Με μία ματιά...
Το “Stigmata” συνδύασε μοναδικά τον μεταφυσικό τρόμο με την ποπ αισθητική των 90s. Ο Rupert Wainwright παρέδωσε ένα φιλμ γεμάτο οπτικές ακρότητες και μια ατμόσφαιρά γοητευτική και σκοτεινή.
- Πώς ένα b-movie κατάφερε να εξοργίσει το Βατικανό ξεπερνώντας κάθε εμπορική προσδοκία της εποχής.
- Η ερμηνεία της Patricia Arquette και η MTV σκηνοθεσία καθιέρωσαν το έργο.
- Μια ένοχη κινηματογραφική απόλαυση που βλέπεται με τεράστια άνεση ακόμα και σήμερα.
Η ταινία “Stigmata” αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση του σινεμά των τελών της δεκαετίας του ενενήντα που συνεχίζει να απασχολεί. Το έργο που παρέδωσε ο σκηνοθέτης Rupert Wainwright το 1999 αποτελεί ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο στην κατηγορία του υπερφυσικού τρόμου.
Η κεντρική ιδέα παρακολουθεί την Frankie Paige, μια νεαρή κομμώτρια, η οποία δέχεται ένα ροζάριο από τη Βραζιλία και αρχίζει να βιώνει τα στιγματικά τραύματα του Χριστού. Αυτή η παραγωγή σίγουρα δεν ανακαλύπτει τον τροχό ούτε προσφέρει κάποια πρωτοφανή κινηματογραφική εμπειρία, όμως, το τελικό αποτέλεσμα καταλήγει να είναι μια τρομερά ευχάριστη θέαση. Αυτά που εκ πρώτης όψεως ξεχωρίζουν δεν είναι άλλα από την αισθητική και τη μουσική επένδυση.
Πριν φτάσουμε στη μορφή που όλοι είδαμε στις αίθουσες, η ιστορία πέρασε από δημιουργικά στάδια και ριζικές αλλαγές στον κεντρικό πυρήνα της. Το αρχικό σενάριο επικεντρωνόταν σε έναν άνδρα καλλιτέχνη τατουάζ, μια ιδέα που τελικά εγκαταλείφθηκε για άγνωστους λόγους. Ο δημιουργός επέλεξε την Patricia Arquette για τον ρόλο.

Τη θεώρησε ιδανική επιλογή για να ενσαρκώσει μια άθεη γυναίκα που παλεύει με ανεξήγητες δυνάμεις μέσα στην καθημερινότητά της. Αυτή η επιλογή φύλου έδωσε νέα δυναμική στο έργο. Η πρωταγωνίστρια κατάφερε να μεταφέρει την άγνοια ενός ανθρώπου απέναντι στο άγνωστο με χαρακτηριστική ευκολία.
Η ταύτιση της ηρωίδας με την ιστορία του φαινομένου πηγαίνει πολύ πιο βαθιά από μια απλή αναφορά. Το μικρό όνομα της κεντρικής πρωταγωνίστριας προέρχεται απευθείας από τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης. Το συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο θεωρείται ο πρώτος καταγεγραμμένος άνθρωπος που εμφάνισε ποτέ τα στίγματα.
Η παραγωγή μάλιστα σκεφτόταν σοβαρά να ονομάσει το φιλμ “St. Frances Of Pittsburgh”, θέλοντας να τονίσει αυτή ακριβώς τη στενή σύνδεση. Μια τέτοια κίνηση θα έδινε ίσως έναν πιο προσωπικό τόνο στον τίτλο, προϊδεάζοντας το κοινό για τη θρησκευτική θεματική που ακολουθεί. Τελικά επικράτησε ένας πιο άμεσος τίτλος που λειτουργεί εξαιρετικά στο εμπορικό κομμάτι.
Η σύνδεση με το MTV και η παραγωγή
Τα γυρίσματα και η οπτική ταυτότητα του έργου φέρουν ξεκάθαρα την υπογραφή της προηγούμενης καριέρας του ανθρώπου που βρισκόταν πίσω από τις κάμερες. Ο Rupert Wainwright είχε μεγάλη εμπειρία στη σκηνοθεσία μουσικών βίντεο, γεγονός που εξηγεί τον φρενήρη ρυθμό στο μοντάζ και τις επιθετικές γωνίες λήψης.
Στις σκηνές όπου η Frankie βιώνει την πρώτη της εκδήλωση στιγματισμού (αν είναι δόκιμο αυτό), το συνεργείο χρησιμοποίησε λαστιχένια προσθετικά χέρια με εσωτερικά καλώδια. Σκοπός ήταν να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της κίνησης στα δάχτυλα. Αυτή η τεχνική έδωσε στο έργο έναν μοντέρνο και γειωμένο χαρακτήρα που ταίριαζε γάντι στην εποχή του και οι υπερφυσικές σεκάνς κατέληξαν να μοιάζουν με σκοτεινό μουσικό κλιπ.
