Με μία ματιά...
Μια κοπέλα από το Camden μπήκε στο στούντιο με μια σχέση που είχε ήδη τελειώσει. Βγήκε με τον πιο επιδραστικό βρετανικό δίσκο του αιώνα. Κάτω από τα πνευστά και το eyeliner κρύβεται ένα ημερολόγιο γραμμένο χωρίς φόβο.
- Ο δίσκος πούλησε δεκάδες εκατομμύρια, σάρωσε τα Grammy και αρχειοθετήθηκε ως εθνικά σημαντική ηχογράφηση στις ΗΠΑ.
- Το “Back To Black” επανέφερε τη soul στη βρετανική ποπ και άνοιξε τις πόρτες των εταιρειών σε μια γενιά τραγουδιστριών.
- Οι Mark Ronson και Salaam Remi μοίρασαν την παραγωγή, ενώ οι Dap-Kings έδωσαν στον δίσκο τον ζωντανό του παλμό.
Το 2005 μια εικοσιδυάχρονη από το Camden περνούσε τα βράδια της σε μια παμπ, παίζοντας μπιλιάρδο και βάζοντας στο τζουκμπόξ παλιά σόουλ κομμάτια. Είχε μόλις ερωτευτεί έναν βοηθό σε γυρίσματα για βίντεο κλιπ, μέσα σε λίγες εβδομάδες είχε χαράξει το όνομά του στο δέρμα της, και μέσα σε λίγους μήνες εκείνος είχε γυρίσει στην προηγούμενη κοπέλα του. Από εκείνο ακριβώς το κενό βγήκε το “Back To Black” της Amy Winehouse, που κυκλοφόρησε στις 27 Οκτωβρίου 2006 από την Island Records και έμελλε να είναι το δεύτερο και τελευταίο άλμπουμ της.
Πού ηχογραφήθηκε ο δίσκος της Amy Winehouse;
Πρώτος σταθμός ήταν το Μαϊάμι, μέσα στο 2005, εκεί όπου δούλευε ο Salaam Remi, ο άνθρωπος που είχε κάνει μαζί της το μεγαλύτερο μέρος του πρώτου άλμπουμ. Έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε, και ο Remi γέμιζε από πάνω τα υπόλοιπα όργανα σχεδόν μόνος του. Η δουλειά κράτησε δέκα μέρες και τελείωνε πριν βραδιάσει, με τις φωνητικές λήψεις να κλείνουν σε δύο τρία περάσματα.
Αυτό που έλειπε ακόμα ήταν ο ήχος. Ήρθε τον Μάρτιο του 2006, όταν στο στούντιο του Mark Ronson στη Νέα Υόρκη εκείνη του έβαλε δίσκους των Shangri-Las, του αμερικανικού γυναικείου σχήματος που είχε ορίσει τον ήχο των sixties, και έφυγε χωρίς να έχει γραφτεί τίποτα. Ο Ronson έμεινε όλη τη νύχτα και έγραψε ένα θέμα στο πιάνο, αυτό που έγινε η βάση των στροφών του ομώνυμου κομματιού, με ένα kick, ένα ντέφι και πολύ reverb από πάνω. Το επόμενο πρωί η Amy Winehouse έγραψε τους στίχους του “Back To Black” μέσα σε περίπου μία ώρα.

Με αυτό το κομμάτι στο χέρι, ο δίσκος απέκτησε επιτέλους κατεύθυνση. Την άνοιξη τα ντραμς πήγαν στο House of Soul της Daptone, στο Μπρούκλιν, με ένα μικρόφωνο κρεμασμένο πάνω από το κιτ και τους Dap-Kings να παίζουν όλοι στο ίδιο δωμάτιο. Η Winehouse τραγουδούσε απέναντι, στο Μανχάταν, και όλα ταξίδεψαν μετά στο Λονδίνο, όπου ο Tom Elmhirst τα έδεσε στα Metropolis Studios. Ο ήχος που όλοι θεωρούν ρετρό στήθηκε κομμάτι κομμάτι, πολλούς μήνες μετά τις πρώτες λήψεις.
Πίσω στο στούντιο της Νέας Υόρκης, μια σκηνή από εκείνες τις μέρες εξηγεί τη γραφή της καλύτερα από κάθε ανάλυση. Ο Ronson της ζήτησε να πειράξει μια φράση του ρεφρέν επειδή δεν είχε ομοιοκαταληξία, και πήρε για απάντηση ένα βλέμμα απορίας. Ό,τι έβγαινε, έμενε. Μόλις υπήρξε το ομώνυμο κομμάτι, γύρισαν πίσω στα τραγούδια του Μαϊάμι και τα ξαναδούλεψαν με παλιά μικρόφωνα και αναλογική ταινία, ώστε να μοιάσουν όλα μεταξύ τους. Όπως το έθετε η ίδια, «όσο έχω μουσική στη ζωή μου, θα είμαι εντάξει».
