Η DC Studios ψάχνει εδώ και χρόνια τρόπο να δώσει χώρο στους κακούς του Batman χωρίς να χρειάζεται τον ίδιο τον Batman. Το “Clayface” είναι η πιο ριψοκίνδυνη απόπειρα μέχρι σήμερα. Πρόκειται για ταινία με ακατάλληλη σήμανση, που παίρνει έναν από τους πιο παραγνωρισμένους εχθρούς του Gotham και τον ρίχνει στα βαθιά του body horror. Δεν χρειάζεται να ξέρεις τίποτα για το σύμπαν της DC για να τη δεις, και αυτό είναι ίσως το πιο έξυπνο της χαρτί. Δεν υπάρχουν cameos, δεν υπάρχουν σκηνές μετά τους τίτλους τέλους, δεν υπάρχει υποχρεωτικό διάβασμα.
Πίσω από την κάμερα βρίσκεται ο James Watkins, ο άνθρωπος του “Eden Lake” και του “The Woman In Black”, δηλαδή κάποιος που ξέρει να στήνει σκηνές που σφίγγουν το στομάχι. Το σενάριο υπογράφουν ο Mike Flanagan, γνωστός από τα “The Haunting Of Hill House” και “Midnight Mass”, και ο Hossein Amini του “Drive”. Με τέτοια ονόματα στο χαρτί, η κριτική του Clayface ξεκινάει με μια βασική ερώτηση, πόσο από την υπόσχεση για τρόμο με ουσία φτάνει τελικά στην οθόνη.
Ποια είναι η υπόθεση του Clayface;
Ο Matt Hagen (Tom Rhys Harries) είναι το νέο αγαπημένο παιδί του Χόλιγουντ. Μεγάλωσε στα Narrows, τη φτωχογειτονιά του Gotham, και μόλις έμαθε ότι είναι υποψήφιος για Όσκαρ. Το ίδιο βράδυ γιορτάζει σε ένα κλαμπ και καταλήγει στο κρεβάτι της λάθος γυναίκας. Η Mia (Joana Ribeiro) είναι η σύντροφος του Markos Szabo (David Dencik), ενός μαφιόζου που έχει μισή πόλη στο μισθολόγιό του. Ο κολλητός του Matt, Corey (Joshua James), προσπαθεί να τον προειδοποιήσει. Είναι ήδη αργά.
Το επόμενο πρωί ο Szabo κάνει το χειρότερο πράγμα που μπορεί να πάθει ένας ηθοποιός. Του κόβει το πρόσωπο με μαχαίρι, τόσο που δεν τον αναγνωρίζει κανείς. Η καριέρα του Matt γκρεμίζεται μέσα σε λίγες εβδομάδες. Ο ατζέντης του τον αφήνει, ο οικονομικός του διαχειριστής (Eddie Marsan) του τρώει τα λεφτά και οι ρόλοι που ήταν δικοί του περνάνε σε άλλους. Η δικαιοσύνη του Gotham, όπως ήταν αναμενόμενο, κοιτάζει αλλού.

Μοναδική του ελπίδα είναι η Dr. Caitlyn Corr (Naomi Ackie), μια επιστήμονας που δουλεύει πάνω σε νανοκύτταρα ικανά να ξαναχτίσουν κατεστραμμένο ιστό. Ο Matt πιέζει να γίνει πειραματόζωο πριν τελειώσουν οι δοκιμές. Η θεραπεία πιάνει στην αρχή, και αυτό είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να του συμβεί. Το νέο του πρόσωπο αντιδρά στα συναισθήματά του και κάθε φορά που θυμώνει ή πανικοβάλλεται, η σάρκα του αρχίζει να λιώνει. Στην εικόνα μπαίνει και ένας ντετέκτιβ (Max Minghella), αρραβωνιαστικός της Caitlyn, που σύντομα έχει πολλά πτώματα να εξηγήσει.
Είναι το Clayface πραγματικό body horror;
Ναι, και χωρίς εκπτώσεις. Από τη σκηνή με το μαχαίρι μέχρι τις τελευταίες μεταμορφώσεις, το “Clayface” δεν τραβάει την κάμερα πουθενά. Είναι από τις πιο αηδιαστικές ταινίες κόμικ που έχει βγάλει μεγάλο στούντιο, και αυτό μετράει υπέρ της. Οι πληγές θυμίζουν τραύματα πολέμου, η σάρκα κολλάει, τεντώνεται και ξεκολλάει, και ο Watkins κρατάει τα πλάνα όσο χρειάζεται για να στριφογυρίσεις στη θέση σου. Η σήμανση για ενήλικες εδώ έχει λόγο ύπαρξης.
