Με μία ματιά...
Ολόκληρη η σύγχρονη μουσική βιομηχανία πατάει πάνω σε ιδιοφυείς λούπες και “κλεμμένα” ντραμς
- Οι νομικές διαμάχες των 90s γέννησαν τη σύγχρονη αγορά των samples
- Το hip-hop γεννήθηκε στα πικάπ του Dj Kool Herc το 1973
- Το θρυλικό “Amen, Brother” έχτισε από το μηδέν τα βρετανικά ρέιβ
Η μουσική όπως τη γνωρίζουμε οφείλει τεράστιο μέρος της σημερινής της μορφής σε ένα ρυθμικό διάλειμμα. Στα μέσα του εικοστού αιώνα, οι ντράμερ άρχισαν να πειραματίζονται έντονα με τον ρυθμό, αφήνοντας πίσω τα παλιά πρότυπα και φέρνοντας στο προσκήνιο τα drum breaks. Αυτά τα σύντομα, σόλο περάσματα στα τύμπανα δεν άργησαν να γίνουν το ιερό δισκοπότηρο για τους παραγωγούς, αλλάζοντας για πάντα τη δομή των κομματιών.
Η πραγματική επανάσταση ξεκίνησε όταν αυτά τα μικρά ρυθμικά μέρη απομονώθηκαν και άρχισαν να επαναλαμβάνονται ρυθμικά, δημιουργώντας έναν εντελώς νέο καμβά για τους σύγχρονους καλλιτέχνες. Ο χορευτικός παλμός που προσέφεραν αποδείχθηκε τόσο εθιστικός που σταδιακά μετατράπηκαν σε αυτόνομο εμπορικό προϊόν, ξεφεύγοντας τελείως από τις τότε νόρμες.

Όλα ξεκίνησαν στα θρυλικά πάρτι του Μπρονξ το 1973 χάρη στην ιδιοφυή διορατικότητα του Dj Kool Herc. Ο συγκεκριμένος δημιουργός παρατήρησε ότι το κοινό αντιδρούσε με τεράστιο ενθουσιασμό στα σημεία όπου έπαιζαν μόνο τα τύμπανα από funk δίσκους, χορεύοντας εκστατικά. Χρησιμοποιώντας έξυπνα δύο αντίτυπα του ίδιου δίσκου, κατάφερε να παρατείνει αυτή τη ρυθμική κορύφωση, εφευρίσκοντας επί της ουσίας την τεχνική του λούπαρίσματος.
Αυτή η φαινομενικά απλή κίνηση στα πικάπ γέννησε την κουλτούρα του hip-hop και καθιέρωσε το sampling ως το βασικότερο εργαλείο παραγωγής για τις επόμενες γενιές. Το κυνήγι για το τέλειο ρυθμικό δείγμα, προσφέροντας τα πρώτα μουσικά samples, μόλις είχε ξεκινήσει με τους dj να ψάχνουν μανιωδώς στα ράφια.
Μουσικά samples: Πώς χρησιμοποιούνται τα drum breaks στο hip-hop;
Εκείνη την περίοδο αναδείχθηκε η τεράστια επιρροή του James Brown, ο οποίος άνοιξε το δρόμο για τη ρυθμική πολυπλοκότητα στη μουσική. Το θρυλικό του κομμάτι “Cold Sweat” ανέδειξε το σπάνιο ταλέντο του ντράμερ Clyde Stubblefield, δίνοντας του τον απαιτούμενο χώρο να δημιουργήσει μαγεία. Παρόλα αυτά, η παγκόσμια αναγνώριση ήρθε με το σινγκλ “Funky Drummer” που κυκλοφόρησε το 1970.
