Με μία ματιά...
Οι Tuber αντιστρέφουν τη σειρά. Πρώτα η σκηνή, μετά το στούντιο. Στις 16 Οκτωβρίου παίζουν στο Κύτταρο ένα άλμπουμ που δεν έχει ακούσει κανείς — και το ηχογραφούν επί τόπου για τη Limited Deluxe έκδοση.
- Καμία προκαθορισμένη ανάγκη, πέρα από την ανάγκη να εκφράσουν κάτι. Το αποτέλεσμα, όπως το περιγράφουν οι ίδιοι, είναι «ένα straight rock album, πιο δωρικό, ίσως, ενορχηστρωτικά» σε σχέση με τα προηγούμενα.
- Το ότι το κοινό δεν θα ξέρει πότε έρχεται το ξέσπασμα ή η παύση δεν τους απασχολεί. Παίζουν instrumental μουσική που ζητάει από τον ακροατή να αφουγκραστεί και τίποτα παραπάνω.
- Αναγνωρίζουν πότε ένα riff μπορεί να πιάσει, αλλά αρνούνται να το κυνηγήσουν, τους ενδιαφέρει η ροή, όχι το μουσικό θέμα προς άμεση κατανάλωση.
Ένας δίσκος συνήθως γεννιέται στο στούντιο και μετά βγαίνει στον δρόμο. Οι Tuber το κάνουν ανάποδα. Στις 16 Οκτωβρίου ανεβαίνουν στο Κύτταρο και παίζουν ολόκληρο το νέο τους άλμπουμ μπροστά σε ένα κοινό που δεν έχει ακούσει ούτε νότα. Η βραδιά ηχογραφείται και θα αποτελέσει το δεύτερο μέρος της Limited Deluxe έκδοσης. Μιλήσαμε μαζί τους για το ρίσκο, για το γιατί η μουσική τους δεν χρειάζεται replay, και για το τι ακριβώς ετοιμάζουν στο Κύτταρο.
Στο Κύτταρο στις 16 Οκτωβρίου αποφασίσατε να αντιστρέψετε τη φυσική ροή ενός άλμπουμ: αντί να μπείτε πρώτα στο στούντιο και μετά να βγείτε στον δρόμο, παρουσιάζετε και ηχογραφείτε ζωντανά έναν ολοκαίνουργιο δίσκο που δεν έχει ακούσει ποτέ κανείς, ώστε να αποτελέσει το δεύτερο μέρος της Limited Deluxe έκδοσης. Τι σας ώθησε να «εκθέσετε» τις νέες συνθέσεις σε συνθήκες σκηνής πριν καν αποτυπωθούν στο στούντιο, και πώς αλλάζει η ψυχολογία σας γνωρίζοντας ότι το πρώτο άκουσμα του κοινού γράφεται ταυτόχρονα σε REC;
Πρωτίστως, ο ενθουσιασμός μας για το νέο μας άλμπουμ. Το τελευταίο μας άλμπουμ “Joyful Science” ήταν μια εξ ολοκλήρου στουντιακή προσπάθεια, από την σύνθεση μέχρι και την ηχογράφησή του. Επί της ουσίας, η μπάντα συνευρέθηκε μουσικά μετά την ολοκλήρωση του και μετά από μια αρκετά μεγάλη, σε διάρκεια, περίοδο διακοπής της δράσης της, λόγω του covid και άλλων συνθηκών. Κάπως έτσι, η “επανένωση” μας μετά από καιρό, μας θύμισε πόσο ωραίο είναι να παίζουμε όλοι μαζί μουσική και γιατί εξαρχής κάνουμε αυτό που κάνουμε.
Μέσα σε αυτό το κλίμα γράψαμε και το νέο άλμπουμ που θα παρουσιάσουμε ζωντανά στο Κύτταρο. Αποτελεί έκφραση της πιο συλλογικής μας προσπάθειας, έως τώρα, γεγονος που μας γεμίζει με έναν ενθουσιασμό που θέλουμε να τον αποτυπώσουμε επί σκηνής και να τον μοιραστούμε. Το γεγονός δε ότι το νέο άλμπουμ θα παιχτεί αλλά και θα ακουστεί παράλληλα για πρώτη φορά ζωντανά, αν και μη σύνηθες, δεν είναι κάτι που μας προβληματίζει ιδιαίτερα.
