Την άνοιξη του 1980, το “Friday The 13th” του Sean S. Cunningham βγήκε στα σινεμά με τον αέρα μιας ταινίας που πλασαρίστηκε ως η πιο τρομακτική μετά το “The Exorcist”. Το καστ ήταν γεμάτο άγνωστους ηθοποιούς. Ο προϋπολογισμός με το ζόρι έπιανε τα 500.000 δολάρια. Το φιλμ ήξερε ακριβώς πού στόχευε: σε μια ωμή, ευθεία προσέγγιση στο ανερχόμενο ρεύμα των slasher. Είχε το θάρρος να το φωνάξει πριν καν γυρίσουν οι κάμερες. Αυτή η μικρή παραγωγή κατέληξε να χτίσει ένα από τα πιο ανθεκτικά franchise τρόμου, αλλάζοντας για πάντα τον τρόπο χρήσης της οπτικής του δολοφόνου στον κινηματογράφο.
Το μακελειό που ξέχασε τον πρωταγωνιστή του
Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους: αυτή η ταινία δεν αφορά τον Jason Voorhees. Ο κλασικός τύπος με τη μάσκα του χόκεϊ σκάει μύτη πολύ αργότερα, πρώτα σαν ενήλικος φονιάς και μετά σαν είδωλο της ποπ κουλτούρας που παλεύει με τον Freddy Krueger και ταξιδεύει μέχρι το διάστημα. Το πρώτο “Friday The 13th” του 1980 βάζει στο μικροσκόπιο κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι πιο μαζεμένο, παράξενο και σίγουρα πιο σκοτεινό.
Με μια πρώτη ματιά, βλέπεις άλλη μια ιστορία με εφήβους που πληρώνουν τα λάθη τους βουτηγμένοι στο αίμα. Μια παρέα ομαδαρχών σε κατασκήνωση σφαγιάζεται ένας προς έναν από έναν άφαντο δράστη. Οι χαρακτήρες σε αφήνουν αδιάφορο, οι ατάκες θυμίζουν φτηνή σαπουνόπερα και η ανατροπή στο τέλος κλείνει το μάτι σε πολύ πιο έξυπνα σενάρια. Με όλα αυτά τα φάουλ στο τραπέζι, το “Friday The 13th” συνεχίζει να κρατάει το κοινό σε εγρήγορση. Ποιο είναι το μυστικό αυτής της αντοχής;
Ένα επικίνδυνο παιχνίδι με τα μάτια μας
Η απάντηση βρίσκεται καθαρά στον τρόπο που σερβίρεται η ιστορία. Ο Cunningham δεν ανακάλυψε την οπτική γωνία του δολοφόνου. Φιλμ όπως τα “Psycho”, “Peeping Tom” και “Black Christmas” είχαν ήδη ανοίξει τον δρόμο. Ο ίδιος βρήκε τον χώρο να πάρει αυτή την τεχνική και να την πάει ένα βήμα παραπέρα. Έβαλε στο παιχνίδι την αμφιβολία σαν βασικό εργαλείο αφήγησης. Στις παλιότερες δουλειές, η ματιά του δράστη ήταν ξεκάθαρη στο μάτι του θεατή, με βαριές ανάσες, στενά κάδρα μέσα από μάσκες ή απότομες αλλαγές στη μουσική. Στο “Friday The 13th” τα όρια ανάμεσα στο ποιος βλέπει και ποιος κινδυνεύει θολώνουν επικίνδυνα.

Η σκηνή στο μπάνιο με τη Marcie είναι το τέλειο παράδειγμα. Η κάμερα παραμονεύει πίσω από την πόρτα και σέρνεται αργά προς το μέρος της, την ώρα που εκείνη ρίχνει νερό στο πρόσωπό της. Νιώθεις σίγουρος πως βλέπεις μέσα από τα μάτια του φονιά, μέχρι τη στιγμή που η Marcie γυρίζει και το πλάνο μένει κενό. Δεν πέφτει καμία μαχαιριά. Δεν σκάει κανένας από το πουθενά. Βλέπουμε ένα άδειο δωμάτιο και μια καλοστημένη παγίδα για το μυαλό μας. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, το χτύπημα έρχεται από την άλλη πλευρά. Το ίδιο κόλπο επαναλαμβάνεται με τον Bill στη γεννήτρια. Η μουσική τσιτώνει, ο φακός ζυγώνει και στο τέλος επικρατεί νεκρική ησυχία. Ο σκηνοθέτης παίζει με τα νεύρα του θεατή, τον αφήνει να πάρει ανάσα και αμέσως μετά του ρίχνει τη χαριστική βολή.
