Με μία ματιά...
Ο Nicko McBrain μιλώντας στον Barry Robinson για το Classic Album Review, με αφορμή το βιβλίο του “Hello Boys And Girls!”, παραδέχεται ότι οι Iron Maiden δεν προσαρμόστηκαν επαρκώς στη φωνή του Blaze Bayley. Η ευθύνη για εκείνη την περίοδο μετατοπίζεται από τον τραγουδιστή στους ίδιους τους Iron Maiden. Αναφέρεται ακόμα στην οργή του το 1993 και στη βραδιά που ανακοίνωσαν στον Bayley την απόφασή τους.
- Ο Blaze Bayley άκουσε την απόφαση με όλη τη μπάντα απέναντί του και βγήκε από την πόρτα χωρίς παράπονο
- Η ευθύνη πέφτει στο ίδιο το συγκρότημα, που κράτησε τα κομμάτια σε ύψος γραμμένο για άλλον λαιμό
- Η περιοδεία του “Virtual XI” περιγράφεται ως η πιο βαριά περίοδος ολόκληρης της θητείας του ντράμερ
Λίγες μέρες πέρασαν από τότε που το όνομά του έπιασε τίτλους για λόγους εκτός μουσικής. Αφού ο Βρετανός ντράμερ γύρισε την πλάτη στον Trump, αρνούμενος πρόσκληση για γκολφ και αδειάζοντάς τον στην Telegraph, ο Nicko McBrain επέστρεψε σε έδαφος που ξέρει καλύτερα. Σε νέα συνέντευξη στον Barry Robinson του Classic Album Review, με αφορμή την αυτοβιογραφία του “Hello Boys And Girls!”, άνοιξε το πιο άβολο κεφάλαιο της ιστορίας των Iron Maiden, τα πέντε χρόνια με τον Blaze Bayley.
Η αφετηρία βρίσκεται στο 1993, όταν ο Bruce Dickinson ανακοίνωσε ότι φεύγει στα μισά της περιοδείας του “Fear Of The Dark”. Ο Bayley ανέλαβε το 1994 και έμεινε μέχρι το 1999, με δύο δίσκους στο ενεργητικό του, τους “The X Factor” και “Virtual XI”. Και οι δύο πούλησαν λιγότερο από οτιδήποτε είχε βγάλει η μπάντα μετά το “Killers” του 1981. Η φωνή του ήταν βαρύτονη εκεί που ο Dickinson κινούνταν ψηλά, και αυτό μετρήθηκε από την πρώτη κιόλας βραδιά.
Γιατί υπήρχε δυσφορία με τον Bruce Dickinson;
Ρωτήθηκε ευθέως αν η αποχώρηση του τραγουδιστή θα μπορούσε να είχε γίνει καλύτερα και απάντησε χωρίς φίλτρο. «Ήμουν ο πιο ξεκάθαρος από όλους μας για τον τρόπο που έγινε αυτό με τον Bruce», λέει ο ίδιος. Αυτό που τον έκαιγε ήταν το timing, γιατί η ανακοίνωση ήρθε στη μέση της περιοδείας αντί για το φινάλε της. Η σκέψη ότι θα κοιτάζει κάθε βράδυ επί σκηνής έναν τραγουδιστή που δεν θέλει να είναι εκεί του φαινόταν αβάσταχτη. Από πίσω έτρεχε και ο φόβος ότι το κοινό θα πλήρωνε για μισή παράσταση.
Η λύση ήρθε το 1999, με μια συνάντηση στο Brighton και ένα ποτό στο Chiswick. Ο Janick Gers, ο Dickinson και ο McBrain γύρισαν οδικώς στο Λονδίνο και τα είπαν από κοντά. «Δεν μπορώ να πάρω πίσω όσα είπα όταν έφυγες, σ’ αγαπάω όμως και χαίρομαι που γύρισες», θυμάται ότι του είπε. Η απάντηση ήρθε με ένα χέρι στον ώμο και μια κουβέντα που έκλεισε το θέμα για πάντα. Από τότε δεν το ξανάπιασαν ποτέ.

