Ο villain στον κινηματογράφο είναι από τα πιο παρεξηγημένα αλλά και πιο καθοριστικά στοιχεία μιας ταινίας. Πολύ συχνά αντιμετωπίζεται ως απλό αφηγηματικό εμπόδιο, ως ο «κακός» που υπάρχει για να ηττηθεί στο φινάλε. Οι σημαντικότεροι δημιουργοί του σινεμά, όμως, έχουν εδώ και δεκαετίες επιμείνει ότι ο σωστός villain δεν λειτουργεί έτσι. Είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας, ο φορέας της έντασης και, πολλές φορές, ο χαρακτήρας που αποκαλύπτει περισσότερο απ’ όλους το πραγματικό θέμα μιας ταινίας.
Ο Alfred Hitchcock το είχε διατυπώσει με απόλυτη σαφήνεια: «Όσο καλύτερος είναι ο κακός, τόσο καλύτερη είναι η ταινία». Για τον Hitchcock, ο villain δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο αλλά ο βασικός μηχανισμός του σασπένς. Αν ο ανταγωνιστής δεν έχει ξεκάθαρο στόχο και εσωτερική λογική, η αγωνία καταρρέει. Σε μια άλλη χαρακτηριστική του φράση είχε πει ότι «το κοινό πρέπει να φοβάται αυτό που πρόκειται να συμβεί, όχι αυτό που συμβαίνει ήδη». Ο σωστός villain, λοιπόν, δεν περιορίζεται στο να σοκάρει, δημιουργεί μια διαρκή αίσθηση αναπόφευκτου.
Αυτή η ιδέα συναντάται και στη φιλοσοφία του Martin Scorsese, ο οποίος έχει τονίσει επανειλημμένα ότι κανείς δεν είναι ο κακός στην προσωπική του αφήγηση. «Οι χαρακτήρες μου πιστεύουν ότι κάνουν το σωστό», έχει πει, εξηγώντας ότι ακόμα και οι πιο βίαιες ή ηθικά σκοτεινές πράξεις αποκτούν νόημα μέσα στο αξιακό σύστημα του εκάστοτε προσώπου. Για τον Scorsese, ένας villain που γνωρίζει ότι είναι villain παύει να είναι πειστικός. Η δύναμή του προκύπτει από το γεγονός ότι βλέπει τον εαυτό του ως αναγκαίο κομμάτι ενός κόσμου που, κατά τη δική του αντίληψη, είναι ήδη διεφθαρμένος.
Σε επίπεδο ερμηνείας, ο Anthony Hopkins έχει προσφέρει μία από τις πιο τρομακτικές προσεγγίσεις villain με τον Hannibal Lecter. Ο ίδιος έχει αποκαλύψει ότι απέφυγε συνειδητά κάθε υπερβολή. «Δεν ήθελα να δείξω ένταση. Ήθελα να δείξω έλεγχο», έχει πει, συμπληρώνοντας πως «οι πραγματικά επικίνδυνοι άνθρωποι δεν χρειάζεται να υψώνουν τη φωνή τους». Η ηρεμία, το χαμηλό βλέμμα και η αίσθηση ότι ο χαρακτήρας βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά, ήταν για τον Hopkins το κλειδί ενός villain που τρομάζει.

Ακόμα πιο αφηρημένη είναι η προσέγγιση του Heath Ledger στον Joker. Ο Ledger είχε δηλώσει ότι δεν τον αντιμετώπισε ως έναν άνθρωπο με ψυχολογικό υπόβαθρο, αλλά ως μια ιδέα. «Τον είδα σαν ενσάρκωση του χάους», είχε πει, εξηγώντας ότι ο χαρακτήρας δεν χρειάζεται παρελθόν ή εξήγηση για να λειτουργήσει. Το μυστήριο και η απουσία ξεκάθαρου στόχου μετατρέπουν τον villain σε απειλή για την ίδια τη λογική του κόσμου της ταινίας, όχι απλώς για τον ήρωα.
Αυτή τη λειτουργία του villain ως θεματικού εργαλείου έχει αναλύσει συχνά και ο Christopher Nolan. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο κακός δεν υπάρχει για να ηττηθεί, αλλά για να πιέσει τα όρια της ιστορίας. «Ο ανταγωνιστής πρέπει να δοκιμάζει τις ιδέες της ταινίας», έχει πει, επισημαίνοντας ότι ο villain είναι εκεί για να φέρει τον ήρωα αντιμέτωπο με ηθικά αδιέξοδα. Γι’ αυτό και, στις ταινίες του, η σύγκρουση σπάνια τελειώνει με καθαρή νίκη. Κάτι πάντα μένει άλυτο, σαν ρωγμή στον κόσμο που μόλις είδαμε.
Αν συνθέσει κανείς όλες αυτές τις προσεγγίσεις, προκύπτει μια ξεκάθαρη κινηματογραφική αρχή: ο σωστός villain δεν είναι ποτέ απλός «κακός». Δεν αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος, δεν εξηγείται πλήρως και δεν λειτουργεί μόνο σε σχέση με τον ήρωα. Είναι φορέας ιδεών, καθρέφτης του θέματος της ταινίας και συχνά ο χαρακτήρας που κινεί τα νήματα ακόμα και όταν δεν βρίσκεται στο κάδρο. Οι μεγάλοι δημιουργοί υπενθυμίζουν ότι ο πραγματικός τρόμος και η ένταση γεννιούνται όταν ο villain είναι πειστικός, αναπόφευκτος και, πάνω απ’ όλα, απολύτως βέβαιος ότι έχει δίκιο.