Ο χαρακτηριστικός, γεμάτος ακρίβεια ρυθμός αυτού του κομματιού σαμπλαρίστηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, χτίζοντας τον ήχο συγκροτημάτων όπως οι Public Enemy και οι N.w.a.. Ο ίδιος ο Brown μάλιστα παροτρύνει τον ντράμερ κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης λέγοντας χαρακτηριστικά «δεν χρειάζεται να κάνεις σόλο αδερφέ, απλά κράτα αυτό που έχεις».
Παράλληλα με τη funk κυριαρχία, ένα μάλλον άγνωστο gospel κομμάτι έμελλε να αλλάξει τον ήχο της ηλεκτρονικής μουσικής για πάντα. Οι The Winstons κυκλοφόρησαν το 1969 το “Amen, Brother”, όπου το ντραμ σόλο του Gregory Sylvester Coleman έκρυβε μια εντελώς μοναδική δυναμική. Αυτό το σύντομο ηχητικό απόσπασμα, γνωστό πλέον ως το θρυλικό amen break, υιοθετήθηκε αστραπιαία από τη βρετανική underground σκηνή.
Καθώς τα διαθέσιμα μηχανήματα εξελίσσονταν ραγδαία, οι παραγωγοί άρχισαν να κόβουν και να ανασυνθέτουν αυτόν τον ρυθμό, ρίχνοντας τα γερά θεμέλια για ολόκληρα είδη όπως το jungle και το drum-and-bass. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς ένα b-side τραγούδι από τα τέλη των ‘60s έφτασε να καθορίζει τον ρυθμό στα ρέιβ πάρτι.
Πνευματικά δικαιώματα: Ποιος κατέχει τα δικαιώματα ενός τραγουδιού;
Καθώς η πρακτική του δανεισμού ρυθμών γιγαντωνόταν, η βιομηχανία βρέθηκε αντιμέτωπη με πρωτόγνωρα νομικά ζητήματα γύρω από τα πνευματικά δικαιώματα. Τη δεκαετία του ενενήντα, συγκροτήματα όπως οι The Turtles ξεκίνησαν δικαστικές διαμάχες ζητώντας αστρονομικά ποσά για δευτερόλεπτα ηχογραφημένου υλικού. Η υπόθεση του Biz Markie έθεσε ένα αυστηρό νομικό προηγούμενο, ταυτίζοντας ουσιαστικά την ενσωμάτωση παλιών δίσκων με καθαρή κλοπή.
Αυτές οι δικαστικές αποφάσεις ανάγκασαν τους δημιουργούς να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο παραγωγής, αναζητώντας πιο σκοτεινά ακούσματα ή επιστρέφοντας στα φυσικά όργανα για να αποφύγουν τις μηνύσεις. Το τοπίο έγινε ξαφνικά πολύ ακριβό και εξαιρετικά επικίνδυνο για τους καλλιτέχνες που βασίζονταν στους δίσκους του παρελθόντος.
Σε απάντηση αυτής της κρίσης, μια νέα αγορά γεννήθηκε με μουσικούς να ηχογραφούν πρωτότυπα ρυθμικά μέρη αποκλειστικά για να κοπούν και να χρησιμοποιηθούν από άλλους. Εταιρείες κυκλοφόρησαν δίσκους βινυλίου γεμάτους με καθαρά τύμπανα, προσφέροντας μια νόμιμη και ασφαλή λύση στα στούντιο.
Ντράμερ όπως οι Ralph Vargas και Carlos Bess απέκτησαν τεράστια φήμη στους κύκλους του χιπ χοπ, παρέχοντας φρέσκο υλικό σε παραγωγούς θρύλους όπως οι Wu-Tang Clan. Σήμερα, η παράδοση του crate digging ζει μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες και εξειδικευμένα καταστήματα ήχων, αποδεικνύοντας ότι η δίψα για αυτόν τον χαρακτηριστικό, αναλογικό παλμό παραμένει άσβεστη. Ακόμα και στη σύγχρονη εποχή, το αυθεντικό γκρουβ ενός καλού ντράμερ αποτελεί αναντικατάστατο συστατικό της επιτυχίας.