Έχετε ήδη στην πλάτη σας την εμπειρία του “Live at Freak Valley” (2015), εκεί όπου ηχογραφήσατε κομμάτια ήδη «ψημένα» στη συνείδηση του κόσμου, όπως αυτά του “Desert Overcrowded”. Σήμερα καλείστε να ηχογραφήσετε ζωντανά το άγνωστο. Πώς διαφέρει ο τρόπος που επικοινωνείτε μεταξύ σας πάνω στη σκηνή όταν απέναντί σας έχετε ένα κοινό που δεν ξέρει πότε έρχεται το ξέσπασμα ή η παύση, αλλά προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τη μουσική σας σε πραγματικό χρόνο;
Αντιλαμβάνομαι το κάπως παράδοξο του όλου πράγματος, όπως λες, αλλά δεν αγχωνόμαστε για αυτό. Η μουσική μας, άλλωστε, δεν ακολουθεί την φόρμα ενός τραγουδιού που όλα, λίγο πολύ, είναι δομημένα με τέτοιο τρόπο που να “απαιτούν” από τον ακροατή την ταύτιση του π.χ. με έναν στίχο ή την απομνημόνευση μιας μελωδίας. Παίζουμε instrumental μουσική, που βασίζεται στην ανάπτυξη των μελωδιών, τον συνεχή ρυθμό και την δημιουργία ατμόσφαιρας, πράγμα που σημαίνει ότι ο κόσμος που θα έρθει να μας ακούσει ζωντανά, είτε είναι εξοικειωμένος με την μουσική μας είτε όχι, καλείται απλά να αφουγκραστεί τα στοιχεία αυτά και τίποτα περισσότερο.

Κατά συνέπεια, δεν αλλάζει και για μας κάτι, δραματικά, πάνω στην σκηνή. Το μόνο που απαιτείται από μέρους μας είναι να αποδώσουμε την μουσική μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Εξάλλου, έχουμε παίξει μπροστά και σε σιωπηλά και σε πιο δραστήρια ακροατήρια και έχουμε μάθει να εκτιμάμε και τα δύο, εξίσου.
Επειδή ο νέος δίσκος θα κυκλοφορήσει τόσο στην κανονική στουντιακή του μορφή όσο και στη ζωντανή ηχογράφηση του Κυττάρου για τη Limited Deluxe έκδοση, πόσο επηρέασε αυτό τον τρόπο που γράψατε τα κομμάτια; Αποφύγατε συνειδητά τα πολλά έξτρα κανάλια και τα στουντιακά «τρικ» ώστε το υλικό να μπορεί να σταθεί αυτούσιο από τέσσερα άτομα πάνω στη σκηνή, ή οι δύο εκδοχές του άλμπουμ θα είναι τελικά δύο διαφορετικοί κόσμοι;
Τα κομμάτια του νέου άλμπουμ γράφτηκαν και παίχτηκαν από την μπάντα πολύ καιρό πριν πάρουμε την απόφαση για το live recording και την deluxe έκδοση του άλμπουμ. Ούτε προκαταβάλλαμε τους εαυτούς μας για το πώς θα στήσουμε το νέο υλικό, πόσα κανάλια θα έχει εν τέλει ή αν η παραγωγή και το τελικό αποτέλεσμα θα είναι περισσότερο οργανικό ή στουντιακό. Πρωτίστως, οι συνθέσεις και οι εντυπώσεις που αυτές μας προκαλούν και μετά η διάθεση της μπάντας στο πώς θα προσεγγίσει το υλικό της είναι αυτά που, κατά κύριο λόγο, δίνουν την κατεύθυνση που θα ακολουθήσουμε.
Σίγουρα, το ότι παίξαμε τα νέα κομμάτια, πριν μπούμε στο στούντιο για να τα ηχογραφήσουμε, διαμόρφωσε σε σημαντικό βαθμό και την προσέγγιση μας, ως προς το τελικό αποτέλεσμα, έτσι ώστε αυτό να ακούγεται όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένο από την ίδια την μπάντα. Αυτό, βέβαια, αν και δίνει μια σαφή εικόνα προς τα που πάει το πράγμα, δεν σημαίνει ότι αποκλείει την χρήση πιο στουντιακών μέσων ή μεθόδων. Η ηχογράφηση είναι μια διαδικασία κατά την οποία κάποια πράγματα μπορεί να σου βγουν όπως τα φανταζόσουν και κάποια όχι. Οπότε καλό είναι να είσαι διατεθειμένος και ανοιχτός στην χρήση και άλλων τρόπων.
