Οι Brighter Death Now αποτελούν τον ίσως σημαντικότερο θεμέλιο λίθο του death industrial οικοδομήματος. Ένα σχήμα που ουσιαστικά πήρε τη βιομηχανική αισθητική του industrial, κατέβασε τις ταχύτητες, αύξησε την παραμόρφωση και έχτισε ακόμα περισσότερο τη μαυρίλα της ατμόσφαιρας. Και όταν είδε πως το «τελετουργικό» πρόσωπο που προβάλλει έχει αρχίσει να τελματώνει, δανείστηκε αρκετά από το θόρυβο, τη λύσσα και την πρόκληση του power electronics προκειμένου να τραυματίσει το κοινό.
Όπως καταλαβαίνουμε από τα παραπάνω, ο Roger Karmanik δεν αποτελεί μια ευχάριστη, φιλική και φωτεινή προσωπικότητα. Οπότε όσοι ενδέχεται να νιώσετε άβολα με πολλά ταμπού θέματα, καλύτερα σταματήστε την ανάγνωση εδώ. Η ψυχική σας υγεία προέχει. Οι υπόλοιποι, όσοι δεν γνωρίζετε το μουσικό ποιόν της μπάντας τουλάχιστον, μένετε με ρίσκο.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ο Karmanik έχει ήδη πειραματιστεί με τις φόρμες του industrial και σταδιακά έρχεται η ώρα να προσθέσει το δικό του πλίνθο σε αυτό το άραχνο οικοδόμημα. Από το 1987 ιδρύει τη θρυλική δισκογραφική Cold Meat Industry στην οποία θα συσπειρώσει πολλά από τα ονόματα του σκοτεινού ηλεκτρονικού ήχου της περιόδου αλλά κυρίως αρχίζει να κυκλοφορεί με το νεοσύστατο project του, τους Brighter Death Now, ηχογραφήσεις με τις οποίες θα βουτήξει έναν ολόκληρο ήχο σε πρωτόγνωρο βούρκο.
Ακούγοντας τις πρώιμες δουλειές των Brighter Death Now και πιο συγκεκριμένα τα “Pain In Progress” και “Slaughterhouse Invitation” φαίνεται πως ο Karmanik δε σκόπευε να κάνει εκπτώσεις στη νοσηρότητα. Οι παλλόμενες κρουστές συχνότητες συνδυάζονται άλλοτε με αργόσυρτο τελετουργικό χαλί και άλλοτε με βόμβους και κραυγές που δίνουν την αίσθηση μιας απτής κόλασης. Μινιμαλιστικό σε εκτέλεση αλλά πλούσιο σε πτωμαΐνες, το πρώιμο «κασετικό» όραμα του ενοχλεί κι ανατριχιάζει. Ακόμα κι αν μιλάμε για πρωτόλειες δουλειές, συνοψίζουν άψογα και στην πιο γυμνή μορφή τους τα συστατικά στοιχεία του σχήματος.

Ο θάνατος ως οριστική και αμετάκλητη θεματολογία των Brighter Death Now εγκαθίσταται οριστικά στα δύο πρώτα μέρη της τριλογίας των “Great Death“. Έχοντας ως συνεκτικό αρμό την εξέταση του θανάτου ως κάτι φρικιαστικό κι αναπόφευκτο στα δύο πρώτα μέρη της τριλογίας την τριετία 1990-1993 ο Karmanik κουκουλώνεται σε ένα ηχητικό νεκροσάβανο και μεταδίδει τις εμπειρίες του. Συνεχίζει αυτό το βομβώδες, πνιγηρό κλίμα, του δίνει πυκνότερη υπόσταση και το ντύνει με αρρωστημένα samples ειδεχθών πράξεων, άλλα από τη σφαίρα του πραγματικού κι άλλα του φανταστικού.
Και στις δύο ώρες διάρκειας, ο ακροατής παρατηρεί με δέος τη φρικαλεότητα αλλά ενίοτε βουρκώνει από την τυχαία ομορφιά που κρύφτηκε-καλή ώρα στο “Laudate Dominum II“. Όσοι είχαν τις πρώτες εκδόσεις των δίσκων, το 1996 μπορούσαν να λάβουν και το καταληκτικό 3ο μέρος της τριλογίας μέσω του κουπονιού που υπήρχε στο δίσκο. Αυτή η τριλογία σήμερα θεωρείται ένα από τα συλλεκτικότερα αντικείμενα των κυκλοφοριών της μπάντας, ευτυχώς όμως η διάθεσή τους στο διαδίκτυο από (όχι και τόσο) καλούς σαμαρείτες μπορεί να δώσει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τον ΤΡΟΜΟ που ελλοχεύει σε αυτό το αναντίλεκτα σημαντικό τεκμήριο βιομηχανικής φρίκης.
