογραφία των ταινιών του John Carpenter ο Gary B. Kibbe;
Η φωτογραφία σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή, καθώς είναι η πρώτη ταινία του Gary B. Kibbe ως διευθυντή φωτογραφίας του John Carpenter, και εντυπωσιάζει με το πόσο πειθαρχημένη είναι η εικόνα της. Τα κάδρα είναι προσεγμένα, ο φωτισμός απλός και λειτουργικός, και οι συνθέσεις υπηρετούν τη λογική μιας ομάδας που προσπαθεί να ελέγξει υποθέσεις υπό πίεση. Ο Carpenter έχει αναφέρει ότι θεωρεί το “Prince of Darkness” μία από τις πιο ελεγχόμενες ταινίες που έχει κάνει, και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα. Η λιτότητα αφήνει τις παράξενες ιδέες να αναπνεύσουν χωρίς επιπλέον εξηγήσεις.
Αν η φήμη της ταινίας έχει αλλάξει με τα χρόνια, είναι γιατί δεν χωράει εύκολα στα συνηθισμένα καλούπια του τρόμου. Αποφεύγει να πάρει θέση υπέρ της πίστης ή της επιστήμης, τις βάζει να συνυπάρξουν και ρωτά ποια μπορεί να σταθεί μπροστά σε κάτι που δεν αναγνωρίζει τους δικούς μας κανόνες. Οι επιστήμονες δεν είναι αφελείς, ούτε οι ιερείς αθώοι, και οι δύο πλευρές κουβαλούν τα δικά τους κενά. Αυτή η ισορροπία είναι σπάνια και μάλλον γι’ αυτό η ταινία εξακολουθεί να έχει ενδιαφέρον.
Υπάρχει επίσης μια σειρά επιρροών που αξίζει να αναφερθούν. Ο Carpenter έχει πει ότι η ενασχόλησή του με την κβαντική φυσική στάθηκε η αφορμή για την ιδέα, ενώ στους τίτλους υπογράφει ως “Martin Quatermass”, μια έξυπνη αναφορά στην παράδοση του Nigel Kneale για το λογικό μυστήριο. Το ψευδώνυμο δείχνει και τον τρόπο που σκέφτεται: θέτει ένα ερώτημα, ορίζει τα όρια, προσθέτει μεταβλητές και παρακολουθεί τι θα συμβεί. Η μυθολογία υπάρχει, ωστόσο η πραγματική δύναμη του “Prince of Darkness” βρίσκεται στη μεθοδική του εξέλιξη.
Που γυρίστηκε η ταινία
Η ιστορία της παραγωγής ενισχύει αυτή την οπτική. Μετά από αρκετές εμπειρίες σε μεγάλες παραγωγές, ο Carpenter ήθελε να έχει τον έλεγχο στα χέρια του. Έτσι επέστρεψε στον τρόμο με μια ανεξάρτητη, χαμηλού προϋπολογισμού ταινία, που γυρίστηκε σε περίπου έναν μήνα με κόστος γύρω στα τρία εκατομμύρια δολάρια. Οι περιορισμοί τον οδήγησαν σε μια ακρίβεια που φαίνεται στο πώς καλύπτονται οι σκηνές και στο πώς αξιοποιείται κάθε χώρος. Οι εξωτερικές λήψεις έγιναν σε μια πραγματική εκκλησία του Λος Άντζελες, ενώ οι σκηνές του πανεπιστημίου γυρίστηκαν στο University of Southern California, όπου είχε σπουδάσει ο ίδιος.
Τα εσωτερικά του υπόγειου με τις «κατακόμβες» δημιουργήθηκαν σε ένα εγκαταλειμμένο κτίριο στο Long Beach, όπου το συνεργείο υπέγραψε δηλώσεις αποποίησης ευθύνης για πιθανούς τραυματισμούς, μια από αυτές τις πρακτικές επιλογές που κάνουν οι ανεξάρτητες παραγωγές για να αποκτήσουν ρεαλισμό και ατμόσφαιρα. Ακόμη και τα ειδικά εφέ δείχνουν ευρηματικότητα. Ένα γνωστό πλάνο με αντανάκλαση έγινε με απλά υλικά και προσεκτικό στήσιμο, ενώ μια χαρακτηριστική, επαναλαμβανόμενη εικόνα γυρίστηκε σε βίντεο και στη συνέχεια καταγράφηκε ξανά από οθόνη για να αποκτήσει τη φθαρμένη της όψη.