Ποια είναι η αληθινή ιστορία πίσω από το “Rehab”;
Το πιο γνωστό κομμάτι του δίσκου δεν κρύβει καμία μεταφορά. Το 2005 το μάνατζμεντ πίεζε για απεξάρτηση, ο πατέρας της είπε πως δεν χρειαζόταν, και η κουβέντα έκλεισε εκεί. Μήνες αργότερα, σε μια βόλτα στη Νέα Υόρκη, το ανέφερε στον Ronson σαν ανέκδοτο. Εκείνος σταμάτησε στη μέση του δρόμου και της είπε πως αυτό ακούγεται για ρεφρέν. Έτσι ένα περιστατικό που δεν είχε καταλήξει πουθενά έγινε το “Rehab”.
Παρόμοιες ιστορίες κουβαλούν και τα υπόλοιπα. Το “Me & Mr Jones” είχε αρχικά τίτλο πολύ βαρύ για εξώφυλλο δίσκου και η Island ζήτησε αλλαγή, ενώ το “Tears Dry On Their Own” χτίστηκε πάνω στην αρμονική σειρά ενός κλασικού της Motown. Να σημειώσουμε εδώ ότι το όνομα του παραγωγού που είχε φτιάξει το αρχικό demo για το “He Can Only Hold Her” μπήκε στα credits μόνο μετά από αγωγή και διακανονισμό.
Παντού αλλού στον δίσκο η Amy Winehouse ονομάζει μπαρ, μάρκες ποτών και υπαρκτά πρόσωπα. Στο “Love Is A Losing Game” δεν υπάρχει τίποτα από αυτά, μόνο ένα τραπέζι όπου κάποιοι παίζουν χαρτιά και η παραδοχή ότι το παιχνίδι είχε κριθεί από την αρχή. Αυτό το κάνει το πιο διαχρονικό κομμάτι του δίσκου, γιατί θα μπορούσε να είχε γραφτεί σε οποιαδήποτε δεκαετία. Πήρε Ivor Novello το 2008 και ο Prince το διασκεύασε ζωντανά.
Πώς πέρασε η σχέση με τον Blake Fielder-Civil μέσα στους στίχους του δίσκου;
Σχεδόν όλα τα τραγούδια δείχνουν προς το ίδιο πρόσωπο. Ο Blake Fielder-Civil είχε γυρίσει στην προηγούμενη κοπέλα του, και ο τίτλος του άλμπουμ περιγράφει αυτό ακριβώς. Ενοχή, ζήλια, απιστία και μετάνοια μπήκαν στα κομμάτια χωρίς καμία προσπάθεια να βγει η αφηγήτρια καλή. Στο “You Know I’m No Good” η ιστορία κρατά την πλευρά της ένοχης, με λεπτομέρειες σαν αντιγραμμένες από σημειωματάριο.
Αυτή η ειλικρίνεια γύρισε μπούμερανγκ μόλις ο δίσκος πούλησε. Τα ταμπλόιντ έπαψαν να ακούν τραγούδια και άρχισαν να ψάχνουν στους στίχους αποδείξεις για όσα έγραφαν δίπλα. Το 2009 χρειάστηκε δικαστική απόφαση για να κρατηθούν οι φωτογράφοι μακριά από το σπίτι της. Το ίδιο βάρος ανέβηκε μαζί της και στη σκηνή, αφού για να βγάλει σωστά το “Wake Up Alone”, το “Some Unholy War” ή το ομώνυμο έπρεπε να ξαναθυμηθεί πώς ένιωθε όταν τα έγραφε, οπότε τα έκοβε από τα setlist όταν δεν άντεχε.
Τι άλλαξε στη βρετανική σκηνή μετά το “Back To Black”;
Εμπορικά, τίποτα από όλα αυτά δεν τον σταμάτησε. Μέχρι το τέλος του 2007 ο δίσκος είχε βγει το πιο εμπορικό άλμπουμ της χρονιάς στη Βρετανία με σχεδόν δύο εκατομμύρια αντίτυπα, και τελικά έφτασε τα είκοσι εκατομμύρια παγκοσμίως. Τον Φεβρουάριο του 2008 η Amy Winehouse πήρε πέντε βραβεία σε μία βραδιά, τραγουδώντας μέσω δορυφορικής σύνδεσης από το Λονδίνο επειδή δεν είχε προλάβει να βγει η βίζα της.
Η βιομηχανία κατάλαβε το μήνυμα αμέσως. Μέσα σε δύο χρόνια, Adele, Duffy, Estelle και αρκετές ακόμα βρήκαν ανοιχτές πόρτες, γιατί οι γυναικείες φωνές είχαν ξαφνικά γίνει εμπορικά ασφαλείς. Αυτό που αντιγράφηκε περισσότερο ήταν η βιτρίνα, τα πνευστά, η κόμμωση και το eyeliner, και αυτά παλιώνουν γρήγορα. Η γραφή δεν αντιγράφηκε, γιατί απαιτούσε να έχεις ζήσει τα βράδια που περιγράφει.
Εκείνη δεν πρόλαβε να δει πού θα έφτανε όλο αυτό. Ο θάνατός της τον Ιούλιο του 2011, στα είκοσι επτά της, ξαναέστειλε τον δίσκο στην κορυφή των charts για τους λάθος λόγους, και το 2025 η Library of Congress τον έβαλε στο National Recording Registry ως ηχογράφηση με πολιτισμική και ιστορική σημασία. Το “Back To Black” στέκεται για τον ίδιο λόγο που στάθηκε και την πρώτη μέρα, επειδή μιλά για συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένα μαγαζιά και συγκεκριμένες ώρες.

