Με μία ματιά...
Ένας ντετέκτιβ του 19ου αιώνα, τρεις ηθοποιοί που τον πήραν σχεδόν ταυτόχρονα και τρία τελείως ξεχωριστά αποτελέσματα. Η σύγκριση εδώ ξεκινάει από το ίδιο το χαρτί, από τα διηγήματα του Sir Arthur Conan Doyle, και όχι από τις εντυπώσεις που άφησε η κάθε παραγωγή. Στο τραπέζι μπαίνουν τέσσερα πράγματα, ο τρόπος που δείχνεται η σκέψη, η στάση απέναντι στα ναρκωτικά, η μνήμη του ότι ο ήρωας ήταν αθλητής και το είδος του Watson που στέκεται δίπλα του.
- Ο Martin Freeman, η Lucy Liu και ο Jude Law δίνουν τρεις διαφορετικούς Watson, με την αμερικανική εκδοχή να μετατρέπει τον ρόλο σε ισότιμη συνεργάτιδα.
- Ο Robert Downey Jr. έπαιξε τον ρόλο σε δύο ταινίες του Guy Ritchie (2009, 2011), ο Benedict Cumberbatch σε 13 επεισόδια του BBC (2010-2017) και ο Jonny Lee Miller σε 154 επεισόδια του CBS (2012-2019).
- Ο κανόνας του Conan Doyle περιλαμβάνει πυγμαχία, ξιφασκία με μπαστούνι, κοκαΐνη σε διάλυμα 7%, βιολί, μεταμφιέσεις και μελισσοκομία στο Sussex.
Δεκάδες ηθοποιοί έχουν περάσει από το Baker Street εδώ και έναν αιώνα, με τον καθένα να αφήνει κάτι δικό του πάνω στο παλτό. Ο Basil Rathbone τον έκανε θεσμό στο Hollywood της δεκαετίας του ‘40 και τον έστειλε να κυνηγάει ναζί, ο Jeremy Brett έδωσε στα eighties την εκδοχή που πολλοί κρατάνε ακόμα ως μέτρο σύγκρισης, ο Peter Cushing τον πέρασε από τη Hammer, ο Nicol Williamson και ο Ian McKellen δοκίμασαν τα δικά τους. Το να τους πιάσουμε όλους θα ήταν άσκηση αρχειοθέτησης και όχι κριτικής. Εδώ μιλάμε για τρεις που τους έχουμε δει επεισόδιο προς επεισόδιο και καρέ προς καρέ.
Μέσα σε τρία μόλις χρόνια, ο Robert Downey Jr., ο Benedict Cumberbatch και ο Jonny Lee Miller πήραν τον ίδιο ρόλο και τον πήγαν σε τρεις τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις. Οι ταινίες του Guy Ritchie βγήκαν το 2009 και το 2011, το “Sherlock” του BBC ξεκίνησε το 2010 και έκλεισε το 2017, το “Elementary” του CBS έτρεξε από το 2012 ως το 2019. Τρεις τίτλοι, τρεις πόλεις, τρεις ντετέκτιβ που μοιράζονται όνομα και ελάχιστα άλλα. Το κριτήριο της σύγκρισης είναι ένα και μόνο, τι ακριβώς ζήτησε ο Sir Arthur Conan Doyle από όποιον θα έμπαινε σε αυτά τα παπούτσια.
Τι ακριβώς έγραψε ο Conan Doyle;
Ο ντετέκτιβ των βιβλίων είναι πολύ πιο βρώμικος και πολύ πιο ανθρώπινος από τη φήμη του. Καπνίζει πίπα μέσα σε δωμάτιο γεμάτο χαρτιά που απαγορεύει στην κυρία Hudson να πειράξει, στήνει χημικά πειράματα πάνω στο τραπέζι του φαγητού, παίζει βιολί τις ώρες που οι άλλοι κοιμούνται και σωριάζεται σε κατάθλιψη μόλις στερέψουν οι υποθέσεις. Η περίφημη σοφίτα του μυαλού στο “A Study In Scarlet” λέει ότι διαλέγει τι θα κρατήσει μέσα του και πετάει το υπόλοιπο, ακόμα και το ηλιακό σύστημα. Η εξυπνάδα του χρεώνεται σε κάθε κεφάλαιο και ο Doyle το γράφει χωρίς να το ωραιοποιεί.
