Τον Απρίλιο του 2001, οι Rammstein βρίσκονταν μπροστά σε ένα τεράστιο στοίχημα με την κυκλοφορία του “Mutter“, καθώς έπρεπε να αποδείξουν ότι η μέχρι τότε επιτυχία τους είχε γερές βάσεις. Παράλληλα, καλούνταν να διαχειριστούν την τεράστια πίεση που είχε συσσωρευτεί γύρω από το όνομά τους, με τον μουσικό Τύπο να παρακολουθεί στενά κάθε τους κίνηση για να δει αν το τρίτο τους άλμπουμ θα τους καθιέρωνε ή αν θα ξεφούσκωνε τον μύθο τους. Τελικά, το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία, τοποθετώντας τους οριστικά στα μεγαλύτερα στάδια του πλανήτη.
Από την κατακραυγή στην απομόνωση
Η προετοιμασία για το νέο υλικό ξεκίνησε μέσα σε ένα εξαιρετικά αρνητικό κλίμα για τη δημόσια εικόνα της μπάντας. Αφορμή στάθηκε το βίντεο για τη διασκευή τους στο “Stripped” λίγα χρόνια νωρίτερα, όπου η χρήση πλάνων από τη ναζιστική περίοδο της Γερμανίας προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Αυτό έδωσε πάτημα στον ευρωπαϊκό Τύπο να κυκλοφορήσει άρθρα με σαφείς αιχμές για φασιστικές πεποιθήσεις.
Η συγκεκριμένη κατηγορία έκρυβε μια τεράστια ειρωνεία, μιας και τα μέλη του συγκροτήματος προέρχονταν από αριστερές καταβολές. Ουσιαστικά, η αισθητική τους πρόκληση παρερμηνεύτηκε πλήρως από τα μέσα ενημέρωσης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα εχθρικό περιβάλλον το οποίο έπρεπε πλέον να αντιμετωπίσουν μέσα από τη νέα τους δουλειά.

Για να βρουν την κατάλληλη κατεύθυνση, αποφάσισαν να απομακρυνθούν από τα αστικά κέντρα και να νοικιάσουν το Haus Weimar στο Heiligendamm, μια μικρή παραθαλάσσια πόλη στη Βαλτική. Αν και η εγκατάσταση παρουσίαζε έντονα σημάδια φθοράς, η μπάντα εγκαταστάθηκε στο σπίτι του επιστάτη για να απομονωθεί και να χτίσει τα θεμέλια των νέων συνθέσεων. Εκεί υιοθέτησαν μια αυστηρή ρουτίνα, δουλεύοντας κάθε βασική ιδέα και ρυθμικό μοτίβο μακριά από περισπασμούς, κάτι που τελικά λειτούργησε ευεργετικά για τη συνοχή τους.
Οι αλλαγές στον ήχο και η νέα αισθητική
Μόλις οι δομές των κομματιών πήραν την τελική τους μορφή, η διαδικασία μεταφέρθηκε στο ιστορικό Studio Miraval στη νότια Γαλλία, έναν χώρο με τεράστια παράδοση που είχε φιλοξενήσει σπουδαία ονόματα στο παρελθόν. Εκεί, με τη βοήθεια του παραγωγού Jacob Hellner, αποφάσισαν να αλλάξουν ριζικά τον ήχο τους.
Ενώ στα προηγούμενα χρόνια βασίζονταν υπερβολικά στους υπολογιστές και τα συνθεσάιζερ, ο νέος στόχος ήταν η επιστροφή στα “κλασικά” όργανα. Έτσι, οι κιθάρες και τα φυσικά τύμπανα μπήκαν σε πρώτο πλάνο και η τεχνολογία περιορίστηκε σε έναν αυστηρά υποστηρικτικό ρόλο, ενισχύοντας τον industrial τους χαρακτήρα μέσα από μια πιο ζωντανή παραγωγή.
Ταυτόχρονα, η προσθήκη κλασικών στοιχείων έφερε στην επιφάνεια νέες τεχνικές προκλήσεις, ειδικά κατά τη συνεργασία τους με την Deutsches Filmorchester Babelsberg. Παρόλο που η ηχογράφηση κλείστηκε σε ένα από τα πιο ακριβά στούντιο του Βερολίνου, το αρχικό αποτέλεσμα ακουγόταν εντελώς ξένο προς το ύφος της μπάντας.