Τι κάνουν ο Donald Pleasence και ο Victor Wong στην ταινία;
Το καστ του “Prince of Darkness” υποδύεται τους ρόλους του με φυσικότητα, χωρίς τίποτα να μοιάζει στημένο. Ο Donald Pleasence δίνει στον ιερέα μια αίσθηση αγωνίας και αποφασιστικότητας, ενώ ο Victor Wong εκπροσωπεί την επιστημονική πλευρά με ψυχρή περιέργεια. Η ομάδα των φοιτητών χωρίζεται όπως θα περίμενε κανείς, σε εκείνους που δείχνουν αυτοπεποίθηση, στους σκεπτικιστές και σε όσους κρατούν ένα μαύρο χιούμορ, μέχρι που η πίεση αρχίζει να αλλάζει τις ισορροπίες. Οι χαρακτήρες είναι γραμμένοι με οικονομία, ακριβώς όπως αρμόζει σε μια ιστορία που μιλά για την αποδόμηση των συστημάτων.
Όσον αφορά την κληρονομιά του, το φιλμ κατάφερε να επιβιώσει από τη δύσκολη αρχική υποδοχή που συναντούν συχνά οι ταινίες που δεν χωρούν σε κατηγορίες. Κυκλοφόρησε στα τέλη Οκτωβρίου του 1987, δεν σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία και απέσπασε ανάμεικτες κριτικές από όσους περίμεναν είτε μια καθαρή μεταφυσική ιστορία είτε ένα πιο παραδοσιακό φιλμ τρόμου.
Η μεταγενέστερη πορεία του, μέσα από κυκλοφορίες σε βίντεο, προβολές σε φεστιβάλ και στο Midnight Express και εκδόσεις σε Blu-ray, έκανε αυτό που συνήθως κάνει ο χρόνος για τον Carpenter. Απομάκρυνε τις προσδοκίες της εποχής και ανέδειξε τη μέθοδό του. Οι σύγχρονες αναφορές επικεντρώνονται στην ατμόσφαιρα, στη συνοχή του χώρου όπου εκτυλίσσεται η δράση και στον τρόπο που η μουσική και το μοντάζ δημιουργούν ένταση χωρίς εύκολα τρομάγματα.
Αξίζει να δεις σήμερα την ταινία του John Carpenter;
Είναι λοιπόν το “Prince of Darkness” μια εξαιρετική ταινία; Αναλόγως πώς θα την κρίνει κάποιος. Εγώ ας πούμε τη βλέπω μέσα από τη φιλοδοξία της και τον τρόπο που υλοποιήθηκε κάτω από αυστηρούς περιορισμούς, και για αυτό απαντώ “ναι”. Πρόκειται για ένα μεθοδικά στημένο φιλμ που αποφεύγει να χαϊδέψει με εύκολες απαντήσεις ή να εξιδανικεύσει τους χαρακτήρες του με ηρωισμούς. Ο φόβος παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα ενός συστήματος και όχι ως τεχνητό εφέ.
Οι ιδέες αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα και δοκιμάζονται στην πράξη. Μέσα από μια ψυχρή ηρεμία, η ταινία δείχνει πόσο εύθραυστα είναι τα συστήματα στα οποία στηριζόμαστε όταν κάτι δεν υπακούει στις προσδοκίες μας. Εκεί βρίσκεται και η σημασία της: δείχνει έναν κορυφαίο σκηνοθέτη να αφήνει πίσω του τους κανόνες του είδους και να χτίζει από την αρχή ένα νέο πρότυπο, στο οποίο πολλοί επιστρέφουν όταν θέλουν ατμόσφαιρα χωρίς υπερβολές, αναζήτηση χωρίς θεωρίες και αποκάλυψη χωρίς φανφάρες.
