Με μία ματιά...
Λύπη με ταχύτητα, ομορφιά με δόντια. Αυτός ο ήχος βγαίνει σωστά μόνο στον Βορρά και αυτή η μπάντα τον κουβαλάει τριάντα χρόνια. Δέκατος δίσκος, και το σκοτάδι ακόμα τους πάει.
- Ελάχιστοι στο είδος συνδυάζουν τέτοια συνέπεια με μελωδίες που παραμένουν αναγνωρίσιμες από το πρώτο δευτερόλεπτο.
- Μετά από δύο concept άλμπουμ, εγκαταλείπουν την ενιαία ιστορία και επιστρέφουν σε αυτοτελή τραγούδια.
- Το “Winter’s Gate” και το “Across The Dark” παραμένουν οι κορυφές τους, γιατί έδεσαν βαρύτητα και μελωδία.
Τριάντα χρόνια πορείας και δέκατος δίσκος. Οι Insomnium βρίσκονται στο σημείο όπου κάθε κυκλοφορία κρίνεται λιγότερο για το αν είναι καλή και περισσότερο για το αν έχει λόγο ύπαρξης. Το “Netherworlds” φτάνει τρία χρόνια μετά το “Anno 1696” και μπαίνει κατευθείαν σε αυτή τη συζήτηση, με την μπάντα να μας έχει υποσχεθεί μια διεύρυνση της ηχητικής παλέτας. Η απάντηση είναι ότι πρόκειται για την πιο ολοκληρωμένη δουλειά τους μετά το “Winter’s Gate”. Υπάρχει όμως ένας αστερίσκος, γιατί η διεύρυνση που υποσχέθηκαν έχει σαφή όρια.
Η πρώτη ουσιαστική διαφορά με τα δύο προηγούμενα μεγάλα βήματα της μπάντας δεν είναι ηχητική. Το “Winter’s Gate” και το “Anno 1696” στηρίζονταν σε ιστορίες γραμμένες από τον Niilo Sevänen και λειτουργούσαν ως ενιαία αφήγηση. Εδώ δεν υπάρχει πλοκή, μόνο ένα κοινό κλίμα που κινείται ανάμεσα στον ύπνο και τον θάνατο, με νεκρούς συγγενείς, φίλους και ζώα να εμφανίζονται σε ονειρικά τοπία. Ο δίσκος χάνει την αφηγηματική ώθηση που έκανε τους προκατόχους του να μοιάζουν με γεγονός και κερδίζει σε αυτονομία των κομματιών. Κάθε τραγούδι στέκεται μόνο του, κάτι που δεν ίσχυε στο παρελθόν.
Μόνη μεταβολή στη σύνθεση αφορά τις κιθάρες. Ο Tomy Laisto πήρε τη θέση του Jani Liimatainen, έχοντας ήδη δουλέψει με την μπάντα στις περιοδείες, και κρατάει ζωντανό το σχήμα των τριών κιθαρών μαζί με τους Markus Vanhala και Ville Friman. Η αλλαγή περνάει σχεδόν απαρατήρητη, κάτι που λέει πολλά για το πόσο σφιχτά δεμένη είναι η ταυτότητα του συγκροτήματος. Ο Sevänen παραμένει στα brutal φωνητικά, ο Markus Hirvonen ξέρει πότε να πατήσει γκάζι και πότε να κρατηθεί, ενώ τα καθαρά φωνητικά μοιράζονται πλέον σε περισσότερα από ένα πρόσωπα.
Στην παραγωγή κάθισε ο Miiro Varjus, η μίξη πέρασε από τον Jens Bogren και το mastering από τον Tony Lindgren. Ο ήχος βγαίνει δυνατός και καθαρός, με τις τρεις κιθάρες να ξεχωρίζουν ακόμα και στα πιο φορτωμένα σημεία, ενώ τα πλήκτρα κρατούν τη θέση τους χωρίς να πνίγουν τις μελωδίες. Τα πενήντα τέσσερα λεπτά περνάνε χωρίς κοιλιά, κάτι που δεν ίσχυε στις δύο προηγούμενες δουλειές τους. Εννιά κομμάτια, κανένα filler που να υπάρχει για να γεμίσει χρόνο και μια ροή που αντέχει σε δεύτερη και τρίτη ακρόαση.

To “Netherworlds” ξεκινάει με ένα ρίσκο. Το “The Cold Song” είναι διασκευή της άριας του Henry Purcell από το “King Arthur” του 1691, δύο λεπτά με πλήκτρα και ψίθυρους στήνουν ένα κλίμα παγωμένου ύπνου. Λειτουργεί ως πρόλογος και δένει με το θέμα, χωρίς να στέκεται ως αυτόνομο τραγούδι. Το μεγαλύτερο μέρος της δυναμικής του πρωτοτύπου μένει έξω, και εκεί βρίσκεται η αδυναμία της επιλογής. Ως χειρονομία πάντως δείχνει μπάντα που δεν έχει βολευτεί στα δικά της εργαλεία.
Με το “Shadowlife” μπαίνει ο γνώριμος ήχος, γραμμένο ξεκάθαρα για να πιάσει από την πρώτη ακρόαση, με καθαρό ρεφρέν που σηκώνει όλο το βάρος και brutal φωνητικά να το κρατούν στο έδαφος. Το “Gleam In The Black” είναι το γρήγορο χαρτί, φτιαγμένο για το σανίδι, με ρεφρέν που κολλάει. Το ενδιαφέρον ξεκινάει στο “Remembrance”, που ανοίγει με χροιά κοντινή στους Omnium Gatherum και μετά απλώνεται σε πιο ελεύθερη δομή. Εκεί ακούγεται το καλύτερο ριφ του δίσκου και το πρώτο σημείο όπου οι Insomnium δεν επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους.