Σημαντικό ρόλο στην αληθοφάνεια της δράσης έπαιξε η αφοσίωση των ηθοποιών στις απαιτήσεις των σκηνών. Κατά τη διάρκεια της έντονης σεκάνς μέσα στο μετρό, η Patricia Arquette και η συμπρωταγωνίστριά της Nia Long αρνήθηκαν να χρησιμοποιήσουν κασκαντέρ και εκτέλεσαν μόνες τους όλη τη χορογραφία.
Το συγκεκριμένο βαγόνι αποτελούσε ένα ειδικά κατασκευασμένο σκηνικό μέσα σε στούντιο. Στο παρελθόν είχε χρησιμοποιηθεί κατά διαστήματα για τα γυρίσματα της τηλεοπτικής σειράς “Seinfeld”. Η απουσία σωσία στις επικίνδυνες λήψεις προσφέρει μια φυσικότητα που συχνά λείπει από τις παραγωγές του Χόλιγουντ. Έτσι ο πανικός των χαρακτήρων γράφει πολύ πιο αληθινός στον φακό.
Αρκετές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες κρύβονται και στις τοποθεσίες όπου στήθηκαν οι κάμερες του συνεργείου. Η πλοκή υποτίθεται πως εκτυλίσσεται εξολοκλήρου στην πόλη του Πίτσμπουργκ. Διάφορα γενικά πλάνα αποκαλύπτουν ξεκάθαρα το Λος Άντζελες. Σε αρκετές λήψεις διακρίνεται το χαρακτηριστικό κτίριο Eastern Columbia, το οποίο είχε εμφανιστεί και στο “Predator 2“.
Παράλληλα τα γυρίσματα ταξίδεψαν μέχρι το Μεξικό για να αποδώσουν το φανταστικό χωριό Belo Quinto. Εκεί, μέσα σε μια πραγματική εκκλησία στην Τιχουάνα, τοποθετήθηκε το κέρινο ομοίωμα του νεκρού ιερέα που είχε κατασκευαστεί νωρίτερα στην Καλιφόρνια. Το διαρκές γεωγραφικό άλμα εξασφάλισε την απαραίτητη ποικιλομορφία στα οπτικά στοιχεία.
Το θρησκευτικό υπόβαθρο και η Καθολική Εκκλησία
Δίπλα στην κομμώτρια συναντάμε τον Πατέρα Andrew Kiernan, έναν απεσταλμένο του Βατικανού που ερευνά θαύματα. Τον ρόλο αναλαμβάνει ο Gabriel Byrne, του οποίου το προσωπικό παρελθόν προσθέτει ένα ενδιαφέρον επίπεδο στην ερμηνεία. Ο Ιρλανδός ηθοποιός είχε περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια σε ιερατική σχολή στη Ρώμη με σκοπό να γίνει ιερέας, προτού τα παρατήσει οριστικά για τον δρόμο της υποκριτικής.
Η τριβή του με τους εκκλησιαστικούς θεσμούς τον βοήθησε να αποδώσει τον χαρακτήρα του ερευνητή με τρομερή άνεση και πειστικότητα. Ειρωνικά, την ίδια ακριβώς χρονιά ενσάρκωσε τον Σατανά στο “End Of Days”, κερδίζοντας μια υποψηφιότητα για το Χρυσό Βατόμουρο.
Πολλές λεπτομέρειες γύρω από τα κείμενα που εμφανίζονται στην οθόνη δημιουργούν ένα παζλ για τους παρατηρητικούς θεατές. Η πλοκή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο Ευαγγέλιο του Θωμά, το οποίο το σενάριο αναφέρει εσφαλμένα ότι γράφτηκε στα Αραμαϊκά. Το συγκεκριμένο κείμενο συντάχθηκε στην πραγματικότητα στα Κοπτικά, μια αρχαία αιγυπτιακή γλώσσα που προήλθε από το ελληνικό αλφάβητο.
Τα γράμματα που εμφανίζονται στον τοίχο της πρωταγωνίστριας είναι αρχαία Εβραϊκά. Ο επικεφαλής της παραγωγής πήρε αυτή τη δημιουργική απόφαση καθαρά για αισθητικούς λόγους, θεωρώντας ότι η εβραϊκή γραφή έγραφε πολύ πιο εντυπωσιακά μπροστά στην κάμερα. Η ιστορική ακρίβεια θυσιάστηκε στον βωμό της οπτικής έντασης.
