Η δεκαετία του ’80 έμαθε να δοξάζει τη δύναμη μέσα από εικόνες. Γυαλιστερά cockpits, αργή κίνηση, ιδρωμένα σώματα και μηχανές που δεν σταματούν ποτέ. Το Top Gun δεν ήταν ταινία πολέμου· ήταν ερωτικό γράμμα στην ταχύτητα, στη φαντασίωση της ανωτερότητας, στη θολή υπόσχεση ότι αν πετάς αρκετά ψηλά, ο φόβος δεν θα σε φτάσει ποτέ. Όμως πίσω από τον θόρυβο, υπήρχαν δύο άντρες που δεν κοιτούσαν ποτέ πραγματικά ο ένας τον άλλο — γιατί αν το έκαναν, θα έβλεπαν κάτι οικείο και τρομακτικό.
Η σύγκρουσή τους δεν είναι αγωνιστική. Είναι καθαρά υπαρξιακή.
Ο Maverick είναι όλα όσα ήθελε να είναι το κοινό του ‘80. Ρίσκο, αυτοπεποίθηση, αναίδεια, γοητεία. Αλλά δεν είναι καθόλου ελεύθερος. Κουβαλάει το βάρος ενός πατέρα-φάντασμα, ενός ονόματος που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, μιας κληρονομιάς που δεν έχει κριθεί. Δεν πετάει για να ζήσει. Πετάει για να αποδείξει. Κάθε του κίνηση, κάθε ελιγμός, κάθε πρόκληση στον πύργο ελέγχου, είναι κραυγή. “Δείτε με. Ακούστε με. Αξίζω.” Και όταν δεν τον βλέπουν, χάνεται.
Ο Iceman, αντίθετα, είναι η ψυχρή απόδειξη ότι κάποιος μπορεί να ελέγχει απόλυτα το χάος. Χαμηλή φωνή, σχεδόν μηχανικές κινήσεις, αυστηρή πειθαρχία. Δεν κυνηγάει τον αντίπαλο για να τον εντυπωσιάσει. Τον κυνηγάει για να τον διαλύσει μεθοδικά. Είναι ακριβής, είναι ήρεμος, είναι απόμακρος. Και πίσω από αυτή τη φαινομενική τελειότητα, κρύβεται ο ίδιος πανικός που νιώθει κι ο Maverick: ότι μια λάθος κίνηση θα αποκαλύψει τα πάντα. Ότι δεν είναι όσο δυνατός προσποιείται.

Η σύγκρουσή τους δεν είναι αγωνιστική. Είναι καθαρά υπαρξιακή. Ο Maverick καταστρέφει την εικόνα του εαυτού του για να πει “είμαι κάτι άλλο”. Ο Iceman διατηρεί την εικόνα με κάθε κόστος, γιατί φοβάται τι θα βγει αν ραγίσει. Στις σκηνές που βρίσκονται πρόσωπο με πρόσωπο, ο ένας μοιάζει να θέλει να μιλήσει και ο άλλος να κλείσει κάθε δίοδο. Ο Maverick ιδρώνει. Ο Iceman δαγκώνει τα δόντια. Κανείς τους δεν κοιτάζει κατάματα — μόνο όσο χρειάζεται για να μη φανεί η ρωγμή.
Για μια στιγμή, παραδέχονται ότι ο ένας βλέπει τον άλλον. Και αυτό, για άντρες που έμαθαν να πετούν για να ξεχνούν το έδαφος, είναι επανάσταση.
Ο Goose πεθαίνει, και ο Maverick καταρρέει. Όχι γιατί ήταν απλώς φίλος. Αλλά γιατί μαζί του πέθανε η αίσθηση ότι κάποιος τον κρατάει στην πραγματικότητα. Χωρίς τον Goose, ο Maverick είναι απροστάτευτος. Ένας άνθρωπος που δεν έχει καμία σταθερά, κανένα έδαφος, καμία φωνή να τον συγκρατήσει όταν αμφιβάλλει για τον εαυτό του. Κι εκεί, την κρίσιμη στιγμή, είναι ο Iceman που λέει την πιο ουσιαστική φράση: “You can be my wingman anytime.”