Το “The Hour Grows Late” είναι ο λόγος για τον οποίο θα συζητηθεί η κυκλοφορία. Οκτώ λεπτά, τρία μέλη των Amorphis στα φωνητικά, στην κιθάρα και στα πλήκτρα, με τους Tomi Joutsen, Tomi Koivusaari και Santeri Kallio να μη λειτουργούν ως διακοσμητικοί καλεσμένοι. Η ανατολίτικη χροιά των Amorphis μπλέκεται στη δομή, τα πλήκτρα βγάζουν ψυχεδελικές γραμμές με άρωμα δεκαετίας του ’70 και το κομμάτι αλλάζει πρόσωπο τρεις φορές χωρίς να χάνει τον ειρμό του. Εδώ δύο σχολές του φινλανδικού ακραίου ήχου δίνουν κάτι που καμία από τις δύο δεν θα έβγαζε μόνη της.
Αμέσως μετά, το “Arch Of The Sky” φέρνει το πιο σύνθετο κομμάτι σε ρυθμικό επίπεδο, με αλλαγές μέτρου και μια ιστορία από τη μυθολογία των Σάμι για κυνηγούς που δεν πρέπει ποτέ να πιάσουν το θήραμά τους. Το “The Banished” είναι το σημείο όπου ο δίσκος δείχνει δόντια, με καλπασμό, thrash διάθεση και καθαρά φωνητικά που ανεβάζουν την ένταση. Αυτά τα δύο κομμάτια δείχνουν προς τα πού θα μπορούσαν να κινηθούν οι Insomnium αν αποφάσιζαν να ρισκάρουν περισσότερο.
Το κλείσιμο είναι κάπως, διχαστικό, θα έλεγα. Το “Journey’s End” διαρκεί επτά λεπτά, χρησιμοποιεί αφηγηματικά περάσματα και καταλήγει σε αργά, σχεδόν funeral doom μέρη με χροιά που θυμίζει πρώιμους Anathema. Λειτουργεί ως κατάληξη και κλείνει τον κύκλο που άνοιξε το “The Cold Song”, δένοντας την αρχή με το τέλος. Ως αυτόνομο κομμάτι όμως τραβάει περισσότερο από όσο αντέχει το υλικό του. Το “The Banished” θα έκλεινε τον δίσκο πιο δυνατά, η επιλογή πάντως εξυπηρετεί τη λογική του συνόλου.
Η βασική ένσταση αφορά κάτι μεγαλύτερο από ένα κομμάτι. Σε πενήντα τέσσερα λεπτά μελωδικού death metal με παρόμοια παλέτα, η γραμμή ανάμεσα στο υπνωτιστικό και στο μονότονο είναι λεπτή, και οι Φινλανδοί την έχουν περάσει στο παρελθόν. Το “Netherworlds” μένει στη σωστή πλευρά, χωρίς να προσφέρει κάτι που να αλλάξει γνώμη σε όποιον δεν συμπαθεί ήδη το είδος. Η πρόοδος εδώ μετριέται σε ποιότητα σύνθεσης και όχι σε νέα εδάφη, και αυτός είναι ο αστερίσκος που αναφέρθηκε στην αρχή.
Σε σχέση με τα δύο προηγούμενα άλμπουμς, η διαφορά λέγεται συνοχή. Το “Heart Like A Grave” είχε δυνατές στιγμές αλλά και fillers, το “Anno 1696” είχε καλές ιδέες που όμως δε σου έμεναν ιδιαίτερα. Εδώ δεν υπάρχει κομμάτι που να θέλεις να προσπεράσεις, και αυτό από μόνο του το τοποθετεί πάνω από τις δύο προηγούμενες δουλειές. Η σύγκριση με το “Winter’s Gate” είναι πιο δύσκολη, γιατί εκείνο στηριζόταν σε μια δομική ιδέα που δεν επαναλαμβάνεται, κρατάει πάντως τη θέση του ως το ψηλότερο σημείο της τελευταίας δεκαετίας.
Ενδεικτικό της ποιότητας είναι ότι τα τρία bonus κομμάτια, “Fading Aurora”, “Netherworld” και “Severed Blooms”, που έμειναν εκτός βασικής κυκλοφορίας. Όταν μια μπάντα αφήνει απ’ έξω τραγούδι με το όνομα του δίσκου, είτε το τραγούδι είναι αδύναμο είτε το σύνολο αρκετά δυνατό ώστε να μην το χρειάζεται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ισχύει το δεύτερο. Οι Insomnium δεν ανακάλυψαν κάτι καινούργιο στα τριάντα τους χρόνια, έφτιαξαν τον πιο καλό τους δίσκο μετά το 2016.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: Insomnium
Album: Netherworlds
Label: Century Media Records
Release Date: 16/10/2026
Genre: Melodic Death metal
1. The Cold Song
2. Shadowlife
3. Remembrance
4. Gleam in the Black
5. The Hour Grows Late
6. Arch of the Sky
7. Pathways of the Night
8. Ethereal Sleep
9. The Banished
10. Journey’s End
Producer: Miiro Varjus
Insomnium: Niilo Sevänen (Φωνή, μπάσο), Markus Hirvonen (Τύμπανα), Ville Friman (Κιθάρα, φωνή), Markus Vanhala (Κιθάρα, φωνή), Tomy Laisto (Κιθάρα, φωνή)
Insomnium: Netherworlds
Δέκατη δουλειά από μπάντα σε πλήρη έλεγχο των μέσων της. Χωρίς ανατροπές, με σταθερή γραφή από την αρχή ως το τέλος και μια συνεργασία που ξεχωρίζει. Για όποιον αγαπά το είδος, μία από τις πιο ολοκληρωμένες κυκλοφορίες της χρονιάς.