Ένα από τα πιο ζουμερά κομμάτια της ιστορίας του φιλμ είναι η σφοδρή αντίδραση που προκάλεσε στους θρησκευτικούς κύκλους των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αμερικανική οργάνωση προάσπισης των δικαιωμάτων των Καθολικών, γνωστή ως Καθολική Λίγκα, επιτέθηκε δημόσια στην παραγωγή, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα ως μια καθαρή προπαγάνδα εναντίον της εκκλησίας.
Το πρόβλημά τους εστιαζόταν στο κεντρικό μήνυμα που μετέφερε το χαμένο ευαγγέλιο. Σύμφωνα με το κείμενο η βασιλεία του Θεού βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο. Χαρακτηριστικά μια φράση αναφέρει «σκίσε ένα κομμάτι ξύλο, είμαι εκεί, σήκωσε την πέτρα και θα με βρεις εκεί». Αυτή η προσέγγιση εξόργισε τους συντηρητικούς εκπροσώπους, οι οποίοι θεώρησαν ότι το έργο προσπαθούσε να υπονομεύσει τη νομιμοποίηση των θρησκευτικών θεσμών. Η οργάνωση χάρηκε ιδιαίτερα όταν ορισμένοι κριτικοί έθαψαν την προβολή.
Το εναλλακτικό φινάλε
Μέσα σε όλο αυτόν τον θόρυβο αξίζει να σταθούμε στον ρόλο του Καρδινάλιου Houseman, τον οποίο υποδύεται ο Jonathan Pryce. Ο χαρακτήρας του ενσαρκώνει τη σκοτεινή πλευρά του Βατικανού, καθώς προσπαθεί να αποσιωπήσει το θαύμα για να προστατεύσει την εξουσία του συστήματος.
Σε μια σκηνή μέσα στα γραφεία της Ρώμης ακούγεται στο παρασκήνιο μια συνομιλία στα ιταλικά που μεταφράζεται ως «μείνε ήσυχος, τίποτα από όλα αυτά δεν πρόκειται να βγει από αυτό το δωμάτιο». Αυτή η μικρή ηχητική λεπτομέρεια κλείνει το μάτι στον θεατή και ενισχύει την αίσθηση της συνωμοσίας που διατρέχει ολόκληρη την πλοκή. Όλος αυτός ο αρνητικός ντόρος βοήθησε την παραγωγή να σκίσει στα ταμεία, συγκεντρώνοντας ενενήντα εκατομμύρια δολάρια.
Ίσως λίγοι να γνωρίζουν ότι το φινάλε που προβλήθηκε στους κινηματογράφους διαφέρει δραματικά από το αρχικό όραμα των δημιουργών. Το σενάριο προέβλεπε ότι η πρωταγωνίστρια αφήνει την τελευταία της πνοή στα χέρια του ιερέα, αφού πρώτα δεχτεί το τελικό στίγμα. Υπήρχε επίσης ένας εκτεταμένος επίλογος όπου ο χαρακτήρας του Byrne αφήνει το πορτρέτο της νεαρής κοπέλας στην εκκλησία του Belo Quinto εις μνήμην της.
Η εταιρεία παραγωγής αποφάσισε να αφαιρέσει κάθε αναφορά στον θάνατο της ηρωίδας κατά τη διάρκεια του μοντάζ, προτιμώντας ένα πιο αισιόδοξο κλείσιμο. Στην τελική εκδοχή βλέπουμε την κοπέλα στον κήπο μιας εντυπωσιακής έπαυλης, η οποία είχε χρησιμοποιηθεί και για τα γυρίσματα της επιτυχίας “The Game”.
Σήμερα, τοποθετώντας το έργο στο κάδρο της εποχής του, γίνεται αντιληπτό γιατί καταφέρνει να ψυχαγωγεί. Διαθέτει μια ανεπιτήδευτη αμεσότητα που δεν παίρνει τον εαυτό της περισσότερο σοβαρά από όσο χρειάζεται. Υπάρχουν προφανώς σεναριακές ευκολίες, όπως το ότι οι γιατροί στα επείγοντα θεωρούν πρακτικά αδύνατο μια γυναίκα να καρφώσει χοντρά καρφιά στους καρπούς της.
Το στόρι προσπερνάει αυτές τις λεπτομέρειες πολύ γρήγορα για να εξυπηρετήσει τη δράση. Παραβλέποντας τις όποιες αστοχίες στην αφήγηση, ο ρυθμός παραμένει καταιγιστικός και καταφέρνει να σε κρατήσει καρφωμένο στην οθόνη μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους. Είναι το τέλειο δείγμα μιας ένοχης απόλαυσης που δεν χάνει ποτέ τη φρεσκάδα της.