Υπάρχουν και τα στοιχεία που συνήθως ξεχνιούνται στις μεταφορές. Πυγμαχεί σε επίπεδο ερασιτέχνη πρωταθλητή και το αποδεικνύει περισσότερες από μία φορές, ξέρει να παλεύει με μπαστούνι, αναφέρει το baritsu στο “The Adventure Of The Empty House”, μεταμφιέζεται τόσο πειστικά που ξεγελάει τον ίδιο τον Watson μέσα στο σπίτι τους. Το κοκαϊνικό διάλυμα 7% στο “The Sign Of Four” το κρατάει στο συρτάρι του σαν φάρμακο για τη βαρεμάρα, με τον γιατρό δίπλα του να το κοιτάζει και να μην μπορεί να κάνει τίποτα. Απέναντι στους πελάτες του, πάντως, ο άνθρωπος αυτός είναι ευγενικός σε σημείο που σήμερα θα το λέγαμε ζεστασιά.

Τέσσερα πράγματα βγαίνουν καθαρά από τον κανόνα και λειτουργούν ως κουτάκια που πρέπει να τσεκαριστούν. Πρώτο, ο τρόπος που δουλεύει το μυαλό και κυρίως ο τρόπος που αυτό φαίνεται προς τα έξω. Δεύτερο, η σχέση με την εξάρτηση και το τι κοστίζει. Τρίτο, το εκπαιδευμένο σώμα που ξέρει να δίνει και να δέχεται ξύλο. Τέταρτο, ο Watson ως ανθρώπινο αντίβαρο που κρατάει τον ήρωα δεμένο στη γη. Όποιος καλύπτει τρία από τα τέσσερα βγάζει έναν ντετέκτιβ που στέκεται στα πόδια του.
Ποιος κάνει τη σκέψη να φαίνεται στην οθόνη;
Στις ταινίες του Ritchie το πρόβλημα λύνεται με καθαρά κινηματογραφικό κόλπο. Πριν από κάθε καβγά η εικόνα κόβει ταχύτητα, η φωνή του ήρωα μετράει τα χτυπήματα ένα προς ένα και μετά όλα παίζονται ξανά σε κανονικό χρόνο μέσα σε δύο δευτερόλεπτα. Λειτουργεί σαν ιδέα, δείχνει το μυαλό σε κίνηση και κρατάει το κοινό μέσα στη σκηνή. Το εργαλείο αυτό μπαίνει σχεδόν πάντα στην υπηρεσία του να σπάσουν μύτες και σπάνια στην υπηρεσία του να λυθεί κάτι. Η μέθοδος της αφαίρεσης εμφανίζεται κυρίως στην αρχή και στο φινάλε, όταν πρέπει να εξηγηθεί η πλοκή.
Διαφορετικό δρόμο παίρνει το BBC, που μετατρέπει τη σκέψη σε στυλ. Λέξεις τρέχουν πάνω στο κάδρο, το μάτι σαρώνει έναν άγνωστο από τα παπούτσια ως τον γιακά, ο λόγος βγαίνει με ταχύτητα που δεν προλαβαίνεις να παρακολουθήσεις με την πρώτη. Το Mind Palace είναι η πιο πετυχημένη οπτική μετάφραση της σοφίτας του βιβλίου που έχει γίνει ποτέ για οθόνη και ο Cumberbatch το κουβαλάει με μια ψυχρότητα που κολλάει πάνω του. Ένα κομμάτι της εντύπωσης, πάντως, το χτίζει το μοντάζ και όχι ο ηθοποιός.