Οι αναφορές φαίνονται από μακριά. Το “The Fly” του David Cronenberg είναι ο βασικός οδηγός, με τη φθορά του σώματος να πηγαίνει χέρι χέρι με τη φθορά του μυαλού. Υπάρχει λίγο από “Darkman” στην εμμονή του Matt να ξαναβρεί το πρόσωπό του και λίγο από “The Substance” στο πόσο ακριβά πληρώνει η ματαιοδοξία. Οι φίλοι του “Batman: The Animated Series” θα αναγνωρίσουν τη βάση, έναν ηθοποιό εξαρτημένο από κάτι που τον αλλάζει. Η ταινία παίρνει αυτή την ιδέα και την κάνει ενήλικη.
Η καλύτερη απόδειξη βρίσκεται στη μέση της ταινίας, σε μια πτήση με αναταράξεις. Ο Matt κλείνεται στην τουαλέτα του αεροπλάνου και το πρόσωπό του αρχίζει να διαλύεται σε πραγματικό χρόνο. Η σκηνή κρατάει πολλή ώρα, σε ελάχιστα τετραγωνικά, και σε αφήνει να βλέπεις ανάμεσα από τα δάχτυλα. Εκεί το body horror δουλεύει με την κλασική του έννοια, το σώμα γίνεται ο εχθρός και ο ήρωας δεν έχει πού να κρυφτεί.
Πόσο πράκτικαλ είναι τα εφέ;
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο ατού της παραγωγής. Το τμήμα μακιγιάζ, με επικεφαλής την Emmy Beech, σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος. Οι παραμορφώσεις του Matt στηρίζονται κυρίως σε πράκτικαλ εφέ, δηλαδή σε πραγματικές προσθετικές πάνω στο πρόσωπο του ηθοποιού. Το αποτέλεσμα έχει βάρος και υφή. Βλέπεις δέρμα που γυαλίζει, ουλές που τραβάνε και σάρκα που κρέμεται, και το μάτι δεν το διαβάζει ως κάτι ψηφιακό. Δύσκολα θα μείνει εκτός συζήτησης στα βραβεία μακιγιάζ της σεζόν.
Συμβάλλει πολύ και η φωτογραφία του Rob Hardy (“Ex Machina”, “Annihilation”), που φωτίζει τις πληγές καθαρά, χωρίς φίλτρα ομορφιάς. Το CGI μπαίνει κυρίως όταν ο Matt αλλάζει σχήμα και τις περισσότερες φορές δένει καλά με τις προσθετικές. Το σημείο που σκοντάφτει είναι η τελική μορφή του πλάσματος, ένα σχέδιο που μένει στη μέση ανάμεσα σε ανθρώπινο πρόσωπο και τέρας από λάσπη/πυλό. Είναι η μόνη φορά που τα εφέ σού θυμίζουν ότι κοιτάς οθόνη υπολογιστή.
Πώς στέκεται η δράση;
Μόλις ο Matt καταλάβει τι μπορεί να κάνει το σώμα του, η ταινία αλλάζει ταχύτητα. Η εκδίκηση γίνεται ο κινητήρας και οι φόνοι γίνονται όλο και πιο εφευρετικοί. Η μεγάλη στιγμή είναι η σκηνή στο κλαμπ, όπου ο Matt αλλάζει μορφές την ώρα που παλεύει με όσους τον πρόδωσαν. Το μοντάζ του Jon Harris κρατάει τη χορογραφία και τις μεταμορφώσεις καθαρές, χωρίς να χάνεις στιγμή το ποιος χτυπάει ποιον. Είναι η σκηνή που θα θυμάσαι βγαίνοντας από την αίθουσα.
Σε αυτό το κομμάτι η ταινία βρίσκει και το χιούμορ της. Κάποιες χρήσεις των δυνάμεων του Matt φτάνουν σχεδόν στο slapstick, με τρόπο που φέρνει στο μυαλό το παλιό σινεμά του Sam Raimi. Το γέλιο βγαίνει από την ίδια τη βία, χωρίς τα αστειάκια για το trailer που έχουν κουράσει το είδος. Με διάρκεια 108 λεπτά, το “Clayface” δεν αφήνει περιθώριο για κοιλιές και κρατάει τον ρυθμό ψηλά ως το τέλος.
Γιατί το horror του Clayface δεν τρομάζει όσο θα έπρεπε;
Το “Clayface” σε κάνει να μορφάζεις πολύ πιο συχνά από όσο σε κάνει να φοβάσαι. Το σοκ έρχεται από την εικόνα της σάρκας και σπάνια από την αγωνία για το τι ακολουθεί. Ο Watkins έχει δείξει ότι ξέρει να χτίζει σασπένς, το “Eden Lake” είναι μάθημα πάνω σε αυτό. Εδώ λείπει ο αργός, σταθερός φόβος που κάνει μια ταινία τρόμου να σε ακολουθεί και μετά την προβολή.