Στο στούντιο έχεις την πολυτέλεια να ηχογραφείς τα κομμάτια ένα-ένα και να βρίσκεις τη σειρά τους στο τέλος. Στο Κύτταρο όμως θα πρέπει να βγείτε και να παίξετε όλο το άλμπουμ μονορούφι, από την αρχή μέχρι το τέλος. Πώς είναι να στήνεις έναν δίσκο ξέροντας από την πρώτη πρόβα ότι δεν υπάρχει κουμπί «stop» ανάμεσα στα κομμάτια, και πού χρειάστηκε να κόψετε ή να ρίξετε ρυθμούς για να βγαίνει όλο αυτό σερί πάνω στη σκηνή;
Ο δίσκος, όπως σου είπα, έχει στηθεί πριν οποιαδήποτε σκέψη για το live recording. Και σίγουρα, δεν στήθηκε μονορούφι. Είχαμε, βέβαια,και ολοκληρωμένες συνθέσεις στα χέρια μας αλλά και κάποιες που διαμορφώθηκαν από την μπάντα, κατά την πορεία των προβών. Οπότε υπήρχαν και τα αναγκαία stop, που λες και συζητήσεις μεταξύ μας και δοκιμές και όλα τα συναφή. Άρα και η παρουσίαση του δεν διαφοροποιείται από μια οποιαδήποτε άλλη παρουσίαση ενός νέου άλμπουμ, για να απαιτείται να κόψουμε ή να ρίξουμε ρυθμούς. Τα κομμάτια μας, άλλωστε, έχω την εντύπωση, ότι μπορούν να σταθούν και μεμονωμένα και ως μέρη ενός concept album που μπορεί να παιχτεί και να ακουστεί από την αρχή εώς το τέλος του.
Όταν ακούς έναν δίσκο για πρώτη φορά μόνος σου, έχεις τον έλεγχο: αν σου κολλήσει ένα σημείο το γυρνάς πίσω επί τόπου, αν θες να «ρουφήξεις» καλύτερα ένα κομμάτι το ξαναβάζεις από την αρχή. Στο Κύτταρο όμως παίρνετε αυτό το κουμπί από τα χέρια του κόσμου και του παρουσιάζετε το άλμπουμ με έναν τρόπο που δεν σηκώνει τέτοια, μία κι έξω. Πώς σας φαίνεται που η πρώτη επαφή του κοινού με τη νέα σας δουλειά θα γίνει χωρίς τη δυνατότητα του replay, και πόσο σας ένοιαζε στις πρόβες να γράψετε θέματα που να «αρπάζουν» τον άλλον από το πρώτο κιόλας πέρασμα;
Ως μουσικοί αλλά και ακροατές, όταν γράφουμε ή παίζουμε μια μελωδία ή ένα riff, έχουμε μια αίσθηση του τί μπορεί να είναι“catchy” και πάνω του κάτι να χτιστεί. Αλλά δεν κυνηγάμε, εξαρχής, αυτό το “catchy” και ο όρος που χρησιμοποιώ είναι πολύ σχετικός, ειδικά όταν μιλάμε για μια ορχηστική μουσική και για μακροσκελείς, κατά κύριο λόγο, συνθέσεις. Οπότε φροντίζουμε να μην βάζουμε τέτοιους περιορισμούς όταν γράφουμε την μουσική μας. Περισσότερο μας ενδιαφέρει η αβίαστη ροή της μουσικής, παρά να βρούμε ένα μουσικό θέμα προς άμεση κατανάλωση. Για αυτό, ακριβώς και δεν νομίζω ότι η μουσική μας έχει την ανάγκη ενός instant replay. Ως ακροατής και ο ίδιος, προσωπικά, προτιμώ να αισθάνομαι και να νιώθω παρά να εμπεδώνω την μουσική που ακούω.
Ας πάρουμε λίγο τα πράγματα με τη σειρά. Από τη desert/post-rock ορμή του “Desert Overcrowded” περάσατε στη σκοτεινή, synth-heavy μελαγχολία του “Out Of The Blue” και έπειτα στη φωτεινή, σχεδόν χορευτική και ρυθμική εξωστρέφεια του “Joyful Science”. Πού πατάει ηχητικά αυτός ο πέμπτος δίσκος σε σχέση με τους προκατόχους του και ποια ήταν η βασική ανάγκη που καθόρισε τις νέες συνθέσεις;
Δεν μπορώ να σου πω μια βασική ανάγκη πέραν της ανάγκης του να εκφράσουμε κάτι, με κάποιον τρόπο. Σίγουρα, η διάθεση μας, οι συνθήκες και το περιβάλλον, μας επηρεάζουν και συνδιαμορφώνουν και την έκφραση μας αλλά όχι με προκαθορισμένο και συνειδητό τρόπο. Ηχητικά και μόνο επειδή τα κομμάτια ενορχηστρώθηκαν οργανικά, θα σου έλεγα ότι το νέο μας άλμπουμ θα είναι ένα straight rock album, πιο δωρικό, ίσως, ενορχηστρωτικά, σε σχέση με τις προηγούμενες μας δουλειές, αλλά άν όχι περισσότερο, σίγουρα, εξίσου πλούσιο, συνθετικά και δομικά.
