Δέκα χρόνια μετά την τελευταία φορά που είδαμε όλη την Cold Meat Industry εν Ελλάδι ήταν καιρός για μια ρεβάνς με τρία από τα σημαντικότερα ονόματά της. Το Temple σταδιακά άρχισε να γεμίζει με κόσμο που ήρθε για να δει επί σκηνής τόσο τους Brighter Death Now όσο και να βυθιστεί στις ατμόσφαιρες των Raison d’ etre και Desiderii Marginis. Η χαρά του σκοτεινού ηλεκτρονικού ήχου ανάμεσα σε γνώριμα πρόσωπα με την ανάλογη μουσική υπόκρουση μεταξύ των μπαντών.
Desiderii Marginis
Τον Desiderii Marginis τον θυμάμαι πιο «εσωτερικό» και τον υπαρξισμό του να έχει πιο θρησκευτικές απολήξεις. Αυτό που είδα το βράδυ του Σαββάτου μου θύμισε πολύ περισσότερο ένα διαπλανητικό, ψυχρό πράγμα που το δέος προκύπτει από τη βία του Κενού και του Αφιλόξενου. Επιβλητικό μεν αλλά μου έλειψε εκείνη η μελαγχολία της αποσύνθεσης που κουβαλά σημαντικό μέρος της δισκογραφίας τους. Όχι ότι δεν τα καταφέρνει περίφημα και σε αυτόν τον μακροκοσμικό ήχο, αλλά όσο να ‘ναι υπήρχε μια διαφορά.
Όμως θα είμαι ειλικρινής. Όταν λίγο πριν το κλείσιμο του σετ του ήχησε αυτή η καμπάνα στο διάστημα (άραγε αναφορά στο Δαμάζοντας Τα Κύματα;) και οι στοές εν αποσύνθεσει κόσμησαν το videowall, τότε, έστω και για λίγο, τα πράγματα φάνηκαν γνώριμα και συγκινητικά. Ήθελα να είχε κρατήσει παραπάνω αυτό το ύφος; Ναι. Απογοητεύτηκα από το υπόλοιπο σετ; Σε καμία περίπτωση. Αλλά όταν γύρισα σπίτι, το “Songs Over Ruins” αναζήτησα.
Raison d’ etre
Ο Raison d’ etre από την άλλη είναι η ίσως δυνατότερη μετοχή όταν μιλάμε για παλιοσχολίτικο dark ambient με μεταφυσικές ανησυχίες και το διαλογισμό πάνω στη Θλίψη. Ακόμα και τα reduxes των πρώιμων δίσκων του εξακολουθούν να κουβαλάνε αυτό το εκπληκτικό αόρατο θεμέλιο. Και όσο συγκλονιστικός και να ήταν την προηγούμενη φορά που τον είδαμε επί σκηνής, δεν έφτασε στο ελάχιστο τη μαγεία της τωρινής εμφάνισης.

Ντυμένος καθολικός ιερέας ανέβηκε επί σκηνής και μας καλωσόρισε σε μια περιήγηση της Κόλασης του Δάντη. Με το L’ Inferno του 1911 να προβάλλεται σε ένα υπέροχο σέπια, ο Peter Andersson υπήρξε ο άτυπος βάρδος της περιπλάνησης του Αλιγκέρι με τον Οβίδιο. Όχι όμως με γραφικές, πομπώδεις μελωδίες και εμπορικά «επικό» χαρακτήρα. Αντιθέτως έχτισε μια αφήγηση που συνδύαζε field recordings, ατμόσφαιρες, ελάχιστες ψαλμωδίες και καμπάνες και μας οδήγησε μεθοδικά στους κύκλους της Κόλασης.
Πιο αποπνικτικός όταν ήθελε να κυλιστούμε στην καυτή λάσπη και πιο πένθιμος όταν ήθελε να θρηνήσουμε τις ψυχές των κολασμένων, τα κατάφερε. Καθ’ όλη τη διάρκεια. Και αυτές οι συνθέσεις οφείλουν να βγουν ηχογραφημένες. Είτε σε live είτε σε στουντιακή μορφή. Για να κοινωνούμε αυτή την ατμόσφαιρα κατά το δοκούν.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Brighter Death Now
Αν ο Raison d’ etre μας μετέφερε στη μεταφυσική κόλαση, ο Roger Karmanik υπό το μανδύα των Brighter Death Now μας επανέφερε στην επίγεια. Αρχικά με το χτίσιμο μιας στριγκής συχνότητας μιας κιθάρας που παιζόταν με ένα ακονιστήρι βρώμισε ιδανικά τον αέρα προκειμένου να υπάρξει η απορία του «και τώρα τι;». αφού αυτό κράτησε για αρκετή ώρα, άρχισαν οι χαιρέκακοι δαιμονισμοί από μικροφώνου, χωρίς όμως να ξεσπούν άμεσα ή να καταλήγουν σε κάτι που να ξεπερνά αισθητά τα ντεσιμπέλ. Περισσότερο death παρά industrial, ζόφος αλλά όχι φάμπρικα. Μέχρι που ήρθε η ώρα.
Την προηγούμενη φορά που τους είδα, οι Brighter Death Now είχαν ένα πιο χύμα performance. μελετημένο μεν αλλά με αρκετό punk στην ψυχή, ξύλο με το κοινό, χαβαλέδες, ένα μπάσο που κρατούσε έναν αθυρόστομο ρυθμό. το 2026, ο Karmanik μόνος του μετατράπηκε στον Διάβολο επί σκηνής. Ανέβασε τα ντεσιμπέλ στα 110, άφησε τους μικροφωνισμούς να μας παιδέψουν, δεν ανακατεύτηκε μαζί μας αλλά χαιρόταν με τον πόνο μας. Και το κράτησε για σχεδόν μια ώρα. Όσες αλλαγές και να έκανε για να χτίσει κάτι πιο ρυθμικό ή πιο έντονα αγωνιώδες, η Βία ήταν εκεί. Με άπλετη φρίκη και χωρίς να χαρίζει κάστανα.
Το πιο απρόβλεπτο όμως έγινε μετά το τέλος του σετ. Αφού ο Karmanik χαιρέτησε το κοινό, αυτό του ζήτησε λίγο ακόμα. Και για πρώτη φορά στα χρονικά έχω να λέω πως είδα death industrial live με encore. Σίγουρα, δεν έπαιξε κάποιο κομμάτι, δεν είναι τέτοια η φύση της μουσικής. Απλά προέβη σε ένα πεντάλεπτο improvisation μέχρι να δούμε ότι ναι, μας δίνει αυτό που θέλουμε. Και αφού άδειασε και κατάλαβε πως ναι, εδώ καλό είναι να το λήξει, έφυγε από τη σκηνή. Και τα αυτιά μας βουίζουν ικανοποιημένα.
