Αν το καλοσκεφτείς, η underground σκηνή είναι γεμάτη από συγκροτήματα που προσπαθούν να είναι τα πιο δυνατά, τα πιο γρήγορα ή τα πιο ακραία. Γενικά, υπάρχει μία προσπάθεια μέσω της τεχνικής τους ικανότητας να ξεχωρίσουν, το οποίο δεν αναφέρεται ως μομφή. Όμως, στο μουντό Λίβερπουλ (τόσο μουσικά όσο και κλιματικά), εμφανίστηκε στα μέσα των ‘00s ένα συγκρότημα που αδιαφόρησε πλήρως για αυτόν τον άγραφο κανόνα, οι Conan.
Ιδρυμένο από τον κιθαρίστα και τραγουδιστή Jon Davis, το συγκρότημα είχε εξαρχής μια μοναδική, ακλόνητη αποστολή. Ήθελαν να χαμηλώσουν τον τόνο, να ανεβάσουν την ένταση και να παραδώσουν riffs με καταστροφική δύναμη ισάξια του Atlantean Sword. Με τα χρόνια, η μουσική τους έχει γίνει σημείο αναφοράς για το σύγχρονο doom και sludge metal.
Ο ήχος τους μοιάζει με ενεργό τεκτονικό ρήγμα που ταρακουνάει το έδαφος, στέλνοντας δονήσει μέσα από το πάτωμα που χτυπάνε με όλο τους το βάρος κατευθείαν στο στήθος. Αυτή η εμμονή με τον όγκο είναι που τους κρατάει στον δρόμο και στα στούντιο εδώ και δύο δεκαετίες, χτίζοντας τον δικό τους μύθο στη heavy σκηνή.
Το δόγμα του Caveman Battle Doom
Η φράση “caveman battle doom” έχει γίνει πλέον συνώνυμη με το συγκρότημα. Είναι μια ταμπέλα που υιοθέτησαν από νωρίς, αποτυπώνοντας την πρωτόγονη και βίαιη φύση της μουσικής τους. Ο Davis έχει παραδεχτεί ανοιχτά ότι η ταμπέλα αυτή προέκυψε οργανικά και παιχνιδιάρικα. «Ήταν λίγο αστείο στην αρχή», σημείωσε σε συνέντευξή του στο The Quietus. «Ήταν πάντα διασκεδαστικό, οπότε συνεχίσαμε να το κάνουμε, και εδώ είμαστε». Αυτή η ανεπιτήδευτη στάση του Jon, είναι όμοια με αυτήν που βρίσκεται στον πυρήνα της δημιουργικής τους διαδικασίας.

Πριν ο Jon Davis μάθει να παίζει καλά κιθάρα, τον τρόμαζαν οι τεχνικές απαιτήσεις της heavy μουσικής. Έτσι, συνειδητά, επέλεξε να γράφει απλά, συντριπτικά riffs. «Η έμφαση των Conan ήταν πάντα στο πόσο heavy θα είναι η μουσική μας και όχι στο πόσο τεχνική», εξήγησε στο NMTH. Αυτή η προσέγγιση αποδείχθηκε εξαιρετικά αποτελεσματική. Η απλότητα στη δομή των τραγουδιών επιτρέπει στον καθαρό όγκο και τον τόνο να κάνουν τη βαριά δουλειά, δημιουργώντας μια εμπειρία που σε βυθίζει ολοκληρωτικά και σε αφήνει χαμένο μέσα στον ήχο.
Η οπτική και ηχητική ταυτότητα της καταστροφής
Ένα κρίσιμο στοιχείο της εμπειρίας των Conan είναι και η συνεπής οπτική τους ταυτότητα. Από τα πρώτα τους demo, συμπεριλαμβανομένου και του EP “Horseback Battle Hammer”, η μπάντα συνεργάζεται με τον Αμερικανό καλλιτέχνη Tony Roberts. Τα έργα του αποτυπώνουν τέλεια τη ζοφερή, μυθολογική ατμόσφαιρα της μουσικής τους. Τα εξώφυλλα απεικονίζουν άγονες τοπιογραφίες, πανύψηλα θηρία και σκελετωμένους πολεμιστές που μάχονται αιώνια. Ο Davis αναγνωρίζει στον Roberts ότι κατάλαβε τέλεια το όραμά τους και τους βοήθησε να διαμορφώσουν την αισθητική τους από το μηδέν.
Παράλληλα με την οπτική πλευρά, ο ήχος του συγκροτήματος στο στούντιο έχει καλλιεργηθεί προσεκτικά με τα χρόνια. Πέρασαν πολύ χρόνο δουλεύοντας στα Foel Studios με τον παραγωγό Chris Fielding, ο οποίος κατάφερε να αποτυπώσει τον κολοσσιαίο ήχο τους σε ζωντανή ηχογράφηση. Ο Fielding τελικά εντάχθηκε στη μπάντα ως μπασίστας, σταθεροποιώντας μια σύνθεση που καταλάβαινε ακριβώς πώς να χειριστεί τις χαμηλότερες δυνατές συχνότητες. Η παραγωγή σε άλμπουμ όπως το “Monnos” και το “Revengeance” είναι ασφυκτική, αλλά κάθε όργανο διατηρεί τον ξεχωριστό του χαρακτήρα. Ο ήχος του μπάσου βουίζει κάτω από τη γη, ενώ το kick drum ωθεί τον αέρα με φυσική δύναμη.
