Με μία ματιά...
Ευχαριστίες σε ψυχιατρεία, ματωμένοι επίδεσμοι και μια μπάντα που εξαφανίστηκε χωρίς καμία συναυλία. Το “Death Pierce Me” των Silencer κουβαλάει τον πιο σκοτεινό μύθο της Στοκχόλμης. Πίσω από τις ακραίες φήμες κρύβεται ένας δίσκος που άλλαξε τον σκληρό ήχο.
- Πέρα από το μακάβριο παρασκήνιο, το άλμπουμ ξεχωρίζει για τη συνθετική του συνοχή ανάμεσα στη μελωδία και τον πανικό.
- Η κυκλοφορία του 2001 καθόρισε το depressive suicidal black metal, μετατρέποντας την πραγματική ψυχική κατάρρευση σε επιδραστική μουσική φόρμα.
- Ο Leere έστησε τον μελωδικό σκελετό του δίσκου και ο Nattramn κατέθεσε τα πιο βασανισμένα φωνητικά στην ιστορία του ιδιώματος.
Όταν ανοίγεις το βιβλιαράκι ενός black metal δίσκου, συνήθως περιμένεις χαιρετισμούς σε άλλες μπάντες της σκηνής, σκοτεινά ψευδώνυμα και προβλέψιμες αναφορές στον θάνατο. Οι Silencer όμως επέλεξαν να ευχαριστήσουν αποκλειστικά δύο ψυχιατρικές κλινικές και τις φαρμακευτικές εταιρείες που παρασκεύαζαν τα αντικαταθλιπτικά τους. Αυτή η λεπτομέρεια στο booklet του “Death Pierce Me” συνοψίζει όλη την παράνοια γύρω από την πιο αινιγματική κυκλοφορία του ακραίου ήχου. Κάθε φορά που ο δίσκος επανεκδίδεται σε βινύλιο ή επανέρχεται στις συζητήσεις με αφορμή την επέτειό του, η απορία παραμένει ίδια. Ένα συγκρότημα που δεν έδωσε ποτέ ούτε μία συναυλία, πώς καταφέρνει ακόμα να προκαλεί δέος και αμηχανία.
Το αφιέρωμα περιέχει ιστορικές αναφορές σε θέματα ψυχικής υγείας και αυτοτραυματισμού καθώς και έντονο φωτογραφικό υλικό που ενδέχεται να ενοχλήσει ορισμένους
Πολλοί έμαθαν το σουηδικό δίδυμο μέσα από τις ακραίες φήμες που κατέκλυσαν τα μουσικά forums στις αρχές της χιλιετίας. Οι ιστορίες για αυτοτραυματισμούς μέσα στο στούντιο, κομμένα χέρια, γουρουνοπόδαρα και εγκλεισμούς σε ψυχιατρεία πήραν γρήγορα διαστάσεις αστικού μύθου, επισκιάζοντας συχνά την ίδια τη μουσική. Ωστόσο, αν δούμε τη συνεισφορά του στην εξέλιξη του depressive suicidal black metal, η επιβίωση του άλμπουμ στον χρόνο οφείλεται κυρίως στη συνθετική του αξία. Αν αφαιρέσεις όλο το μακάβριο παρασκήνιο, σου μένει ένας δίσκος που άλλαξε οριστικά τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται η ψυχική κατάρρευση στον σκληρό ήχο.
Η κυκλοφορία του Οκτωβρίου του 2001 από την Prophecy Productions δίχασε το κοινό από το πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο και συνεχίζει να το κάνει μέχρι σήμερα. Από τη μία πλευρά υπάρχουν ακροατές που αδυνατούν να αντέξουν τις ακραίες φωνητικές γραμμές του Nattramn, αντιμετωπίζοντας το άκουσμα σχεδόν σαν διαδικτυακό αστείο. Από την άλλη, χιλιάδες οπαδοί και νεότερες μπάντες βλέπουν εδώ την πιο ωμή αποτύπωση του ανθρώπινου πόνου που ηχογραφήθηκε ποτέ, στηριγμένη στις στιβαρές συνθέσεις του Leere. Αυτή η διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην ιδιοφυΐα και την απόγνωση κρατάει το μοναδικό στούντιο άλμπουμ τους ζωντανό, δεκαετίες μετά την ξαφνική εξαφάνισή τους.