Παρότι είστε αμιγώς instrumental μπάντα, οι τίτλοι σας κουβαλούν συχνά ένα βαρύ υπαρξιακό φορτίο, από τη νιτσεϊκή αναφορά του “Joyful Science” και την ειρωνεία των “Luckily Dead” και “No Cure For Life”, μέχρι την αδρεναλίνη της θρυλικής στροφής της Formula 1 στο “Eau Rouge”. Πώς προκύπτουν αυτοί οι τίτλοι και πόσο συνειδητά τους χρησιμοποιείτε σαν «στίχους» της μιας γραμμής, για να δώσετε στον άλλον το στόρι που δεν του λέτε με λόγια;
Κάπως έτσι είναι, όπως τα λες. Το στόρι βέβαια, δεν είναι περιοριστικό για την μουσική, ούτε περιγραφικό για το τί θα ακούσεις. Οι τίτλοι που επιλέγουμε απλά αποδίδουν ή απεικονίζουν την αίσθηση που μας αφήνουν τα κομμάτια μας, όταν τα ακούμε. Εξού και πηγή έμπνευσης μας μπορεί να είναι μια λογοτεχνική αναφορά ή μια κινηματογραφική ατάκα ή ένα λεκτικό τέχνασμα. Πέρα από αυτά, όμως, και πάνω από όλα, είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να κάνουμε ένα καλό μουχαμπέτι μεταξύ μας, μέσα σε ένα εύθυμο κλίμα που, συνήθως, ακολουθεί την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων ενός νέου άλμπουμ.
Το 2010 ξεκινήσατε με τα ηλεκτρονικά σε δεύτερο πλάνο, όμως πλέον τα synths και τα sequencers οδηγούν βασικά θέματα δίπλα στις κιθάρες. Όταν γράφετε ένα κομμάτι, πώς μοιράζετε τον χώρο στη σύνθεση για να μην «καπελώσει» το ένα όργανο το άλλο, και πόσο σας περιορίζει ή σας λύνει τελικά τα χέρια το να παίζετε πάνω στη σταθερή λούπα ενός sequencer;
Μια λούπα, ένα sequencer ή ένα ηχητικό εφέ δεν έχει καμιά αξία ή απαξία, από μόνο του. Το αν θα σου λύσει ή σου δέσει τα χέρια εξαρτάται από το πώς θα το χρησιμοποιήσεις, ως κομμάτι ενός μουσικού συνόλου. Κι από την στιγμή που μιλάμε για μουσικά σύνολα, μιλάμε για μια συμφωνία και όχι για μια διαφωνία φωνών και οργάνων. Οπότε δεν τίθεται θέμα καπέλωσης αλλά αλληλοσυμπλήρωσης και αρμονίας των φωνών. Επιλέγουμε μια μελωδία να παιχτεί από μια κιθάρα ή ένα synth επειδή έτσι μας ακούγεται καλύτερα ή πολύ απλά επειδή κάποιες μελωδίες είναι κιθαριστικές και κάποιες άλλες όχι.
Αντίστοιχα, επιλέγουμε ένα sequencer όταν θέλουμε να προσδώσουμε ένα χορευτικό στοιχείο ή υπόβαθρο στην μουσική μας και όχι για να αφαιρέσουμε το μελωδικό στοιχείο από αυτήν. Εξού και δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια εκ μέρους μας για να μοιράσουμε τον χώρο μεταξύ των οργάνων. Αντίθετα, το θεμιτό για μας είναι η σύνθεση τους να προκύπτει φυσικά και αβίαστα.
Σας ευχαριστούμε πολύ για τον χρόνο σας. Επειδή στα τραγούδια σας δεν λέτε ποτέ κουβέντα, εδώ είναι η ευκαιρία σας: τι έχετε να πείτε (με λόγια αυτή τη φορά) στους αναγνώστες μας για τον νέο δίσκο και γι' αυτό που ετοιμάζετε στο Κύτταρο;
Για το νέο άλμπουμ, τίποτα περισσότερο, πέραν του ότι είναι μια δουλειά που μας αρέσει πολύ να παίζουμε και να ακούμε και ότι εκφράζει, πλήρως, το στάδιο στο οποίο βρίσκεται αυτήν τη στιγμή η μπάντα. Αυτήν τη χαρά που μας δίνει το νέο άλμπουμ θέλουμε να μοιραστούμε και με τον κόσμο στο Κύτταρο τον Οκτώβρη. Είναι ένα δυνατό εγχείρημα που εύχομαι και πιστεύω ότι θα απολαύσουμε και εμείς και ο κόσμος που θα έρθει να μας ακούσει ζωντανά.