Μέσα στο “Elementary” η σκέψη δείχνεται με τον πιο δύσκολο τρόπο που υπάρχει, δηλαδή με φανερή δουλειά. Ο Miller μιλάει δυνατά σε άδειο δωμάτιο, γράφει πάνω σε τζάμια, στήνει πειράματα στο σαλόνι με ό,τι βρει, φτάνει σε λάθος συμπέρασμα και γυρίζει πίσω στην αρχή μπροστά στην κάμερα. Το σύστημα του δικτύου τού δίνει σαράντα τρία λεπτά και μηδέν οπτικά τρικ για να το κάνει. Αυτός ο ντετέκτιβ διορθώνει τον εαυτό του φωναχτά, κάτι που κανένας άλλος δεν τολμάει τόσο συχνά.
Πώς σηκώνει ο καθένας το βάρος της εξάρτησης;
Το χιούμορ είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ταινίες αντιμετωπίζουν το θέμα. Ο ήρωας πίνει, δοκιμάζει ηρεμιστικά στον σκύλο του σπιτιού, κλείνεται σε σκοτεινά δωμάτια για βδομάδες και βγαίνει από εκεί μέσα με έτοιμη ατάκα. Ο Downey Jr. ξέρει καλύτερα από τον καθένα πώς παίζεται ένας άνθρωπος που τα έχει δει όλα, και το χρησιμοποιεί σωστά μέσα στο πλαίσιο που του δίνεται. Η κούραση στα μάτια του είναι αληθινή και δεν την παίζει, την κουβαλάει. Το σκοτάδι εδώ λειτουργεί ως χρώμα της φάρσας και όχι ως κάτι που αφήνει λογαριασμό.
Στο “Sherlock” η εξάρτηση μπαίνει δυνατά σε συγκεκριμένα σημεία, με πιο καθαρό το “His Last Vow”. Ο ήρωας εμφανίζεται μέσα σε ένα κατάλυμα χρηστών, η σκηνή εντυπωσιάζει, ο Cumberbatch την παίζει με τη σωστή δόση απάθειας. Λίγο αργότερα αποδεικνύεται ότι ένα μέρος από αυτά ήταν στημένο για τις ανάγκες της υπόθεσης, και η σειρά προχωράει στο επόμενο επεισόδιο σαν να μην συνέβη τίποτα. Κανένα επακόλουθο δεν μένει στον χαρακτήρα, καμία συνέπεια δεν τον ακολουθεί στον επόμενο κύκλο. Η βελόνα αντιμετωπίζεται ως εργαλείο πλοκής περισσότερο από κατάσταση ζωής.
Η πιο ριζική επιλογή ανήκει στο αμερικανικό δίκτυο, που στήνει ολόκληρη σειρά πάνω στην απεξάρτηση. Ο ήρωας μπαίνει στην ιστορία βγαίνοντας από κλινική, ζει υποχρεωτικά με sober companion, μετράει μέρες καθαρές, κάθεται σε καρέκλες από συναντήσεις, υποτροπιάζει, το παραδέχεται και ξαναρχίζει από την αρχή. Επτά ολόκληροι κύκλοι κρατάνε αυτή τη γραμμή χωρίς να τη χάσουν ούτε στα πιο αδιάφορα επεισόδια, με τη νηφαλιότητα να γίνεται μετρήσιμο διακύβευμα σε κάθε κρίση. Από τις τρεις εκδοχές, αυτή είναι που παίρνει το συρτάρι του Doyle στα σοβαρά και το κάνει ραχοκοκαλιά.
Ποιος θυμάται ότι ο ήρωας ξέρει να δέρνει;
Εδώ ο Downey Jr. μαζεύει πόντους που κανείς δεν μπορεί να του πάρει. Ο αγώνας με γυμνές γροθιές στην πρώτη ταινία, οι μεταμφιέσεις που αλλάζουν ακόμα και το περπάτημα, το σωματικό χιούμορ, όλα αυτά βγαίνουν κατευθείαν από τις σελίδες και δεν τα έχει εφεύρει κανένα σενάριο. Ο ήρωας των διηγημάτων ήταν αθλητής που σήκωνε ξύλο και το επέστρεφε, και αυτός ο ηθοποιός είναι ο μόνος από τους τρεις που το δείχνει ολόκληρο χωρίς να το σχολιάζει. Το κουτάκι του σώματος το τσεκάρει μόνος του και με διαφορά από τους υπόλοιπους.
