Με μία ματιά...
Μια μπάντα από μια επαρχιακή ολλανδική πόλη που δεν έμεινε ποτέ στο ίδιο σημείο. Σήψη, φιλοσοφία και jazz περάσματα κάτω από το ίδιο όνομα. Ο Patrick Mameli άλλαξε τα πάντα γύρω του, εκτός από τον εαυτό του.
- Το “Consuming Impulse” έφερε τη σήψη, το “Testimony Of The Ancients” την πολυπλοκότητα, το “Spheres” το ρίσκο που τους διέλυσε.
- Μετράνε γιατί κάθε σημερινό τεχνικό death metal σχήμα χρωστάει κάτι σε αυτούς τους τέσσερις πρώτους δίσκους.
Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος να γράψει κανείς για τους Pestilence και ένας πιο χρήσιμος. Ο εύκολος τους ανεβάζει στο βάθρο και τελειώνει εκεί. Ο δεύτερος κοιτάζει τι ακριβώς έκανε αυτή η ολλανδική μπάντα που δεν είχε κάνει κανείς πριν, και γιατί η σκηνή πατάει ακόμα πάνω στις επιλογές της σχεδόν σαράντα χρόνια μετά. Οι Pestilence δεν είναι η καλύτερη death metal μπάντα που υπήρξε, είναι όμως από τις ελάχιστες που άλλαξαν ταυτότητα σε κάθε δίσκο και επιβίωσαν.

Ξεκίνησαν το 1986 στο Enschede, μια μικρή πόλη κοντά στα γερμανικά σύνορα, ως thrash τρίο με τον Patrick Mameli στην κιθάρα, τον Randy Meinhard και τον Marco Foddis στα τύμπανα. Μετά το πρώτο demo μπήκε ο Martin van Drunen σε μπάσο και φωνητικά, και ακολούθησε το συμβόλαιο με τη Roadrunner. Το “Malleus Maleficarum” του 1988 είναι ακόμα thrash δίσκος, σφιχτός και νευρικός, που δεν προδίδει σχεδόν τίποτα από όσα θα έρχονταν έναν χρόνο αργότερα.
Τι έκανε το "Consuming Impulse" σημείο αναφοράς;
Η αλλαγή ήρθε με δύο κινήσεις. Ο Meinhard αποχώρησε και τη θέση του πήρε ο Patrick Uterwijk, ενώ ο van Drunen εγκατέλειψε τα πιο καθαρά φωνητικά του ντεμπούτου για ένα “γδαρμένο ουρλιαχτό”. Το “Consuming Impulse” του 1989 ηχογραφήθηκε στο Music Lab του Βερολίνου και ακούγεται σαν δίσκος που σαπίζει την ώρα που παίζει. Τα riffs είναι βρόμικα και αργόσυρτα εκεί που πρέπει, τα φωνητικά σέρνονται από πάνω τους σαν τον χάρο. Στο στούντιο, μάλιστα, τα μπάσα τα έπαιξε ο ίδιος ο Mameli, παρότι ο van Drunen ήταν ο μπασίστας της σκηνής.
Αυτός ο δίσκος τους έβγαλε έξω από την Ολλανδία. Ακολούθησαν περιοδείες με Celtic Frost, Death, Carcass, Napalm Death, Morbid Angel και Bolt Thrower, δηλαδή με ολόκληρη την πρώτη γραμμή της εποχής. Η φωνή του van Drunen έγινε σχολή από μόνη της και ακούγεται μέχρι σήμερα σε δεκάδες σχήματα που δεν το παραδέχτηκαν ποτέ ανοιχτά. Το 1990 εκείνος έφυγε για να στήσει τους Asphyx, και η μπάντα βρέθηκε ξαφνικά χωρίς τραγουδιστή και χωρίς μπασίστα.
Πώς ακούγεται μια μπάντα που αρνείται να επαναλάβει τον εαυτό της;
Για το “Testimony Of The Ancients” του 1991 ο Mameli πήρε ο ίδιος τα φωνητικά και κάλεσε τον Tony Choy στο μπάσο. Η ηχογράφηση έγινε στην Τάμπα, στην καρδιά της αμερικανικής σκηνής, και το αποτέλεσμα ήταν ένα concept album όπου κάθε κομμάτι κλείνει με ένα μικρό ορχηστρικό ιντερλούδιο. Μαζί με το “Human” των Death και το “Piece Of Time” των Atheist, είναι ένας από τους δίσκους που όρισαν το progressive death metal πριν καν καθιερωθεί ο όρος. Το “Land Of Tears” έπαιξε κανονικά στο Headbangers Ball.