Αντίθετα με τα δυσεύρετα “Great Death”, όμως, ο δίσκος που έκανε πολλούς να καταλάβουν πως κάτι σκατόψυχο πάλλεται στις σκιές είναι ακόμα και σήμερα εύκολο να βρεθεί. Το “Necrose Evangelicum” του 1995 είναι το album-εικόνισμα ολόκληρου του death industrial. Ως ήχος, ως αισθητική, ως νοοτροπία, ως το Οριστικό. Αργόσυρτο, θορυβώδες, με διαολεμένα κρουστά και παράφωνες/παραμορφωμένες επικλήσεις αποτελεί τέλειο δείγμα μιας μουσικής στοιχειωμένης και μοχθηρής. Οι ambient απολήξεις του δε χτίζουν κανένα ταξίδι ασφαλούς ονειροπόλησης. Αντίθετα κλείνουν βασανιστικά το κάλυμμα ενός τάφου στον οποίο ο ακροατής χώνεται ανοικειοθελώς. Και όντως, στο τέλος της ημέρας, είναι ένας δίσκος που ακούγεται σαν ένα δέντρο γεμάτο κρεμασμένα πτώματα. Στα συν επίσης κατατάσσεται και η συμμετοχή του Mortiis στο ομώνυμο κομμάτι αλλά αυτό αποτελεί σχεδόν αμελητέα παραπομπή στο θανατηφόρο εγχειρίδιο.
Το death industrial με τον θάνατο στο επίκεντρό του και την τελετουργία ως αυτοσκοπό φτάνει έτσι στο αποκορύφωμά του. Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο Karmanik αποφασίσει να αναβαθμίσει την αρρώστια, να στρέψει το μικροσκόπιο προς τον ανθρώπινο νου και να εμπλουτίσει την παλέτα του με αγνό θόρυβο; Η απάντηση δίνεται με τον πλέον βίαιο τρόπο στο “Innerwar” του 1996. Όλο το εσωτερικευμένο σκοτάδι εδώ μετατρέπεται σε μια έκδηλη μανία. Όλα τρίζουν, οι εμβοές και τα στριγγλίσματα πληθαίνουν. Ένα σιχαμένο reverb κάνει τα φωνητικά να ακούγονται σαν πυραύλους που κινούνται για να διαμελίσουν.
Πολλοί ξαφνικά αισθάνθηκαν πως οι Brighter Death Now δεν ήταν απλά ένα σχήμα που ήθελε να τους τρομάξει αλλά ήθελε οριστικά και αμετάκλητα το κακό τους. Και ακούγοντας το δίσκο, από το εισαγωγικό ομώνυμο μέχρι τα «τσιρίγματα» και την παράνοια του “Happy Nation” και το μαχαίρι στον κρόταφο του “War” μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτός ο λόγος.
Η στιγμή που όμως πολλοί άρχισαν να νιώθουν ότι κάπου η απειλή αρχίζει και παραγίνεται και κάπου ο Karmanik αρχίζει να παίζει έντονα με τα ηθικά όρια του ακροατή ήρθε το 1999. Σε μια κίνηση ανάμεσα σε αγνή πρόκληση και edgy υπερβολή, ενέταξε στο πολυβόλο του θέματα που αφορούν την κακοποίηση ανηλίκων από τα μάτια του θύτη. Το “May All Be Dead” αποτέλεσε το σημείο που πολλοί (ακόμα και μπάντες της Cold Meat Industry) σιχάθηκαν ό,τι έμοιαζε να πρεσβεύει. Και η αλήθεια είναι ότι χρόνια αργότερα, με τις συζητήσεις περί του δόγματος του σοκ να πληθαίνουν, είναι δύσκολο να μην καταλάβει κανείς το λόγο. Γιατί είναι τουλάχιστον άβολο να ακούς κομμάτια όπως το “I Wish I Was A Little Girl” και το “Fourteen” χωρίς να σου έρθει μια αναγούλα.
Και είναι απολύτως δεκτές όσες φωνές μιλούν για πρόκληση χάριν της πρόκλησης και τίποτα παραπάνω. Αυτό όμως δεν ξέρω κατά πόσο είναι από μόνο του κάτι το κολάσιμο όταν μια ολόκληρη σκηνή είναι βασισμένη πάνω σε αυτού του είδους το «ξεβόλεμα», ειδικά όταν οι “Whitehouse” και οι “Sutcliffe Jugend” τα είχαν ως δομικά στοιχεία της πορείας τους. Οπότε το ερώτημα τριγυρνά γύρω από τα όρια, τις αντοχές και το βλέμμα του ακροατή, ακόμα κι αν ο δημιουργός καταστεί ξεκάθαρος ως προς τις βλέψεις του. Αν και την ίδια χρονιά ήρθαν για πρώτη φορά στην Αθήνα στα πλαίσια του Cold Meat Industry Festival και το σετ τους διήρκησε ελάχιστα. Γιατί ο Karmanik θεώρησε πως θα έχει πλάκα να ανοίξει δύο κονσέρβες surstromming την ώρα που βγήκαν για να ενοχλήσει το κοινό. Κι εκείνο άδειασε το χώρο εν ριπεί οφθαλμού.