Δίπλα του, ο Miller καλύπτει το ίδιο κεφάλαιο με άλλο υλικό. Κάνει “ξιφασκία με μπαστούνι” μέσα στο σαλόνι, κρατάει μέλισσες στην ταράτσα ενός κτιρίου της Νέας Υόρκης, έχει το σώμα του γεμάτο τατουάζ, δεν στέκεται ήσυχος ούτε δευτερόλεπτο σε ένα δωμάτιο και μιλάει με τα χέρια πριν μιλήσει με το στόμα. Οι μέλισσες μάλιστα κουβαλάνε και τη σωστή αναφορά, αφού ο ντετέκτιβ του Doyle καταλήγει μελισσοκόμος στο Sussex. Η σωματική ανησυχία του περνάει στην οθόνη πριν προλάβει να πει λέξη.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Cumberbatch μένει πίσω. Το παλτό, το κασκόλ, το βιολί και τα τρεξίματα στους δρόμους του London είναι εκεί, μαζί με μια σιλουέτα που έγινε αμέσως εικονίδιο. Ο ήρωας του BBC κερδίζει τις μάχες του με τη γλώσσα, απέναντι στον Mycroft, απέναντι στον Moriarty, απέναντι σε κάθε αστυνομικό που τον υποτιμά, και σπάνια με τα χέρια. Η σκηνή της πυγμαχίας, όταν έρχεται, μοιάζει δανεισμένη από άλλη σειρά. Το πιο σωματικό κομμάτι του χαρακτήρα μένει σχεδόν ανέγγιχτο σε δεκατρία επεισόδια.
Τι κάνει ο Watson σε κάθε περίπτωση;
Στο “Sherlock” ο Martin Freeman δίνει το καλύτερο δυνατό αντίβαρο. Στρατιωτικός γιατρός με τραύμα από το Αφγανιστάν, γκρινιάρης, πιστός, γειωμένος, με μια υπομονή που σπάει ακριβώς στα σωστά σημεία. Ο Doyle έγραψε ακριβώς αυτή τη σχέση και κανείς δεν την έχει αποδώσει πιο πιστά, δύο άντρες που ανέχονται ο ένας τον άλλον επειδή δεν υπάρχει εναλλακτική και επειδή η πλήξη είναι χειρότερη από τον καβγά. Η χημεία τους κρατάει τη σειρά όρθια ακόμα και όταν τα σενάρια φεύγουν για τα καλά προς το παράλογο.
Τελείως αλλού πάει η Lucy Liu, που αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού. Η Joan Watson δεν είναι βοηθός ούτε αφηγήτρια, γίνεται συνεργάτης με δικές της υποθέσεις, μαθαίνει τη μέθοδο και κάποιες φορές φτάνει στη λύση πριν από αυτόν. Η επιλογή αυτή δίνει στον Miller κάτι που οι άλλοι δύο δεν πήραν ποτέ στα χέρια τους, έναν χαρακτήρα με δικαίωμα στην εξέλιξη μέσα στον χρόνο. Ο ντετέκτιβ του “Elementary” μαθαίνει να ζητάει συγγνώμη, κάτι που ακούγεται μικρό και δεν είναι καθόλου.
Ο Jude Law κάνει σωστή δουλειά μέσα σε πολύ στενά περιθώρια. Οι ταινίες τον θέλουν ως τον λογικό του ζευγαριού, ως άνθρωπο που ετοιμάζεται να παντρευτεί και ως τροφοδότη για τις ατάκες του πρωταγωνιστή. Η φιλία υπάρχει στην οθόνη και λειτουργεί μια χαρά για το είδος, χωρίς να φτάνει ποτέ στο βάθος που περιγράφουν τα διηγήματα. Κανένας από τους δύο δεν κινδυνεύει να χάσει κάτι πραγματικό αν ο άλλος φύγει. Το δίδυμο στήνεται σαν κωμικό σχήμα περιπέτειας και λιγότερο σαν δεσμός ζωής.
