Ο Val Kilmer πέθανε την πρώτη μέρα του Απρίλη. Όμως η στολή του Bruce Wayne/Batman, εκείνη που φόρεσε για λίγο στο “Batman Forever”, δεν θα σβήσει τόσο εύκολα. Δεν ήταν ο πρώτος Batman, ούτε και ο τελευταίος. Ήταν, όμως, ο πιο άβολος. Εκείνος που φαινόταν να κοιτάζει πάντα αλλού. Όχι τον Riddler. Όχι την Gotham. Ίσως ούτε τον εαυτό του.
Ο Bruce Wayne του Kilmer δεν είναι υπερήρωας. Είναι ένας τύπος που μοιάζει χαμένος σε δικό του όνειρο.
Το 1995, το franchise του Batman έπαιζε επικίνδυνα με την ταυτότητά του. Ο Tim Burton είχε αποχωρήσει. Ο Michael Keaton τον ακολούθησε. Το σκοτεινό σύμπαν της Gotham, που είχε μετατραπεί σε κινηματογραφικό αρχέτυπο, πέρασε στα χέρια του Joel Schumacher. Ο κόσμος έγινε πιο φωτεινός, πιο πολύχρωμος, σχεδόν κιτς. Κι όμως, μέσα σε αυτή την υπερβολή, ο Kilmer έκανε κάτι που ελάχιστοι κατάλαβαν τότε. Έπαιξε έναν Batman που δεν ήθελε να είναι Batman. Και έναν Bruce Wayne που δεν ήξερε ποιος είναι.
Η αποδοχή του κοινού ήταν μεγάλη. Τα ταμεία γέμισαν. Οι κριτικές, όμως, έμειναν μπερδεμένες. Το βλέμμα στράφηκε στα εφέ, στα κοστούμια, στον Jim Carrey που έκανε πάρτι. Κανείς δεν στάθηκε αρκετά στον Kilmer. Δεν κραύγαζε, δεν καυχιόταν. Έπαιζε με απόσταση. Σαν να προσπαθούσε να κρατήσει τον εαυτό του έξω από την παγίδα της μάσκας. Ο Bruce Wayne του Kilmer δεν είναι υπερήρωας. Δεν είναι ούτε εκατομμυριούχος playboy. Είναι ένας τύπος που μοιάζει χαμένος σε δικό του όνειρο.

Δεν γελά. Δεν θυμώνει. Απλώς κινείται. Μοιάζει σαν να έχει διασχίσει μια αόρατη γραμμή. Από τη μία πλευρά, ο μύθος. Από την άλλη, η ανάγκη να ξεφύγει από αυτόν. Στο “Batman Forever”, ο Kilmer δεν ήταν η καρδιά της ταινίας. Δεν τον άφησαν. Όλη η προσοχή πήγε στους villains, στις εκρήξεις, στην υπερβολή. Ο ίδιος, όμως, κινήθηκε εσωτερικά. Σαν σκιά που περνά μέσα από τα σκηνικά χωρίς να τα ακουμπά. Κουβαλούσε μαζί του έναν Batman που δεν ήταν ήρωας. Ήταν ερώτηση.
Ο δικός του Batman δεν ήταν πρόβλημα. Ήταν η τελευταία σοβαρή προσπάθεια να σωθεί κάτι.
Ποιος είμαι χωρίς τη στολή; Γιατί το κάνω αυτό; Αν μπορώ να φύγω, γιατί μένω; Αυτές ήταν οι ερωτήσεις που έβαλε στο τραπέζι ο Kilmer. Και δεν τις απάντησε. Άφησε τον θεατή να μείνει μόνος με τη σιωπή τους. Αυτό δεν του συγχωρέθηκε εύκολα. Η ταινία έκανε τεράστια εισπρακτική επιτυχία. Όμως ο Kilmer δεν ξαναφόρεσε ποτέ τη στολή. Είχε πει αυτό που ήθελε να πει. Δεν τον ενδιέφερε να συνεχίσει. Δεν ήταν, άλλωστε, ποτέ κομμάτι αυτού του κόσμου. Ο Schumacher δεν τον ήθελε πίσω. Ήθελε κάποιον πιο «ανοιχτό», πιο «εύκολο». Βρήκε τον George Clooney. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό.
Το “Batman & Robin” θεωρείται από πολλούς η χειρότερη ταινία της σειράς. Ο Batman έγινε ανέκδοτο. Η σκηνοθεσία έπνιξε κάθε ίχνος ουσίας. Το franchise χρειάστηκε σχεδόν μία δεκαετία για να ξαναβρεί το “σκοτάδι” της με το Batman trilogy του Christopher Nolan. Σε αυτή την πτώση, ο Kilmer δεν είχε καμία ευθύνη. Κι όμως, για χρόνια, το όνομά του συνδέθηκε με την αρχή του τέλους. Ήταν άδικο. Ο δικός του Batman δεν ήταν πρόβλημα. Ήταν η τελευταία σοβαρή προσπάθεια να σωθεί κάτι.
Όσοι είδαν βαθύτερα, το κατάλαβαν. Ο Kilmer δεν έπαιξε τον Batman σαν σύμβολο. Τον έπαιξε σαν βάρος. Σαν επιβίωση. Σαν κάτι που ο Bruce Wayne προσπαθεί απεγνωσμένα να αποβάλει. Κι αυτό έχει αξία. Γιατί ο Batman, για να παραμείνει ανθρώπινος, πρέπει να κουράζεται. Πρέπει να αμφιβάλλει. Πρέπει να θέλει να φύγει.
Ο Bruce Wayne του Val Kilmer δεν φώναξε ποτέ “I am Batman”. Δεν χρειάστηκε. Το βλέμμα του το έλεγε.
Ο Val Kilmer έδωσε φωνή σε αυτή την επιθυμία. Και μετά έφυγε. Όχι μόνο από την ταινία, αλλά και από το mainstream. Τον ενδιέφεραν άλλα πράγματα. Πιο προσωπικά. Πιο δύσκολα. Ίσως πιο αληθινά. Tο “Batman Forever” μοιάζει διαφορετικό, 30 χρόνια μετά. Ίσως τελικά να μην ήταν μια αποτυχία, αλλά μια προφητεία. Για έναν ήρωα που δεν σώζει. Που απλώς επιβιώνει. Που φεύγει. Και που, κάποιες φορές, μένει μόνο ως φάντασμα σε μια σπηλιά γεμάτη αναμνήσεις.
Ο Bruce Wayne του Val Kilmer δεν φώναξε ποτέ “I am Batman”. Δεν χρειάστηκε. Το βλέμμα του το έλεγε. Ήταν εκεί. Αλλά ήθελε απλώς να φύγει. Και αυτός ο Bruce Wayne ήταν, τελικά, ο πιο ανθρώπινος.