Μετά από αρκετή ώρα εκνευρισμού, κατάλαβαν πως κάποιος είχε αλλάξει τις παρτιτούρες των ενορχηστρώσεων από μόνος του. Έτσι, αναγκάστηκαν να ξενυχτήσουν διορθώνοντας τα πάντα από την αρχή, για να μπορέσει η ορχήστρα να επιστρέψει την επόμενη μέρα και να ηχογραφήσει επιτέλους τα σωστά μέρη.
Πέρα από τη μουσική, η αισθητική προσέγγιση της κυκλοφορίας προκάλεσε νέες αναταραχές. Η απόφασή τους να βάλουν στο εξώφυλλο τη φωτογραφία ενός νεκρού εμβρύου τράβηξε αμέσως την προσοχή στη Γερμανία, πυροδοτώντας ατελείωτες συζητήσεις γύρω από την ηθική της εικόνας. Ωστόσο, οι φωτογράφοι Daniel και Geo Fuchs είχαν αποτυπώσει ακριβώς το όραμα του συγκροτήματος για την έννοια της γέννησης. Αυτή η σκοτεινή οπτική συνεχίστηκε και στα βίντεο κλιπ, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το “Sonne“, όπου η ιστορία της Χιονάτης μετατράπηκε σε έναν industrial εφιάλτη εξόρυξης.
Τα προβλήματα της περιοδείας και η καθιέρωση
Η απόδοση του “Mutter” στις αρένες απαίτησε μια ριζική αναδιάρθρωση της σκηνικής τους παρουσίας, αναγκάζοντάς τους να επενδύσουν το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους για να δημιουργήσουν ένα πρωτοφανές θέαμα. Κεντρικό στοιχείο της σκηνογραφίας ήταν μια τεράστια κατασκευή σαν μήτρα, από την οποία τα μέλη αναδύονταν στην αρχή κάθε εμφάνισης.
Βέβαια, η υπερβολική φιλοδοξία είχε και τα ανάλογα ρίσκα, καθώς σε μια από τις μεγαλύτερες συναυλίες της ευρωπαϊκής περιοδείας το σύστημα κατέρρευσε εντελώς. Επειδή οι δύο κεντρικοί υπολογιστές σταμάτησαν να λειτουργούν, το κοινό έμεινε στο σκοτάδι και τα μέλη βρέθηκαν κρεμασμένα πάνω από τη σκηνή, αναγκάζοντας το τεχνικό επιτελείο να κάνει χειροκίνητη επανεκκίνηση.
Λίγο αργότερα, η περιοδεία βρήκε ένα απότομο τέλος κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενώ βρίσκονταν εκεί για κοινές εμφανίσεις με άλλα συγκροτήματα, τα γεγονότα της ενδέκατης Σεπτεμβρίου ανέτρεψαν κάθε προγραμματισμό. Η ατμόσφαιρα έγινε τρομακτική, ειδικά από τη στιγμή που ο κιθαρίστας τους είδε με τα μάτια του τη σύγκρουση του δεύτερου αεροσκάφους. Μπροστά στο κλίμα υστερίας που επικράτησε, ο πληκτράς αποχώρησε άμεσα από τη χώρα, με αποτέλεσμα να διακοπεί οριστικά η περιοδεία και να ακολουθήσει μια απουσία εννέα ετών από το αμερικανικό έδαφος.
Το τέλος αυτής της περιόδου βρήκε τους Rammstein στην κορυφή. Οι συγκρούσεις στο στούντιο, η πολεμική των μέσων ενημέρωσης και οι τεχνικές καταστροφές στις συναυλίες τούς πείσμωσαν να προστατεύσουν το όραμά τους με κάθε κόστος. Αρνούμενοι πεισματικά να τραγουδήσουν στα αγγλικά, απέδειξαν πως μπορούσαν να κατακτήσουν τον κόσμο με τους δικούς τους όρους. Μέσα από όλη αυτή την εξοντωτική διαδικασία, το “Mutter” μετατράπηκε στο έργο που τους έδωσε τον πλήρη έλεγχο της ταυτότητάς τους και ξεκαθάρισε μια για πάντα ποιοι πραγματικά είναι.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: Rammstein
Album: Mutter
Release Date: 02/04/2001
Label: Universal
Genre: Industrial Metal
1. Mein Herz brennt
2. Links 2 3 4
3. Sonne
4. Ich will
5. Feuer frei!
6. Mutter
7. Spieluhr
8. Zwitter
9. Rein raus
10. Adiós
11. Nebel
Producer: Jacob Hellner, Rammstein
Rammstein: Till Lindemann (Φωνή), Richard Kruspe (Κιθάρα), Paul Landers (Κιθάρα), Oliver Riedel (Μπάσο), Christoph Schneider (Τύμπανα), Christian Lorenz (Πλήκτρα)