Πόσο μετράει η παραγωγή γύρω από τον ηθοποιό;
Το “Sherlock” είναι καλογυρισμένο με όποιο κριτήριο και αν το πιάσεις. Σκηνοθεσία που παίζει με τον χρόνο και με την επανάληψη, φωτογραφία που κάνει το Λονδίνο να μοιάζει ταινία μεγάλου προϋπολογισμού, μουσική του David Arnold που κολλάει στο αυτί, δεκατρία επεισόδια μοιρασμένα σε επτά χρόνια με χρόνο και χρήμα σε κάθε πλάνο. Ακόμα και οι αδύναμες στιγμές του τέταρτου κύκλου, εκεί που το σενάριο χάνει τον μπούσουλα και κυνηγάει ανατροπές, φαίνονται ακριβές και προσεγμένες. Ο Cumberbatch παίζει μέσα σε ένα περιβάλλον που τον ανεβάζει σε κάθε σκηνή που μπαίνει.
Σε τελείως άλλο τοπίο κινείται το αμερικανικό δίκτυο. Υπόθεση της εβδομάδας, διαφημιστικά διαλείμματα κάθε δέκα λεπτά, είκοσι τέσσερα επεισόδια ανά κύκλο, γεμίσματα που κανείς δεν θα ξαναδεί ποτέ, συνεργάτες της αστυνομίας που μπαινοβγαίνουν χωρίς να αφήνουν ίχνος. Μέσα σε αυτό το εργοστάσιο ο Miller κρατάει τον ίδιο άνθρωπο όρθιο για 154 επεισόδια, χωρίς μοντάζ να τον σώσει, χωρίς σεναριακό φτιασίδωμα και χωρίς τον χρόνο προετοιμασίας που έχει μια βρετανική παραγωγή. Η αντοχή αυτή είναι επίτευγμα πριν καν συζητήσουμε για ερμηνεία.
Οι δύο Βρετανοί είχαν ήδη μετρηθεί μεταξύ τους πριν από όλη αυτή την ιστορία. Το 2011 εναλλάσσονταν βράδυ παρά βράδυ στους ρόλους του Victor Frankenstein και του πλάσματος, στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Danny Boyle για το National Theatre, με το κοινό να αγοράζει εισιτήρια και για τις δύο εκδοχές. Το Olivier Award του 2012 για τον καλύτερο ηθοποιό πήγε και στους δύο, μοιρασμένο στη μέση, και το ίδιο έγινε με το βραβείο της Evening Standard. Οι κριτές δεν μπόρεσαν να ξεχωρίσουν τον έναν από τον άλλον ούτε τότε.
Τι μένει στο τέλος;
Τρεις ερμηνείες, τρεις τελείως διαφορετικές δουλειές με τελείως διαφορετικές απαιτήσεις. Η μία έπρεπε να κρατήσει ένα franchise περιπέτειας με εκρήξεις και σίκουελ, η άλλη έπρεπε να γίνει τηλεοπτικό γεγονός μέσα σε λίγα επεισόδια και να το κρατήσει για επτά χρόνια, η τρίτη έπρεπε να αντέξει τον μαραθώνιο του αμερικανικού δικτύου για επτά σεζόν χωρίς να φθαρεί και χωρίς να γίνει καρικατούρα του εαυτού της. Ο χαρακτήρας του Doyle σηκώνει και τις τρεις, επειδή γράφτηκε αρκετά μεγάλος ώστε να χωράει τον καθένα. Κανένας τους δεν τον μίκρυνε.
Όποιος ξαναπιάσει τα διηγήματα μετά από αυτές τις εκδοχές θα βρει μέσα κομμάτια και από τους τρεις, με κάποια να κουμπώνουν πιο σφιχτά από άλλα. Η συζήτηση για το ποιος τον έπαιξε καλύτερα δεν τελειώνει ποτέ σε κανένα τραπέζι και καλώς δεν τελειώνει, αφού ο καθένας κουβαλάει τη δική του πρώτη επαφή με τον ήρωα. Η καλύτερη σειρά και η καλύτερη ερμηνεία δεν βρίσκονται πάντα μέσα στο ίδιο πακέτο, και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα όλης της ιστορίας.

