Με μία ματιά...
Mέσα από το χάος της Καλιφόρνιας, τις ατελείωτες καταχρήσεις, τις παραισθήσεις και τις ακρότητες σε μια πολυτελή έπαυλη, οι Black Sabbath κατάφεραν να παραδώσουν έναν θρυλικό metal δίσκο.
- Το "Vol. 4" συνδύαζε την πρωτόγνωρη βαριά αισθητική με πειραματικές ενορχηστρώσεις και ακουστικές εξόδους.
- Ο Tony Iommi ανέλαβε την παραγωγή και έγραψε εμβληματικά riffs, ενώ ο Ozzy Osbourne χάρισε μερικές από τις πιο δυνατές ερμηνείες του.
Μέχρι το 1972, οι Black Sabbath είχαν κυκλοφορήσει τα “Black Sabbath”, “Paranoid” και “Master Of Reality”, τρία άλμπουμ που άλλαξαν για πάντα τον χάρτη της σκληρής μουσικής. Το συγκρότημα είχε πλέον μεγαλώσει πάρα πολύ για να περιοριστεί στα στενά όρια της Αγγλίας. Αντί να ακολουθήσουν τον γνώριμο ρυθμό των γρήγορων ηχογραφήσεων στο Λονδίνο, τα μέλη έκλεισαν εισιτήρια για την ηλιόλουστη Καλιφόρνια, ώστε να ολοκληρώσουν το “Vol. 4”.
Η βασική ιδέα ήταν να νοικιάσουν μια πολυτελή έπαυλη στο Los Angeles, προκειμένου να έχουν όλο τον απαραίτητο χρόνο και τον χώρο για να εξελίξουν τον νέο τους ήχο χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις. Εκείνη ακριβώς τη χρονιά οι Sabbath πήραν την κομβική απόφαση να αναλάβουν εξ ολοκλήρου την παραγωγή, αφήνοντας εκτός τους προηγούμενους συνεργάτες που δεν κατανοούσαν το όραμά τους.
Η μετακόμιση στο Bel Air έκρυβε από μόνη της μια τεράστια ειρωνεία. Η υπερπολυτελής βίλα ανήκε στον John du Pont, κληρονόμο της γνωστής εταιρείας χημικών που κατασκεύαζε ναπάλμ για τον πόλεμο του Βιετνάμ. Το γεγονός ότι μια παρέα από την εργατική τάξη του Μπέρμιγχαμ με ξεκάθαρα αντιπολεμικά μηνύματα κατέληξε να γράφει μουσική εκεί, μοιάζει βγαλμένο από ταινία.
Ο Tony Iommi πήρε γρήγορα τα ηνία της παραγωγής, περνώντας ατελείωτες ώρες μόνος του στο στούντιο. Οι υπόλοιποι μουσικοί περνούσαν απλώς τις μέρες τους στην πισίνα, χτίζοντας σταδιακά ένα αδιανόητο σκηνικό καταχρήσεων που θα στιγμάτιζε για πάντα τον εν λόγω δίσκο.
Πόσο κόστισε η κοκαΐνη στο “Vol. 4”;
Κατά την παραμονή τους στο σπίτι, σημειώθηκε μια άνευ προηγουμένου κατανάλωση ουσιών. Οι ποσότητες κοκαΐνης έφταναν κρυμμένες μέσα σε κουτιά απορρυπαντικών για να μην κινούν υποψίες. Ο λογαριασμός για τα ναρκωτικά ξεπέρασε κατά πολύ το κόστος ενοικίασης του στούντιο, επιβεβαιώνοντας τον μύθο της εποχής.
Όπως έχει παραδεχτεί ο Ozzy Osbourne: «Εκείνη η κοκαΐνη ήταν το πιο λευκό, καθαρό και δυνατό πράγμα που μπορείς να φανταστείς, με μια ρουφηξιά γινόσουν ο βασιλιάς του σύμπαντος.» Η εξάρτηση ήταν τόσο ισχυρή που αρχικά ήθελαν να ονομάσουν την κυκλοφορία “Snowblind”, αποτίοντας φόρο τιμής στην αγαπημένη τους ουσία.
Παρόλα αυτά, η δισκογραφική εταιρεία αρνήθηκε κατηγορηματικά έναν τέτοιο τίτλο. Το άλμπουμ κατέληξε με τον πιο ουδέτερο τίτλο, αλλά η καθημερινότητα στη βίλα ήταν γεμάτη παραισθήσεις, φάρσες και διαρκή φόβο σύλληψης. Σε μια στιγμή πανικού, πάτησαν κατά λάθος τον συναγερμό και κατέστρεψαν κάθε ίχνος ναρκωτικών.
Θυμάται χαρακτηριστικά ο Geezer Butler: «Πρέπει να ρίξαμε στην τουαλέτα ναρκωτικά αξίας δέκα χιλιάδων δολαρίων νομίζοντας ότι μας έκαναν ντου, ενώ ήταν ένας λάθος συναγερμός.» Τα όρια χάθηκαν εντελώς όταν, υπό την επήρεια ουσιών, έβαψαν τον Bill Ward με χρυσή μπογιά, κλείνοντας τους πόρους του και στέλνοντάς τον παραλίγο στον θάνατο.
