Με μία ματιά...
Το 1984 μια ταινία χαμηλού κόστους βγήκε στις αίθουσες μεταμφιεσμένη σε sci-fi. Το “The Terminator” ξεκινά σαν κυνηγητό στους δρόμους του Los Angeles. Πίσω από τα κυκλώματα στέκει ένας κυνηγός που δεν κουράζεται. Δεκαετίες μετά, ο εφιάλτης παραμένει ζωντανός.
- Ένας αστυνομικός στα γυρίσματα πείστηκε από την Gale Anne Hurd ότι επρόκειτο για φοιτητική ταινία.
- Ο James Cameron σχεδίασε συνειδητά μια ταινία τρόμου και χρησιμοποίησε το χαμηλό μπάτζετ ως εργαλείο αισθητικής.
- Ο Arnold Schwarzenegger κράτησε απόσταση από τη Linda Hamilton και τον Michael Biehn για να μοιάζει μηχανή.
«Ρε ‘σεις, μήπως είναι καλύτερο από το sequel;». Σε ένα παράλληλο σύμπαν, αυτή η ερώτηση θα ήταν ικανός λόγος για τον Κώστα και τον Φοίβο να μαζέψουν τους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού και να έρθουν να με κάψουν. Το “The Terminator” του James Cameron μνημονεύεται συνήθως ως το σημείο εκκίνησης ενός υπερεπιτυχημένου franchise, το φιλμ που ανέδειξε τον Arnold Schwarzenegger και η βάση για μία από τις σημαντικότερες ταινίες του Hollywood. Όλα αυτά στέκουν και κανείς δεν τα αμφισβητεί.
Οι λόγοι αυτοί, όσο αληθινοί και αν είναι, καταλήγουν να αδικούν το έργο. Για μένα η ουσία του βρίσκεται στο είδος του. Συχνά ξεχνάμε ότι ένα από τα πιο εμβληματικά action franchise όλων των εποχών ξεκίνησε από μια horror ταινία. Κάτω από το μέταλλο και τα κυκλώματα υπάρχει ένας κινηματογραφικός εφιάλτης σχεδιασμένος να προκαλεί φόβο περισσότερο από εντυπωσιασμό. Αυτό προκύπτει από τη δομή του “The Terminator” και την πρόθεση πίσω από κάθε σκηνή, σε μια ταινία της οποίας η «γυαλάδα» θόλωσε από τον θρίαμβο του sequel.
Γιατί το πρώτο φιλμ μοιάζει με ταινία τρόμου;
Αν σήμερα το franchise είναι συνδεδεμένο με εντυπωσιακά ψηφιακά εφέ και μεγάλες σκηνές δράσης, η πρώτη ταινία θυμίζει περισσότερο ένα slasher movie με sci-fi υπόβαθρο. Ο κακός δεν φοράει μάσκα ούτε κρύβεται σε κάποια κατασκήνωση, η λογική όμως παραμένει ίδια. Ένας ασταμάτητος δολοφόνος κυνηγά έναν άνθρωπο σε όλη την πόλη και αφήνει πίσω του διαρκώς θύματα. Η ένταση στο “The Terminator” δεν στηρίζεται στη μάχη ή στη νίκη των ηρώων. Ο τρόμος προκύπτει από τη βεβαιότητα πως το «τέρας» θα συνεχίσει να κινείται μέχρι ο στόχος του να πάψει να αναπνέει.
Το “The Terminator” χτίζει αυτό το αίσθημα φόβου μέσα από συγκεκριμένες σκηνές. Η Sarah καταλαβαίνει ότι κάποιος εντοπίζει γυναίκες με το όνομά της στον τηλεφωνικό κατάλογο. Στο πάρκινγκ, ο ήχος από βήματα που πλησιάζουν γίνεται προειδοποίηση πως η βοήθεια είναι πολύ μακριά. Το Los Angeles της ταινίας είναι σκοτεινό, βρώμικο και ψυχρό, με στενά σοκάκια, κλαμπ πνιγμένα στον κόσμο και διαμερίσματα που σε στριμώχνουν. Κάθε μέρος μοιάζει σαν σημείο όπου κανείς δεν προλαβαίνει να φτάσει.

Η μουσική του “The Terminator” με τα synths χτυπά σαν μηχανική καρδιά ή σαν συναγερμός. Όταν ο T-800 του Schwarzenegger μπαίνει στο κάδρο, εμφανίζεται ξαφνικά και θυμίζει τις κλασικές horror ταινίες όπου ο δολοφόνος ξεπροβάλλει τη στιγμή που οι χαρακτήρες χαλαρώνουν. Μπορεί να βρίσκεται πίσω από οποιαδήποτε πόρτα, μπορεί να περνά δίπλα σου στο πεζοδρόμιο. Αυτή η αίσθηση κρατά τον θεατή σε εγρήγορση ακόμα και στις ήσυχες σκηνές.