Δύο χρόνια αργότερα ήρθε το μεγάλο ρίσκο. Στο “Spheres” ο Mameli γέμισε τα κομμάτια με guitar synths και φράσεις δανεισμένες από τη jazz fusion, με τον Jeroen Paul Thesseling στο μπάσο. Η υποδοχή ήταν παγερή, τα τύμπανα του Foddis δέχτηκαν σκληρή κριτική ως ακατάλληλα για το υλικό, και αργότερα ο ίδιος ο Mameli κακολόγησε τον δίσκο για χρόνια. Η μπάντα διαλύθηκε το 1994, νιώθοντας ότι είχε φτάσει στο ταβάνι της. Χρειάστηκαν σχεδόν δύο δεκαετίες για να επανεκτιμηθεί.
Τι κράτησε η επιστροφή μετά το 2008;
Επέστρεψαν το 2008 με τον Mameli, τον Choy και τον Peter Wildoer, και με μια δήλωση που τα λέει όλα για το ύφος του ηγέτη τους. Υποσχέθηκε κάτι «more tech and way more brutal than ever before», και το “Resurrection Macabre” του 2009 κράτησε περίπου το μισό της υπόσχεσης. Ακολούθησαν το “Doctrine” του 2011 με διχασμένες κριτικές, κυρίως για τον ήχο του, και το “Obsideo” του 2013, ο τελευταίος δίσκος με τον Uterwijk. Τον Ιούλιο του 2014 ο Mameli ανακοίνωσε παύση χωρίς ημερομηνία επιστροφής.
Μέσα σε δύο χρόνια ήταν πάλι ενεργοί. Το “Hadeon” του 2018 και το “Exitivm” του 2021 έδειξαν έναν συνθέτη που γράφει ακόμα πολύπλοκα, με το δεύτερο να πατάει πιο σταθερά στα πόδια του. Στην ίδια περίοδο μαζεύτηκαν και τα στραβοπατήματα: το εξώφυλλο του “Hadeon” αποσύρθηκε όταν αποδείχθηκε λογοκλοπή, ενώ το “Levels Of Perception” του 2024, ένα άλμπουμ με επανηχογραφημένα παλιά κομμάτια, κυκλοφόρησε αρχικά με εξώφυλλο φτιαγμένο από AI και εισέπραξε βαριές κριτικές για την παραγωγή του. Ο δέκατος δίσκος, το “Portals“, βγήκε τελικά το 2026 από την Agonia.
Γιατί τελικά μετράνε;
Το σταθερό στοιχείο όλης αυτής της ιστορίας είναι ένας άνθρωπος. Από το 1986 μέχρι σήμερα έχουν περάσει δεκάδες μουσικοί από τη μπάντα, με τη θέση του μπασίστα να αλλάζει χέρια πάνω από δέκα φορές, και ο Mameli είναι ο μόνος που δεν έφυγε ποτέ. Αυτό εξηγεί ταυτόχρονα τη συνοχή του ήχου και την ανισότητα της δισκογραφίας. Οι Pestilence κατατάσσονται στα «big four» του technical death metal μαζί με Death, Atheist και Cynic, και αυτή η θέση δεν τους δόθηκε για το σύνολο της πορείας τους.
Κερδήθηκε σε τέσσερα χρόνια, από το 1989 ως το 1993, όταν τρεις διαδοχικοί δίσκοι έλυσαν τρία διαφορετικά προβλήματα του είδους: πώς ακούγεται η ωμότητα, πώς χωράει η τεχνική χωρίς να καταντήσει επίδειξη, πόσο ρίσκο αντέχει το death metal πριν σπάσει. Τα υπόλοιπα τριάντα χρόνια είναι η ζωή μιας μπάντας που έμαθε να ζει με τη σκιά των ίδιων της των δίσκων. Αυτό δεν τους μειώνει, απλώς τους κάνει ανθρώπους.