Το βαρύ τίμημα αυτού του τρόπου ζωής δεν άργησε να φανεί. Μπορεί οι ιστορίες να ακούγονται σήμερα σαν τρελές περιπέτειες, αλλά η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σκοτεινή. Στην περιοδεία για την προώθηση του υλικού, ο οργανισμός τους άρχισε να καταρρέει κάτω από το βάρος της εξάντλησης.
Στη συναυλία τους στο περίφημο Hollywood Bowl, ο κιθαρίστας δεν άντεξε την αϋπνία και τη χρήση. Η κατάρρευση του Iommi κυριολεκτικά πάνω στη σκηνή ανάγκασε το σχήμα να ακυρώσει τις υπόλοιπες εμφανίσεις, αποδεικνύοντας πως το πάρτι είχε φτάσει στο τέλος του.
Πώς γράφτηκε το “Changes”;
Μέσα σε όλο αυτό το χάος, τα μέλη βρήκαν τον χώρο να διευρύνουν τους μουσικούς τους ορίζοντες. Το σαλόνι της βίλας διέθετε ένα μεγάλο πιάνο, το οποίο αποτέλεσε την αφορμή για μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις του δίσκου. Ο Iommi άρχισε να πειραματίζεται τα βράδια, δημιουργώντας μια μελωδία που διέφερε από τον τυπικό ήχο τους.
Ο ίδιος εξήγησε αργότερα τη διαδικασία: «Ποτέ πριν δεν είχα παίξει πιάνο, αλλά έμαθα να παίζω και το πρώτο πράγμα που έγραψα ήταν το “Changes“». Φυσικά, η πίεση παρέμενε τεράστια, με τον Ward να περνάει μια σοβαρή κρίση αυτοπεποίθησης προσπαθώντας να βρει τον σωστό ρυθμό για το “Cornucopia”.
Η ψυχολογική φόρτιση του ντράμερ αποτυπώνεται καθαρά στα δικά του λόγια: «Μισούσα το κομμάτι και τελικά το πέτυχα, αλλά ένιωθα ότι τα είχα θαλασσώσει και πως ήταν έτοιμοι να με απολύσουν». Αυτή η ένταση έφερε την ανάγκη για διεξόδους, οι οποίες συχνά περιλάμβαναν ψυχοτρόπες ουσίες.
Η ακουστική μελωδία του “Laguna Sunrise” κρύβει πίσω της ένα ακραίο trip με LSD στην παραλία, όπου ο Ozzy κολυμπούσε στην άμμο νομίζοντας ότι βρίσκεται στον ωκεανό. Αρχικά, η ομάδα προσπάθησε να παίξει μόνη της τα έγχορδα του κομματιού με καταστροφικά αποτελέσματα, αναγκάζοντας την τελικά να προσλάβει επαγγελματίες μουσικούς για να σώσει την κατάσταση.
Πέρα από τα εμφανή πειράματα, ηχογραφήθηκαν αρκετές λεπτομέρειες που έχουν το δικό τους ξεχωριστό παρασκήνιο. Στο ομώνυμο κομμάτι με τα ναρκωτικά, ο ανατριχιαστικός ψίθυρος που λέει τη λέξη “cocaine” δεν ανήκει στον Ozzy, όπως πίστευαν πολλοί, αλλά στον μπασίστα του σχήματος.
Αντίστοιχα, το “Tomorrow’s Dream”, που επιλέχθηκε ως το μοναδικό single, γράφτηκε με έμπνευση τον Marc Bolan των T. Rex. Η βασική θεματική ήταν το πόσο εύθραυστη είναι η φήμη και πώς ένας καλλιτέχνης μπορεί τη μια μέρα να βρίσκεται στην κορυφή και την επόμενη στα αζήτητα.
Πώς επηρέασε το “Vol. 4” τη μουσική βιομηχανία;
Παρά το μπαράζ τρέλας, είναι ξεκάθαρο πως το “Vol. 4” άνοιξε τον δρόμο για νέα υποείδη. Κομμάτια όπως το “Supernaut” με τον ασυγκράτητο ρυθμό του, κέρδισαν αμέσως τον σεβασμό συναδέλφων τους και δεν είναι τυχαίο ότι οι πωλήσεις εκτοξεύτηκαν, αποδεικνύοντας ότι το κοινό διψούσε για αυτή την εξέλιξη.
Ένα από τα πιο παράξενα στοιχεία προέκυψε τυχαία, όταν ο Iommi άρχισε να χτυπάει τις χορδές της κιθάρας του με τον σταυρό του, ενώ ήταν γυμνός. Οι μηχανικοί ήχου έβαλαν ηχώ στον θόρυβο, δημιουργώντας το ιντερλούδιο “FX” και αποδεικνύοντας ότι κάθε τρελή ιδέα μπορούσε να βρει τη θέση της στο τελικό μιξ.
Σήμερα, μισό αιώνα και πλέον μετά την πρώτη του κυκλοφορία, η σημασία του “Vol. 4” για την παγκόσμια σκηνή παραμένει τεράστια και την έχει συνοψίσει ιδανικά ο ίδιος ο Πρίγκιπας του Σκότους. «Παρά τις βλακείες που κάναμε στο Bel Air, μουσικά εκείνες οι εβδομάδες ήταν η πιο δυνατή περίοδος που είχαμε ποτέ.» Αυτό το άλμπουμ παραμένει η απόδειξη πως η τέχνη μπορεί να ανθίσει και να γράψει ιστορία, ακόμα και μέσα στα πιο τοξικά και χαοτικά περιβάλλοντα.