Αμέσως μετά ήρθε το “Brave New World” του 2000, ηχογραφημένο στο Guillaume Tell Studio του Παρισιού. Ο Kevin Shirley ανέλαβε την παραγωγή και έμεινε στο πλευρό της μπάντας σε κάθε δίσκο από τότε. Ο ντράμερ περιγράφει ένα σκηνικό αλά Blues Brothers, με το συγκρότημα να ξαναστήνεται από την αρχή. Ο ήχος εκείνου του δίσκου πιάνει την ουσία των Iron Maiden, λέει, και αυτό κράτησε.
Τι έφταιξε στους δίσκους με τον Blaze Bayley;
Το πιο ουσιαστικό κομμάτι της συνέντευξης βρίσκεται στη δουλειά και όχι στις σχέσεις. Ο McBrain λέει ότι η μπάντα έκανε ένα λάθος που κανείς δεν διόρθωσε ποτέ, καθώς κράτησε τα παλιά κομμάτια στις αρχικές τους τονικότητες. Έπρεπε να είχαν κατέβει μισό ή και ολόκληρο τόνο για να χωρέσει η φωνή του Bayley. Η διαφορά στο χρώμα ανάμεσα στους δύο τραγουδιστές ήταν τεράστια, και ο νέος βρέθηκε να κυνηγάει κάθε βράδυ ένα ύψος που δεν ήταν δικό του.
Ειδικά η περιοδεία του “Virtual XI” ήταν μαρτύριο, σύμφωνα με τον ίδιο τον ντράμερ. Μιλάει για σύννεφο πάνω από εκείνη την περίοδο της ζωής του και παραδέχεται ότι η διάθεση μέσα στο γκρουπ είχε βαρύνει. Η μπάντα δεν βοήθησε τον άνθρωπο που είχε αναλάβει το δυσκολότερο πόστο στο heavy metal. Όταν μπήκε στο τραπέζι η επιστροφή του Dickinson μαζί με τον Adrian Smith, η απόφαση ήταν ήδη δεδομένη.
Πώς αντέδρασε ο Blaze Bayley όταν ήρθε το τέλος;
Αξίζει να σταθεί κανείς στη σχέση των δύο αντρών. Ο McBrain λειτουργούσε ως μέντορας και έμπιστος του νεότερου τραγουδιστή, ο παππούς της παρέας όπως λέει γελώντας, εκείνος που άκουγε τις ανησυχίες του για το τι θα σκεφτεί ο Steve Harris. Η συνάντηση για το τέλος έγινε με όλη τη μπάντα παρούσα και με τον μάνατζερ Rod Smallwood στο τραπέζι. Το να ανακοινώσεις σε κάποιον που πήρες υπό την προστασία σου ότι τελείωσε ήταν το δυσκολότερο κομμάτι όλης της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τον Nicko McBrain, ο Bayley το δέχτηκε με αξιοπρέπεια. Γύρισε και είπε ότι οι Iron Maiden είναι πολύ καλό συγκρότημα για να σταματήσουν και ότι πρέπει να συνεχίσουν με τον καλύτερο. Αυτή η στάση κράτησε και τα επόμενα είκοσι πέντε χρόνια, χωρίς γκρίνια και χωρίς δηλητήριο. Η απογοήτευσή του ήταν δεδομένη, το ύφος του δεν άλλαξε ποτέ.
Από την πλευρά του, ο Dickinson έχει πει στο podcast «Talk Is Jericho» του Chris Jericho ότι δεν παρακολουθούσε τι έκανε η μπάντα όσο έλειπε. Ήταν βυθισμένος στους solo δίσκους του και θεωρούσε ότι το θέμα δεν τον αφορούσε πια. Ο ίδιος λέει ότι χάρηκε με την επιλογή του Bayley, επειδή λάτρευε αυτό που έκανε στους Wolfsbane. Η ευχή του ήταν να πάει καλά η δουλειά, και αυτό δεν συνέβη.