Και πάνω που ο κόσμος νόμιζε πως ο νους του Karmanik έφτασε στα όρια της διαστροφής του, το 2000 κυκλοφορεί το “Obsessis”. Μια φυσική συνέχεια του “May All Be Dead” ηχητικά και θεματικά. Όχι μόνο τα pitches χτυπούν κόκκινα και η παραμόρφωση τηγανίζει κάθε κύτταρο των αυτιών, αλλά και η θεματική γίνεται ακόμα πιο χοντροκομμένη. Αντί για απλό shock tactic βέβαια ο Karmanik υιοθετεί ένα εντελώς σαδιστικό προσωπείο το οποίο απολαμβάνει να σπάει πλάκα με τις παραβιαστικές συμπεριφορές του. Ό, τι ισχύει στην προηγούμενη περίπτωση ισχύει σχεδόν αυτούσιο κι εδώ. Αν είστε φανς του ακραίου power electronics ήχου θα το λατρέψετε, ειδάλλως μείνετε μακριά.
Μετά την «οργισμένη τριλογία, οι Brighter Death Now θα επέστρεφαν στον πρώιμο ήχο τους με το 1890. Ένα δίσκο που ξανακέρδισε αρκετό κοινό με τους ήχους που είχαν συνηθίσει στις πρώιμες μέρες μέχρι το “Necrose Evanglicum“. Και η αλήθεια είναι πως στο συγκεκριμένο δίσκο, ο Karmanik δείχνει να έχει τον απόλυτο έλεγχο. Ένας δίσκος που ήταν να αποτελέσει μέρος μιας ακόμα τριλογίας με το δεύτερο μέρος να ακολουθεί το 2007 (και να απογοητεύει κάποιους) και το τρίτο να παραμένει ακυκλοφόρητο ως και σήμερα.
Ανάλογα με το ποιόν θα ρωτήσει κανείς, το “Kamikaze Kabaret” είναι ή ο πιο αδύναμος ή ο πιο κατασταλλαγμένος δίσκος των Brighter Death Now. Διατηρεί τα όσα noise στοιχεία έχουν προηγηθεί αλλά ταυτόχρονα διατηρεί μια κάπως πιο μπάσα και ενδεχομένως πιο υποχθόνια προσέγγιση. Τα φωνητικά είναι πιο θαμμένα και χαιρέκακα και το αποτέλεσμα ακούγεται σαν τον απαγωγέα που παίζει με το μυαλό του θύματος. Όσοι δεν άντεξαν τα ντεσιμπέλ της προηγούμενης τριλογίας, εδώ μπορεί να βρουν κάποια πράγματα που θα τους κρατήσουν.
Γύρω στο 2007 ο Karmanik παθαίνει ένα δημιουργικό burnout. Η Cold Meat Industry κλείνει και μια σειρά από κατηγορίες για λάθος διαχειρίσεις εκ μέρους του δημιουργού της ξεκινούν από καλλιτέχνες του δυναμικού της. Ο ίδιος απαντά πως πολλοί από αυτούς με τις αυτόκαταστροφικές συμπεριφορές τους και τις διαρκείς εκκλήσεις για χρήματα τον ώθησαν στα άκρα του με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί. Κάποιοι νόμιζαν ότι αυτή η απόφαση θα ήταν οριστική και αμετάκλητη. Μέχρι που ξαφνικά το 2014 κάτι κινήθηκε κάτω από το έδαφος.
Το “With Promises of Death” ξεκινά με την ξεκάθαρη δήλωση «IT IS NOT OVER». Κατόπιν κυμαίνεται σε γνωστά, χαοτικά τερτίπια τα οποία ακούγονται φρέσκα παρά τη γνώριμη μορφολογία τους. Τα χρόνια της απουσίας του Karmanik τον βοήθησαν να συγκεντρώσει ιδέες και ήχους τους οποίους η σκηνή χρειαζόταν και να τους παραδώσει αγνούς και προβοκατόρικους στο κοινό που δίψαγε για ηχητική βία. Και ως comeback είναι ένας από τους καλύτερους δίσκους που έχουν βγει στην ακραία βιομηχανική μουσική.
Η επιτυχημένη επιστροφή του Karmanik οδήγησε στην κυκλοφορία ενός ακόμα full length, του “All Too Bad – Bad To All” του 2021, έναν ακόμα δίσκο σαδιστικών ηχοτοπίων που ξεροκέφαλα επιμένει να κρατά τις ρίζες του στις προηγούμενες δεκαετίες. Και ο έκδηλος κυνισμός του τίτλου φανερώνει πως όσα χρόνια κι αν περάσουν, ο ιθύνων νους των Brighter Death Now δεν έχει βλέψεις στο να εξελιχθεί σαν άνθρωπος. Πράγμα ταυτόχρονα τρομακτικό αλλά και ανακουφιστικό. Όπως, κατά γκροτέσκα αναλογία, και η μουσική του.