Μύθοι, βάρβαροι και προσωπικοί δαίμονες
Οι στίχοι ασχολούνται κυρίως με τη φαντασία, τη μυθολογία και τα αιματοβαμμένα πεδία μάχης. Τίτλοι όπως “Hawk As Weapon” και “Dying Giant” φέρνουν στο νου εικόνες από τις ιστορίες του Robert E. Howard και τις κλασικές ταινίες με σπαθιά και μαγεία. Ο Jon Davis εισάγει μια εκπληκτική ποσότητα προσωπικών συναισθημάτων σε αυτά τα φανταστικά σενάρια. Το περιεχόμενο των στίχων συχνά χρησιμεύει ως αλληγορία για τις δυσκολίες της πραγματικής ζωής. «Αντί να το συσχετίσω με κάτι από μια ιστορία του Conan, γιατί να μην το κάνω σαν να βρίσκομαι εγώ ο ίδιος σε αυτόν τον κόσμο και να τραγουδάω για το πόσο βίαιο είναι ή για το πόσο δύσκολη είναι η ζωή;» αποκάλυψε ο Davis στο Vice.
Έχει μιλήσει για τις δικές του ανησυχίες και για το πώς η μουσική λειτουργεί ως μηχανισμός αντιμετώπισης. Φωνάζοντας ιστορίες για βαρβάρους και μινώταυρους, μπορεί να απελευθερώσει την συσσωρευμένη ένταση. Το κοινό τροφοδοτείται άμεσα από αυτή την καθαρτική ενέργεια. «Με βλέπουν να φωνάζω με όλη μου τη δύναμη για έναν βάρβαρο ή έναν μινώταυρο ή οτιδήποτε άλλο, και βλέπουν πόσο απολαυστικό είναι αυτό», σχολιάζει ο Davis. Η ένταση και η επιθετικότητα προσφέρουν μια προσωρινή απόδραση από τον κόσμο της καθημερινότητας.
Η φωνή του ξεφεύγει από τα συνηθισμένα πρότυπα του σκληρού ήχου. Βγαίνει απελπισμένη, μια κραυγή από το βάθος του λαιμού που μοιάζει να παλεύει να ακουστεί πάνω από τη βοή ενός πραγματικού πεδίου μάχης. Αυτή η παγωμένη, ανατριχιαστική αντίθεση με τη ζεστή παραμόρφωση στις κιθάρες δημιουργεί μια μοναδική ηχητική υπογραφή. Σε παλαιότερες συνθέσεις, αυτό έδενε με τα φωνητικά των μπασιστών, όπως ο Chris Fielding ή ο John McNulty, προσθέτοντας ακόμα ένα επίπεδο στη φωνητική επίθεση. Η μουσική αναγκάζει τα φωνητικά να παλέψουν για τον χώρο τους, αποτυπώνοντας τον αγώνα που περιγράφουν οι στίχοι. Κάθε συλλαβή βγαίνει με καθαρή σωματική προσπάθεια, σαν να κερδίζεται με το ζόρι μέσα από τους ενισχυτές.
Μια σωματική εμπειρία που αντέχει στον χρόνο
Με τα χρόνια, η μπάντα δεν έχει σταματήσει να οργώνει τους δρόμους. Έχουν μεταφέρει τον εκκωφαντικό ήχο τους παντού, από πνιγηρά μικρά κλαμπ μέχρι τις τεράστιες σκηνές των φεστιβάλ. Παρά τις αλλαγές στη σύνθεση, με τους Johnny King στα τύμπανα και David Ryley στο μπάσο να πλαισιώνουν σήμερα τον Jon Davis, η βασική φιλοσοφία παραμένει ακλόνητη.
Η ανάγκη τους να φτάσει η μουσική τους σε όποιον αντέχει να την ακούσει είναι ο μόνος στόχος. «Θέλουμε απλώς να παίζουμε σε όσο το δυνατόν περισσότερα μέρη και να βγούμε εκεί έξω», έχει πει ο Davis στο Echoes And Dust. Αυτή η επιμονή έχει χτίσει έναν εξαιρετικά πιστό πυρήνα οπαδών, που ξέρει ότι ένα live των Conan είναι μια καθαρά σωματική εμπειρία, όπου οι χαμηλές συχνότητες σε κάνουν να τρέμεις ολόκληρος.
Το να σε συνοδεύει η φήμη του βαρύτερου συγκροτήματος στη Βρετανία είναι μια δύσκολη υπόθεση. Πάντα θα υπάρχει μια νέα μπάντα έτοιμη να κουρδίσει ακόμα πιο χαμηλά και να τερματίσει τους ενισχυτές της. Ο Davis, όμως, δεν έχει πια την εμμονή να κρατήσει αυτόν τον τίτλο. Η εμπειρία τού άλλαξε την οπτική για το τι μετράει πραγματικά. «Υπάρχουν πολλές heavy μπάντες σήμερα και είναι καλύτερο να αναγνωρίζεσαι για τη συνέπεια και τη μακροβιότητά σου παρά για κάτι τόσο προσωρινό όπως το “heaviness“, ο καθένας μπορεί να είναι heavy», λέει ο ίδιος.
Αυτή η προσγειωμένη λογική είναι που κρατάει τους Conan ζωντανούς. Εστιάζουν στον δρόμο τους, τελειοποιώντας τον ήχο τους με απόλυτη πίστη. Η δισκογραφία τους, από το “Blood Eagle” μέχρι το “Evidence of Immortality”, αποτελεί απόδειξη της αφοσίωσής τους στο riff. Έχουν χαράξει το δικό τους αιματηρό μονοπάτι στο metal, οπλισμένοι με τόνους από ενισχυτές και πλήρη αδιαφορία για οτιδήποτε περιττό.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Conan (OW) | Facebook | Instagram | Bandcamp | Spotify | Deezer | SoundCloud | Tidal