Μεγάλο μέρος της ευθύνης το έχει το ίδιο το Gotham. Τα γυρίσματα έγιναν στο Λίβερπουλ και αυτό φαίνεται σε κάθε εξωτερικό πλάνο. Η πόλη μοιάζει με σκηνικό στούντιο, χωρίς τη βαριά, βρόμικη ατμόσφαιρα του “The Batman” ή του “Joker”. Όταν το περιβάλλον δεν απειλεί, ο τρόμος μένει κλεισμένος στο σώμα του Matt. Η μουσική του Volker Bertelmann βοηθάει με τις ανήσυχες υφές της, χωρίς να μπορεί να γεμίσει μόνη της το κενό.
Ένας ακόμα λόγος είναι η αλλαγή ύφους στο τελευταίο τρίτο. Η ταινία περνάει από τον τρόμο του σώματος στη λογική της ταινίας υπερηρώων, με επίδειξη δυνάμεων και αναμετρήσεις. Τα δύο κομμάτια λειτουργούν καλύτερα χωριστά παρά δίπλα δίπλα. Το πέρασμα από το ένα στο άλλο γίνεται απότομα και η ένταση που είχε μαζευτεί στη μέση ξεφουσκώνει λίγο.
Πώς τα πάνε οι ηθοποιοί και το σενάριο;
Ο Tom Rhys Harries είναι ο λόγος που όλα αυτά στέκονται. Παίζει τη ματαιοδοξία, τον πόνο, την ντροπή και την απειλή με την ίδια άνεση, και τα θλιμμένα μάτια του περνάνε μέσα από τόνους προσθετικών. Είναι από τις λίγες ερμηνείες σε ταινία κόμικ που σε κάνουν να καταλαβαίνεις έναν δολοφόνο χωρίς να τον δικαιολογείς. Μετά από αυτόν τον ρόλο, το όνομά του θα το ακούμε συχνά.
Η Naomi Ackie δίνει ζεστασιά και εξυπνάδα στην Caitlyn και βγάζει τα περισσότερα από έναν ρόλο που δεν της δίνει πολλά. Το τρίγωνο ανάμεσα σε εκείνη, τον Matt και τον ντετέκτιβ του Max Minghella μένει στα βασικά και δεν αποκτά ποτέ βάρος. Ο David Dencik είναι ο πιο αδύναμος κρίκος, ένας μαφιόζος που δεν προκαλεί ποτέ τον φόβο που απαιτεί ο ρόλος. Οι Eddie Marsan και Joshua James κάνουν σωστή δουλειά σε χαρακτήρες που υπάρχουν κυρίως για να σπρώξουν την πλοκή.
Στο σενάριο, οι διάλογοι είναι το πιο εμφανές πρόβλημα. Πολλές ατάκες ακούγονται άκαμπτες ή λένε φωναχτά αυτό που η εικόνα έχει ήδη δείξει. Είναι περίεργο να το γράφεις για κείμενο με την υπογραφή του Flanagan, που συνήθως ξέρει να κάνει τους χαρακτήρες του να μιλάνε σαν άνθρωποι. Λείπει και η διαδρομή του Matt πριν τη δόξα, οπότε δεν ξέρουμε ποιος ήταν πριν αρχίσει να αλλάζει. Έτσι τα θέματα της φήμης και της ταυτότητας ανοίγουν και δεν βαθαίνουν ποτέ.
Αξίζει να δεις το Clayface;
Αν ξέρεις τι πας να δεις, ναι. Το “Clayface” είναι μια σφιχτή, βίαιη και αηδιαστική ταινία που κάνει αυτό που υπόσχεται, ειδικά στο κομμάτι του μακιγιάζ και της δράσης. Είναι από τα πιο ενδιαφέροντα βήματα της νέας DC, ακριβώς επειδή δεν παίζει σίγουρα. Δείχνει ότι ένας κακός μπορεί να σταθεί μόνος του, σε ταινία χωρίς δεσμεύσεις απέναντι σε ένα ολόκληρο franchise.
Το horror που τρομάζει στ’ αλήθεια λείπει, όπως λείπει και ένα σενάριο που να σκάβει πιο βαθιά στα θέματά του. Μένει μια ταινία που ανοίγει δρόμο για πιο ενήλικες ιστορίες κόμικ και αφήνει όρεξη για περισσότερο Matt Hagen. Με μία πρόταση: μια ταινία που ρισκάρει εκεί που μετράει και σκοντάφτει στα υπόλοιπα.
Movie: Clayface
Year: 2026
Duration: 108′
Genre: Body Horror, Superhero, Thriller
Director: James Watkins
Tom Rhys Harries, Naomi Ackie, Max Minghella, David Dencik, Eddie Marsan, Joshua James, Joana Ribeiro
Clayface
Ταινία κόμικ που λερώνει τα χέρια της χωρίς δισταγμό. Ο Harries και η ομάδα του μακιγιάζ κουβαλάνε το βάρος, οι συγκρούσεις έχουν φαντασία και ρυθμό. Ο φόβος μένει στην επιφάνεια και οι διάλογοι ήθελαν ένα πέρασμα ακόμα.