Δεν έχει σημασία αν το εννοεί. Σημασία έχει ότι αναγνωρίζει. Για πρώτη φορά, ο Iceman “χαμηλώνει τον πάγο του”. Ο Maverick “παγώνει τη φωτιά του.” Και συναντιούνται στο μόνο σημείο που μπορούν να σταθούν χωρίς να αυτοκαταστραφούν: στην αμοιβαία κατανόηση του πόνου που δεν παραδέχτηκαν ποτέ. Δεν αλλάζουν. Δεν αγκαλιάζονται. Αλλά για μια στιγμή, παραδέχονται ότι ο ένας βλέπει τον άλλον. Και αυτό, για άντρες που έμαθαν να πετούν για να ξεχνούν το έδαφος, είναι επανάσταση.
Το Top Gun είναι μια ταινία για πιλότους. Αλλά αυτό δεν την κάνει στρατιωτική. Την κάνει ψυχολογική. Οι αερομαχίες είναι απλώς προεκτάσεις της ανάγκης για απόδειξη, επιβίωση, κυριαρχία. Δεν υπάρχει εχθρός με πρόσωπο. Υπάρχει μόνο ο εαυτός. Ο Maverick πολεμά την εικόνα του πατέρα του. Ο Iceman πολεμά κάθε τι που θα μπορούσε να διαταράξει την αυτοκυριαρχία του. Κανείς δεν είναι ελεύθερος. Και κανείς δεν τολμά να το πει.
Η αληθινή “danger zone” δεν βρίσκεται στον ουρανό. Βρίσκεται μέσα τους. Στο πώς να είσαι άντρας χωρίς να παγώσεις.
Στον πυρήνα της, η ταινία είναι θλιμμένη. Κρύβει τη θλίψη της με μουσική, μηχανές, στυλ και ιδρώτα. Αλλά κάθε close-up του Tom Cruise είναι βλέμμα που ψάχνει. Κάθε παύση του Val Kilmer είναι ασπίδα. Η αληθινή “danger zone” δεν βρίσκεται στον ουρανό. Βρίσκεται μέσα τους. Στο πώς να είσαι άντρας χωρίς να παγώσεις. Στο πώς να εκφραστείς χωρίς να γίνεις ευάλωτος. Στο πώς να παραδεχτείς ότι δεν ξέρεις πού πας, κι ας έχεις πυραύλους πίσω σου.
Και μετά ήρθε το Top Gun: Maverick. Και μέσα σε μια ταινία γεμάτη νέα πρόσωπα και παλιές αναμνήσεις, υπήρξε μια σκηνή που δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Ο Maverick μπήκε σε ένα ήσυχο δωμάτιο και συνάντησε τον Iceman. Όχι όπως τον θυμόταν, αλλά όπως τον είχαν αφήσει τα χρόνια, η ασθένεια, ο χρόνος. Δεν μίλησε εκείνος. Δεν χρειάστηκε. Το βλέμμα του είπε όλα όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ στην πρώτη ταινία. Ο Maverick δεν απάντησε. Έσφιξε τα χείλη. Χαμήλωσε το βλέμμα. Και χαμογέλασε. Όχι γιατί ήθελε. Αλλά γιατί δεν άντεχε αλλιώς.
Ο Tom Cruise, όπως το έχει φέρει η μοίρα, είναι ο τελευταίος maverick της εποχής του.
Ο Val Kilmer πέθανε λίγο αργότερα. Και μαζί του, ένα κομμάτι αυτής της εποχής. Ο Tom Cruise, όπως το έχει φέρει η μοίρα, είναι ο τελευταίος maverick της εποχής του. Αυτής της εποχής του ατίθασου, του macho και της αναγκαίας παιδικής αθωότητας με την οποία αντιμετωπίζει τον κίνδυνο, κάτι που σε εμάς φαίνεται απίθανο.
Ο Maverick και ο Iceman δεν ήταν ποτέ φίλοι με τον κλασικό τρόπο. Ήταν δύο εσωτερικά παιδιά που δεν έμαθαν ποτέ να ζητούν αγάπη — μόνο να τη δείχνουν με πειθαρχία, αντιπαλότητα και σιωπή. Και εκείνη η τελευταία τους συνάντηση, χωρίς σκληρές κουβέντες, χωρίς φωνές, χωρίς δεύτερες σκέψεις, ήταν τελικά η μόνη ειλικρινής στιγμή τους. Η αποδοχή. Η αγκαλιά χωρίς χέρια. Το “σε είδα” που άργησε δεκαετίες, αλλά ήρθε.