Παρότι αυτή ήταν η τέταρτη φορά που έβλεπα τους Behemoth ζωντανά, ήταν η πρώτη που τους παρακολουθούσα σε κλειστό club live show. Γενικά θεωρώ πως το black metal ηχητικά αποδίδεται καλύτερα σε τέτοιους χώρους, ειδικά στην περίπτωση των Behemoth, των οποίων ο ήχος είναι απαιτητικός και γεμάτος λεπτομέρειες που δύσκολα αναδεικνύονται σε πιο ανοιχτές συνθήκες. Πριν όμως από όλα, είχε φτάσει η ώρα του Nidhogg.
Nidhogg
Ο επίσης Πολωνός frontman και το σχήμα του, να είμαι ειλικρινής, δεν είναι ακριβώς του γούστου μου. Σκεφτείτε τον σαν έναν μακρινό ξάδερφο του Marilyn Manson -και το «μακρινό» δεν το λέω ως μομφή, αλλά για να δείξω τη συγγένεια. Παρότι ηχητικά δεν με συγκλόνισαν, ο ήχος τους ήταν εξαιρετικός και δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω ότι ίδρωσαν τη φανέλα και με το παραπάνω. Το κοινό του Floyd φάνηκε να μπαίνει στο κλίμα τους, με αρκετούς μπροστά στη σκηνή να ακολουθούν κάθε του κίνηση, ενώ εκείνος διατηρούσε συνεχώς επαφή με τον κόσμο, σχεδόν θεατρικά, περισσότερο σαν performer παρά σαν απλός frontman.

Αλλαγές κοστουμιών και performance σε κάθε δευτερόλεπτο επί σκηνής, με το σχήμα του αλάνθαστο και εξαιρετικά δεμένο. Οι παύσεις ανάμεσα στα κομμάτια ήταν ελάχιστες, κρατώντας τον ρυθμό σταθερά ψηλά και χωρίς να αφήνουν την ένταση να πέσει. Ιδιαίτερα συναισθηματική στιγμή όταν αφιέρωσε ένα κομμάτι σε έναν αδικοχαμένο Πολωνό φίλο του, κερδίζοντας ζεστό χειροκρότημα. Το ίδιο συνέβη και με τη διασκευή των Sepultura στο “Territory”, την οποία συνόδευσε με αντιπολεμικό μήνυμα για τον πόλεμο στην Ουκρανία, με αρκετούς από το κοινό να ανταποκρίνονται φωνάζοντας και σηκώνοντας τα χέρια τους στον αέρα.
Behemoth
Και κάπου εκεί ήρθε η ώρα για τους μεγάλους Πολωνούς, την μπάντα που αυτή την περίοδο μοιάζει να κινείται με τη μεγαλύτερη φόρα στην ακραία σκηνή. Τα φώτα χαμήλωσαν, η προσμονή ανέβηκε απότομα και πριν καλά-καλά προλάβει να καταλαγιάσει ο θόρυβος, οι πρώτες νότες του “The Shadow Elite” έκοψαν τον αέρα στα δύο, επιβεβαιώνοντας από την πρώτη στιγμή γιατί βρίσκονται στο σημείο που βρίσκονται.
Αυτό όμως αποδείχθηκε απλώς το ζέσταμα, καθώς αμέσως μετά ήρθε το “Ora Pro Nobis Lucifer“. Το πρώτο pit άνοιξε σχεδόν αυτόματα, κοτσίδες λύνονταν η μία μετά την άλλη και η ατμόσφαιρα γέμισε ένταση. Στο “Shit ov God” η σκηνή φωτίστηκε μόνο από δύο λευκούς προβολείς που έπεφταν χιαστί και στο σημείο όπου ενώνονταν οι δεσμίδες, ο Nergal κοιτούσε προς τα πάνω με ίσως το πιο ειρωνικό βλέμμα που έχω δει τελευταία. Δίπλα του η Ανδρονίκη Σκουλά, την οποία μάλιστα χαρακτήρισε και «εθνικό θησαυρό», και -όπως αναμενόταν- ήταν εξαιρετική.