Μέσα από αυτά τα παιχνίδια, το “Friday The 13th” δεν αρκείται στο να δανειστεί τη ματιά του δολοφόνου. Προτιμά να την τινάξει στον αέρα. Η κάμερα γίνεται ένας αφηγητής που δεν μπορείς να εμπιστευτείς. Ο τρόμος πηγάζει καθαρά από τη στιγμή που καταλαβαίνεις πως τα ίδια σου τα μάτια σε κοροϊδεύουν διαρκώς.
Η μητέρα όλων των ανατροπών
Το πιο διάσημο χαρτί που κρύβει η ταινία στο μανίκι της παραμένει η ταυτότητα του πραγματικού ενόχου. Το “Friday The 13th” στήνεται σαν ένα τυπικό θρίλερ και τελικά προετοιμάζει μια τεράστια έκπληξη. Πίσω από το μακελειό δεν κρύβεται κάποιος παρανοϊκός με μάσκα. Ο δράστης είναι η Pamela Voorhees, μια συνηθισμένη μεσήλικη γυναίκα διψασμένη για αίμα και εκδίκηση. Η ίδια εξομολογείται με πάθος: «Ο γιος μου πνίγηκε τη στιγμή που οι υπεύθυνοι έκαναν σεξ αδιαφορώντας για εκείνον». Αυτή η τραγωδία την έκανε να ορκιστεί πως η κατασκήνωση Crystal Lake δεν θα ανοίξει ξανά τις πόρτες της.
Θεωρητικά, αυτό το plot twist μοιάζει ιδανικό. Βάζοντας το στο μικροσκόπιο βλέπουμε αρκετά κενά. Η Pamela συστήνεται ως μια ρημαγμένη μάνα που ζητάει εκδίκηση. Η σωματική της δύναμη ξεπερνά κατά πολύ κάθε λογική εξήγηση. Δεν βγάζει κανένα νόημα μια γυναίκα της ηλικίας της να πετάει ένα πτώμα μέσα από τζάμια ή να καρφώνει έναν ενήλικο άντρα σε μια πόρτα με βέλη. Το ευρύ κοινό τα ρίχνει όλα στις σεναριακές ευκολίες των slasher. Μια μερίδα θεατών διαβάζει πίσω από τις γραμμές και εντοπίζει ένα κρυφό στοιχείο που αλλάζει το παιχνίδι εντελώς.
Η θεωρία αυτή θέλει τον Jason ολοζώντανο στα γεγονότα του πρώτου φιλμ. Ίσως μάλιστα να έκανε αυτός τη βρώμικη δουλειά, στηρίζοντας τη μητέρα του. Σκληρά σκηνικά όπως ο λαιμός της Annie, το βέλος στον Jack και η πτήση της Brenda από το παράθυρο απαιτούν ωμή, αντρική δύναμη. Σε αρκετά πλάνα φαίνονται καθαρά αντρικά χέρια να σφίγγουν τα μαχαίρια πριν το χτύπημα. Όλα αυτά τα στοιχεία χτίζουν την πεποίθηση πως ο Jason δεν πνίγηκε ποτέ, επιλέγοντας απλά να κρύβεται στις σκιές του δάσους.
Σε αυτό το σενάριο, η Pamela ζει μέσα στη δική της σκοτεινή ψευδαίσθηση. Θεωρεί τον γιο της νεκρό, την ίδια ώρα που εκείνος αναπνέει και παρακολουθεί ανάμεσα στα δέντρα. Ο Jason μετατρέπεται σε ένα τυφλό εργαλείο στα χέρια της, ένα άβουλο όπλο που εκτελεί εντολές. Τη στιγμή που εκείνη αφήνει την τελευταία της πνοή, ο ίδιος παίρνει τη σκυτάλη. Η μάνα βυθίστηκε στο πένθος παίζοντας τον ρόλο του εκτελεστή, δίνοντας τη θέση της σε έναν φονιά που δρα με τη σκιά της πάνω από το κεφάλι του.
Εδώ το κουβάρι της ιστορίας μπερδεύεται για τα καλά. Η σειρά ταινιών “Friday The 13th” γυρνάει την πλάτη στη χρονολογική λογική. Το αρχικό φιλμ εκτυλίσσεται το 1979. Η ταφόπλακα της Pamela στα επόμενα έργα γράφει ημερομηνία θανάτου το 1980. Τα γενέθλια του Jason συμπίπτουν θεωρητικά με τη μέρα της σφαγής. Το ημερολόγιο δείχνει πως η γέννησή του πέφτει Πέμπτη. Τα σεναριακά λάθη και η τσαπατσουλιά στο γράψιμο είναι δεδομένα. Μέσα από αυτές τις αστοχίες καταλαβαίνουμε πως ο χρόνος σε αυτό το σύμπαν δεν μετριέται με συμβατικά ρολόγια, λειτουργώντας καθαρά σαν μια θολή, άρρωστη ατμόσφαιρα.