Πώς ο James Cameron στήνει τον τρόμο χωρίς μεγάλες μάχες;
Όλη αυτή η προσέγγιση δείχνει καθαρά τις προθέσεις του James Cameron, επηρεασμένες από την άνοδο του αστικού horror της εποχής που βασιζόταν στην ένταση και όχι στα εντυπωσιακά εφέ. Πήρε αυτή τη λογική, τη μετέφερε σε ένα φουτουριστικό περιβάλλον γεμάτο ανάγκη για επιβίωση και έφτιαξε μια low budget ταινία που μιλάει άπταιστα τη γλώσσα του τρόμου. Καταδίωξη αντί για καθαρές μάχες, κλειστοφοβία αντί για θέαμα, αστυνομία χωρίς καμία ουσιαστική βοήθεια και μια πρωταγωνίστρια που συναντά την αμφιβολία σε κάθε της βήμα.
Η Sarah Connor της Linda Hamilton δεν έχει την εκπαίδευση ή τα όπλα που θα αποκτήσει στο μέλλον. Είναι μια απλή σερβιτόρα της οποίας η καθημερινότητα μετατρέπεται ξαφνικά σε εφιάλτη, ενώ όσοι προσπαθούν να τη βοηθήσουν είτε αγνοούν τον κίνδυνο είτε δεν προλαβαίνουν να σωθούν. Ο James Cameron φέρνει την παράδοση του «τελευταίου επιζώντα» στο “The Terminator” μέσα από όσα η ηρωίδα αναγκάζεται να υποστεί και όχι επειδή κάτι την έχει ορίσει για αυτόν τον ρόλο. Η επιβίωσή της μοιάζει με κάτι που κερδίζεται μέσα στη νύχτα, βήμα βήμα.
Άλλος ένας λόγος που η ταινία λειτουργεί τόσο καλά είναι ο «κακός» της. Ο Εξολοθρευτής είναι πραγματικά ασταμάτητος και εξαφανίζει ό,τι βρίσκεται μπροστά του χωρίς ίχνος συναισθήματος. Όταν μπαίνει στο Tech Noir, η σκηνή δείχνει μια απειλή που έχει ήδη υπολογίσει την κάθε της κίνηση. Δεν υπάρχει λόγος, δεν υπάρχει δισταγμός. Έχει έναν στόχο, να σκοτώσει τη Sarah Connor, και αυτή η προσήλωση χωρίς ρωγμές είναι που γεννά τον τρόμο. Κάθε φορά που ο θεατής πιστεύει ότι καταστράφηκε, εκείνος επιστρέφει.
Ακόμα και όταν καίγεται η ανθρώπινη κάλυψή του και αποκαλύπτεται το μεταλλικό κρανίο από τη σκοτεινή έμπνευση του Cameron, συνεχίζει χωρίς την παραμικρή παρέκκλιση. Ο Terminator του Schwarzenegger έχει πολλά κοινά με φιγούρες όπως ο Michael Myers, μια παρουσία που δεν σταματάει με λογική και προχωράει χωρίς δισταγμό. Η διαφορά βρίσκεται στην εμφάνιση και στα κίνητρα. Αντί για υπερφυσικό υπόβαθρο, η απειλή πηγάζει από τον ψυχρό προγραμματισμό μιας μηχανής που βλέπει την ύπαρξη της ανθρωπότητας ως πρόβλημα, και το χειρότερο, είναι προϊόν ανθρώπινης κατασκευής.
Με ποιον τρόπο επηρέασε το χαμηλό μπάτζετ το “The Terminator”;
Σημαντικό είναι να αναφέρουμε ότι ο τρόμος στο “The Terminator” δεν γεννήθηκε λόγω περιορισμών στην παραγωγή. Ο James Cameron είχε ήδη αποφασίσει να φτιάξει μια horror ταινία και, λόγω του low budget και όχι εξαιτίας του, επέλεξε μια guerilla αισθητική που ταίριαζε σε αυτό που είχε στο μυαλό του. Έστηνε σκηνές σε δημόσιους χώρους χωρίς άδεια και έφευγε γρήγορα πριν προλάβει κάποιος να σταματήσει τους ηθοποιούς ή το συνεργείο. Έτσι, πραγματικοί περαστικοί εμφανίζονται τυχαία στο φόντο, χωρίς να γνωρίζουν τον κίνδυνο που εξελίσσεται μπροστά στην κάμερα.
Ένας αστυνομικός που σταμάτησε στα γυρίσματα πείστηκε ότι πρόκειται για φοιτητική ταινία, όταν η παραγωγός Gale Anne Hurd του έδωσε μια γρήγορη εξήγηση. Fan fact, ο James Cameron δάνεισε τη φωνή του στον τηλεφωνητή της Sarah. Λεπτομέρειες σαν αυτές δείχνουν πόσο σπιτικό ήταν το συνεργείο πίσω από ένα φιλμ που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο το Hollywood κοίταζε τη sci-fi δράση.