Ακολούθησε το “Ecclesia Diabolica Catholica“, με τον Nergal να προλογίζει το κομμάτι λέγοντας πως ίσως έχουν λίγο σκουριάσει. Τώρα που το σκέφτομαι μειδιάζω, γιατί ό,τι ακολούθησε έμοιαζε με μια άψογα συγχρονισμένη μηχανή. Στη συνέχεια ήρθε το “Cursed Angel of Doom“, το οποίο πρόδωσε την ηλικία μερικών, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Nergal, αφού τουλάχιστον το μισό κοινό δεν είχε γεννηθεί όταν γράφτηκε το κομμάτι.
Εδώ να πω και ένα hot take: ενώ το “Blow Your Trumpets Gabriel” γενικά μου αρέσει σαν κομμάτι, όσες φορές το έχω ακούσει live δεν με έχει ενθουσιάσει. Να σημειώσω ότι αυτό δεν έχει να κάνει με το πώς παίζουν οι Behemoth, αλλά καθαρά με προσωπικό γούστο. Συνεχίσαμε με το “Bartzabel“, όπου ο Nergal, με το «στέμμα» του, δεσπόζει στη σκηνή. Και κάπου εκεί ήρθε η στιγμή που άξιζε να ξέρεις πριν καν διαβάσεις το κείμενο: ο Σάκης Τόλης ανεβαίνει στη σκηνή και λέει μαζί με τους Behemoth το “The Return of Darkness And Evil” των Bathory. Ακολούθησε αυτό που φαντάζεστε, και ίσως λίγο παραπάνω.
Πέρα από τον Nergal, τον οποίο, αν δεν τον δεις στη σκηνή, δύσκολα μπορώ να περιγράψω επαρκώς πόσο επιβλητικός frontman είναι, ειδικά ο τρόπος που εμφανίζεται πλέον, με τα χέρια βαμμένα κατάμαυρα από τον αγκώνα και κάτω, όπως και τον λαιμό του, ενώ το υπόλοιπο σώμα παραμένει λευκό, δημιουργεί μια απόκοσμη αντίθεση που ξέρει να αξιοποιεί εξαιρετικά. Επίσης, πραγματικά δεν θυμάμαι αν τραγουδούσε έστω και λίγο καθαρά τις προηγούμενες φορές που είχα δει τους Behemoth, εδώ όμως το έκανε, και μάλιστα εξαιρετικά. Και το δίδυμο Orion και Seth ήταν επίσης εξαιρετικοί, όχι μόνο στο μπάσο και την κιθάρα, αλλά και κάθε φορά που χρειάστηκε να αναλάβουν brutal φωνητικά. Εντάξει, για τον Inferno τι να πω, είναι από την κατηγορία των drummers που ακούγονται σαν να κάθονται τρία άτομα πίσω από το kit.
“Wolves ov Siberia“, “Decade of Therion“, “No Sympathy for Fools” και “Chant for Eschaton 2000“, πριν ολοκληρώσουν το χορταστικό τους set με το “O Father O Satan O Sun!“. Βγαίνοντας από τον χώρο είχα αυτή την παράξενη ηρεμία που αφήνει πίσω της μια πραγματικά καλοστημένη εμφάνιση. Οι Behemoth (απ)έδειξαν για ακόμη μία φορά γιατί βρίσκονται σε αυτό το επίπεδο. Επειδή ξέρουν ακριβώς τι είναι και πώς να το αποδώσουν επί σκηνής. Και τελικά, πέρα από setlist και λεπτομέρειες, αυτό είναι που μένει περισσότερο: η αίσθηση ότι για λίγο βρέθηκες μέσα σε κάτι απόκοσμο, ένα σκοτάδι που δεν σε πνίγει αλλά σε τραβά προς τα μέσα.