Το δημιουργικό κενό του Leere και η γέννηση των Silencer στη Στοκχόλμη
Οι Silencer ιδρύθηκαν το 1995 στη Στοκχόλμη ως το προσωπικό όχημα του κιθαρίστα και βασικού συνθέτη Andreas Casado, ο οποίος υιοθέτησε το ψευδώνυμο Leere που στα γερμανικά σημαίνει «κενό». Για αρκετά χρόνια κρατούσε τις μουσικές του ιδέες στο συρτάρι ή τις μοιραζόταν μόνο με ελάχιστους κοντινούς του ανθρώπους, ψάχνοντας τον κατάλληλο τρόπο να τις παρουσιάσει. Η καθοριστική στροφή έγινε όταν γνώρισε τον αινιγματικό τραγουδιστή Nattramn, έναν άνθρωπο που έμελλε να δώσει στο σχήμα την πιο αναγνωρίσιμη και ακραία ταυτότητά του. Μαζί με τον session ντράμερ Jonas Mattsson μπήκαν στο στούντιο στα τέλη του 1998 για την πρώτη τους ηχογράφηση.

Εκείνη η πρώτη απόπειρα γέννησε ένα demo με ένα και μοναδικό ενδεκάλεπτο κομμάτι, το ομώνυμο “Death Pierce Me”, το οποίο τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον της γερμανικής Prophecy Productions. Αν και η εταιρεία είχε συνδέσει το όνομά της με διαφορετικό, πιο ατμοσφαιρικό ρεπερτόριο, διέκρινε στο σουηδικό ντουέτο κάτι πρωτόγνωρο και αποφάσισε να ρισκάρει μαζί τους. Μετά από μια περίοδο πλήρους σιωπής, οι Silencer επέστρεψαν το 2001 με τον Steve Wolz των Bethlehem στα τύμπανα και τον Markus Stock στην παραγωγή. Το τελικό αποτέλεσμα συνδύασε την παγωμένη μελωδικότητα του παραδοσιακού νορβηγικού black metal με την ασφυκτική, πένθιμη ατμόσφαιρα του doom.
Συχνά η συζήτηση γύρω από το συγκρότημα εξαντλείται στις ακρότητες του τραγουδιστή, αδικώντας τη συνθετική δουλειά που κρατάει όλο το οικοδόμημα όρθιο. Χωρίς τις κιθάρες και τις εναλλαγές του Leere, οι κραυγές του δίσκου θα έμεναν απλώς ένα ηχητικό ξέσπασμα χωρίς συνοχή. Στο “Sterile Nails And Thunderbowels” αλλά και στο “The Slow Kill In The Cold”, τα καθαρά ακουστικά περάσματα και τα πλήκτρα στήνουν μια απατηλή ηρεμία πριν ξεσπάσει η καταιγίδα από τα blast beats. Αυτή η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στη μελωδία και τον πανικό έδωσε στο άλμπουμ μια δυναμική που σπάνιζε στην underground σκηνή της εποχής.
Οι ματωμένοι επίδεσμοι του Nattramn και το παρασκήνιο στις ηχογραφήσεις του “Death Pierce Me”
Ο θρύλος γύρω από τις ηχογραφήσεις του “Death Pierce Me” χτίστηκε πάνω στον τραγουδιστή του σχήματος, του οποίου το πραγματικό όνομα φημολογείται πως είναι Mikael Nilsson, και τις ακραίες μεθόδους που ακολούθησε στο στούντιο. Στις ελάχιστες προωθητικές φωτογραφίες της περιόδου, ο Nattramn εμφανίζεται γυμνόστηθος, με το πρόσωπο τυλιγμένο σε ματωμένους επιδέσμους και με κομμένα γουρουνοπόδαρα δεμένα στη θέση των χεριών του. Η εικόνα του ξέφευγε από το τυπικό θεατρικό corpsepaint του black metal και έβγαζε μια αληθινή, σχεδόν κλινική ανησυχία. Στην πρώτη κιόλας σελίδα του ενθέτου υπήρχε τυπωμένη η φράση «Είμαστε έτοιμοι να αφήσουμε αυτό το μέρος», δίνοντας το στίγμα από την αρχή.
Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο τραγουδιστής έκοβε τους καρπούς και τα χέρια του μέσα στο στούντιο για να βγάλει αυθεντικό πόνο στη φωνή του. Ακούγοντας κανείς το τέλος του “Taklamakan” ή το ενδεκάλεπτο “I Shall Lead, You Shall Follow”, όπου οι τσιρίδες εναλλάσσονται με βήχα, λυγμούς και παρανοϊκά γέλια, καταλαβαίνει εύκολα κανείς πώς γεννήθηκαν αυτοί οι θρύλοι. Η ερμηνεία του δεν ακολουθεί κάποια τυπική μελωδική γραμμή, γεγονός που κάνει σχεδόν αδύνατη την επανάληψή της σε δεύτερο take. Παρόλα αυτά, αρκετοί μύθοι γύρω από το όνομά του διογκώθηκαν υπερβολικά από το διαδίκτυο, ξεφεύγοντας από την πραγματικότητα.
Αμέσως μετά την ολοκλήρωση του “Death Pierce Me”, το συγκρότημα διαλύθηκε ξαφνικά, χωρίς να προλάβει να κάνει ούτε μία ζωντανή εμφάνιση ή έστω μια δεύτερη κυκλοφορία. Όπως λέγεται η διάλυση συνδέθηκε άμεσα με την επιδείνωση της ψυχικής υγείας του Nattramn και τον εγκλεισμό του στην ψυχιατρική κλινική Sankt Sigfrids sjukhus στην πόλη Växjö. Η πλήρης εξαφάνιση των δύο μελών από το προσκήνιο κλείδωσε τον μύθο του δίσκου, αφήνοντας τους οπαδούς να ψάχνουν απαντήσεις μέσα στους στίχους. Αργότερα ο Leere πέρασε για ένα σύντομο διάστημα από τους Shining, πριν αποσυρθεί οριστικά από τη μουσική.
Η βαριά σκιά του “Death Pierce Me” και η κληρονομιά των Silencer στο depressive black metal
Η διαχρονική επιρροή του “Death Pierce Me” γιγαντώθηκε μέσα από τις συνεχείς επανεκδόσεις της Autopsy Kitchen Records και της Lupus Lounge, αλλά και από την επιμονή του Nattramn να κρατήσει το πρόσωπό του στο σκοτάδι. Ακόμα και όταν έδωσε ξανά σημεία ζωής με το dark ambient σχήμα Diagnose Lebensgefahr και τον δίσκο “Transformalin” το 2007, ή με το βιβλίο ποίησης και φωτογραφίας “Grishjärta” το 2011, απέφυγε κάθε δημόσια έκθεση. Το ίδιο συνέβη και το 2012 με το αρχειακό “Ödelagt”. Αυτή η άρνηση για οποιαδήποτε δημοσιότητα κράτησε ανέπαφη την αύρα του αρχικού άλμπουμ, σε μια εποχή που η υπερέκθεση καταστρέφει κάθε μυστήριο.
Μουσικά, η επίδραση του “Death Pierce Me” στη διαμόρφωση του depressive suicidal black metal υπήρξε καθοριστική, δίπλα σε ονόματα όπως οι Xasthur, οι Leviathan, οι Lifelover και οι πρώιμοι Katatonia. Ενώ το παραδοσιακό black metal έβγαζε μισανθρωπιά μέσα από την επιθετικότητα και τον θυμό, οι Silencer έφεραν στο προσκήνιο την πλήρη συναισθηματική κατάρρευση και την ευαλωτότητα. Δεκάδες νεότερα συγκροτήματα προσπάθησαν να μιμηθούν αυτό το κράμα μελωδικής θλίψης και φωνητικής παράνοιας, από το εναρκτήριο ακουστικό θέμα μέχρι το μοναχικό πιάνο που κλείνει τον δίσκο στο “Feeble Are You – Sons Of Sion”. Ελάχιστοι όμως κατάφεραν να πλησιάσουν την ίδια ένταση.
Σήμερα, περισσότερες από δύο δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, το μοναδικό στούντιο άλμπουμ των Σουηδών στέκεται ως σημείο αναφοράς για ολόκληρο τον ακραίο ήχο. Ακόμα κι αν κάποιος προσπεράσει τις ιστορίες για τα ψυχιατρεία, τις φήμες αυτοτραυματισμού και τις αλλόκοτες φωτογραφίες, η μουσική από μόνη της παραμένει εξίσου ενοχλητική και επιβλητική με την πρώτη μέρα. Οι Silencer χρειάστηκαν μόλις έξι κομμάτια και σαράντα λεπτά μουσικής για να αφήσουν ένα αποτύπωμα που άλλοι καλλιτέχνες κυνηγούν σε ολόκληρη τη δισκογραφία τους. Κάθε νέα γενιά ακροατών που ανακαλύπτει το “Death Pierce Me” έρχεται αντιμέτωπη με το ίδιο ακριβώς αίσθημα δέους.