Τι έκανε ο Arnold Schwarzenegger για να μοιάζει μηχανή;
Φυσικά, για να στήσεις καλά τον τρόμο στη μεγάλη οθόνη χρειάζεσαι και τις ανάλογες ερμηνείες. Ο Schwarzenegger περιόρισε τις κινήσεις των ματιών του όταν πυροβολούσε και πρόβαρε τον τρόπο που γεμίζει όπλα ώστε να φαίνεται όσο πιο απάνθρωπος γίνεται. Παράλληλα απέφυγε την επαφή με τη Linda Hamilton και τον Michael Biehn στα γυρίσματα, για να κρατά ψυχική απόσταση. Η σωματική του παρουσία θυμίζει κλασικούς κακούς του horror που απειλούν μέσα από την κίνηση και όχι από την έκφραση.
Κάθε του ενέργεια μοιάζει σαν να προέρχεται από ψυχρή επεξεργασία και όχι από αντίδραση, και αυτή η απουσία προσωπικότητας δημιουργεί μια ανησυχία που σε διαπερνά. Ο Michael Biehn υποδύεται εξαιρετικά έναν τραυματισμένο στρατιώτη που μόλις και μετά βίας αντέχει. Οι προειδοποιήσεις του μοιάζουν με παραλήρημα. Το σώμα του έχει σημάδια από μάχες που δεν θα έπρεπε να έχουν συμβεί ακόμα.
Όταν μιλά για καμένες πόλεις και αδίστακτες μηχανές δεν υπάρχει τίποτα ηρωικό σε αυτά που λέει, μόνο φόβος και αγώνας για επιβίωση. Το “The Terminator” ζητά από τον θεατή να τον πιστέψει σταδιακά, όπως κάνει και η Sarah, μέσα από τις ολοένα και περισσότερες αποδείξεις καταστροφής γύρω τους. Η εμπιστοσύνη εδώ χτίζεται πάνω σε πτώματα και ερείπια.
Ο “The Terminator” και η τεχνητή νοημοσύνη;
Ένα ακόμα ατού του “The Terminator” είναι ο τρόπος που παρουσιάζει την τεχνολογία, δείχνοντας τον φόβο για την τεχνητή νοημοσύνη μαζί με την αυξανόμενη εξάρτηση από ψηφιακά συστήματα, δίκτυα και εργαλεία παρακολούθησης που επηρεάζουν διακριτικά τη ζωή μας. Καθημερινά αντικείμενα όπως ένας τηλεφωνικός κατάλογος, ένας τηλεφωνητής ή ένα Walkman γίνονται καθοριστικά για τη σωτηρία ή τον θάνατο των χαρακτήρων. Μηνύματα χάνονται. Λάθη φέρνουν τον δολοφόνο ακόμα πιο κοντά.
Η ευκολία της τεχνολογίας δημιουργεί ανοίγματα για την απειλή. Ο James Cameron δεν ενδιαφέρεται να προειδοποιήσει για όλα αυτά, θέλει απλώς να δείξει ότι ζούμε ήδη ανάμεσα σε συστήματα από τα οποία εξαρτόμαστε χωρίς να τα ελέγχουμε πραγματικά. Τέσσερις δεκαετίες μετά, αυτό το κομμάτι της ταινίας διαβάζεται πιο εύκολα από ποτέ.
“The Terminator” ή “Judgment Day”: ποια ταινία του franchise είναι καλύτερη;
Και τελικά επανερχόμαστε στον τίτλο. Είναι το “The Terminator” καλύτερο από το “Judgment Day”; Η απάντηση χωράει σε δύο επίπεδα, με το πρώτο να αφορά τη σημασία τους, όπου το sequel υπερέχει χωρίς κόπο. Το δεύτερο, που έχει να κάνει με τα γούστα του θεατή, δεν είναι τόσο απλό.
Το “Judgment Day” είναι υπόδειγμα action. Το “The Terminator” είναι υπόδειγμα τρόμου. Και αν για το δεύτερο δεν είστε σίγουροι, δοκιμάστε να βρείτε πέντε πιο πετυχημένες μίξεις horror και sci-fi. Λογικά θα σας έρθει στο μυαλό το “Alien” και μέχρι εκεί. Ο τρόμος του “The Terminator” είναι η μορφή ενός εφιάλτη που ο James Cameron κάποτε σχεδίασε μέσα σε πυρετό, και αυτός ο εφιάλτης ζει ακόμα στην οθόνη σιωπηλός, μεθοδικός, συγκεντρωμένος και ασταμάτητος.