Το φτηνό πείραμα που σάρωσε τα ταμεία
Οι παραγωγοί δεν έψαχναν βαθιά νοήματα. Ήθελαν απλά να κόψουν εισιτήρια. Ο Cunningham πήρε την επιτυχημένη συνταγή του “Halloween”, την έκανε πιο λιανή και την πασπάλισε με εμπορικά τρικ. Το πείραμα πέτυχε. Η πρώτη ταινία σάρωσε τα ταμεία με 60 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, φέρνοντας μια χιονοστιβάδα από κακές αντιγραφές και συνέχειες. Η θρυλική μάσκα του χόκεϊ του τρίτου μέρους έγινε πιο διάσημη από χιλιάδες πρόσωπα του σινεμά. Ο Jason μετατράπηκε από έναν άγνωστο φονιά σε ένα παγκόσμιο brand name, αφήνοντας το σημάδι του από το “Mortal Kombat” μέχρι τα βραβεία του MTV.
Το μεγάλο αστείο είναι πως ο Jason δεν έχει καν λερώσει τα χέρια του στην ταινία που άνοιξε τον χορό. Οι κριτικοί έθαψαν το “Friday The 13th” χωρίς έλεος. Ο Gene Siskel έκανε σπόιλερ στο φινάλε επίτηδες μέσα από την εφημερίδα του. Οι υπόλοιποι το είπαν σκουπίδι και φτηνή αρπαχτή. Οι κατηγορίες είχαν γερές δόσεις αλήθειας.
Το παίξιμο των ηθοποιών είναι ξύλινο, το σενάριο μπάζει νερά και ο ρυθμός κάνει κοιλιά. Η ταινία βρίσκει τη δύναμή της ακριβώς μέσα σε αυτή την ωμή απλότητα. Πετάει στα σκουπίδια το βάθος των χαρακτήρων, ρίχνει το βάρος στα κόλπα της κάμερας και σε παρασύρει σε μια καθαρά ζωώδη εμπειρία. Δεν σε νοιάζει καθόλου το ποιος χάνει τη ζωή του στην οθόνη, αρκεί να νιώσεις την καρδιά σου να χτυπάει δυνατά τη στιγμή του φόνου.
Από τον κυνηγό στο θήραμα
Μέσα σε όλο αυτό το μακελειό γεννιέται κάτι τελείως καινούργιο. Στήνεται μια φρέσκια γλώσσα στο σινεμά με μια αφήγηση που παίζει με τα μάτια μας και μας κάνει συνεργούς. Δεν χαζεύεις απλά τους φόνους. Μπαίνεις κυριολεκτικά στο πετσί του δολοφόνου. Στην τελευταία πράξη του έργου το σκηνικό γυρίζει τούμπα. Παίρνεις το μέρος της Alice την ώρα που παλεύει με την Pamela για να βγάλει τη νύχτα ζωντανή. Η απότομη μεταφορά μας από τα μάτια του σφαγέα στην ψυχολογία του θύματος παραμένει η πιο έξυπνη και αθόρυβη κίνηση όλης της ταινίας. Χωρίς καμία προειδοποίηση το κοινό αλλάζει στρατόπεδο, περνώντας από την πλευρά του κυνηγού κατευθείαν στη θέση του θηράματος.
Το αίμα που έχτισε μια αυτοκρατορία
Το “Friday The 13th” δεν πούλησε ποτέ τον εαυτό του για υψηλή τέχνη. Με λίγα χρήματα στην τσέπη και άφθονο αίμα στην οθόνη κατάφερε να ταρακουνήσει συθέμελα τον κινηματογραφικό τρόμο. Έτριψε στη μούρη του Χόλιγουντ πως οι φτηνές παραγωγές φέρνουν ζεστό χρήμα στα ταμεία. Ξεκαθάρισε στο κοινό πως κανένας δεν έχει ασυλία απέναντι στον θάνατο, στέλνοντας αδιάβαστους ακόμα και τους κεντρικούς πρωταγωνιστές. Πάνω από όλα, έστησε μια μυθική σειρά ταινιών, δίνοντας τα κλειδιά σε έναν φονιά που ξεκίνησε αόρατος για να καταλήξει το υπέρτατο είδωλο της ποπ κουλτούρας.
Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η πρώτη ταινία αρνείται να ξεχαστεί. Η δύναμή της βρίσκεται ξεκάθαρα σε όλα όσα αφήνει να εννοηθούν κάτω από την επιφάνεια. Το πένθος έχει τη δύναμη να διαλύσει την πραγματικότητα και η βία ρίχνει το δικό της πέπλο πάνω από τον φόβο μας. Μέσα από το σωστό κάδρο, ένα απλό και έξυπνο τρικ της κάμερας χτυπάει ακριβώς σαν μια τυφλή μαχαιριά μέσα στο πυκνό σκοτάδι.
