Υπάρχει ένα συγκεκριμένο σημείο στην πορεία ενός συγκροτήματος όπου ο πειραματισμός σταματά να είναι τυχαίος και αρχίζει να γίνεται συνειδητός. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, αυτή η στιγμή ήρθε με έναν δίσκο που διαμορφώθηκε από αλλαγές στους φωνητικούς ρόλους, έναν κιθαρίστα που πέρασε στα τύμπνα και έναν πληκτρά του οποίου το μουσικό υπόβαθρο συγκρουόταν με τη σκηνή στην οποία είχε βρεθεί. Αυτές οι συνθήκες συναντιούνται στο “Stormblåst”, το άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 1996 και βρήκε τους Dimmu Borgir σε μια φάση αναδιάταξης, τόσο ως προς την εσωτερική τους λειτουργία όσο και ως προς τη σχέση τους με το black metal.
Για να καταλάβει κανείς το “Stormblåst” από την αρχή, χρειάζεται να σταθεί πρώτα στον «ανασχηματισμό» που έκαναν τότε οι Dimmu Borgir. Πρόκειται για το πρώτο στούντιο άλμπουμ με τον Shagrath στα φωνητικά, ενώ ο Silenoz, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε τον κεντρικό ρόλο, άρχισε σταδιακά να περνά σε πιο υποστηρικτική θέση, κάτι που θα γινόταν ακόμη πιο εμφανές από το “ Enthrone Darkness Triumphant” και μετά. Ο Tjodalv, από την πλευρά του, άφησε την κιθάρα και ανέλαβε τα τύμπανα, καθώς οι ενορχηστρώσεις της μπάντας έγιναν πιο σύνθετες και το rhythm section έπρεπε να στηρίζει όχι μόνο τα riffs, αλλά και περάσματα που καθοδηγούνταν από τα πλήκτρα. Αν προστεθούν και οι στιχουργικές συνεισφορές του Aldrahn, που θα εμφανιζόταν ξανά αργότερα στο “Death Cult Armageddon”, προκύπτει ένα άλμπουμ φτιαγμένο από μια σύνθεση που ήδη πατούσε κατά το ήμισυ προς μια διαφορετική εκδοχή της μπάντας.
Αν υπάρχει μια φιγούρα που συμπυκνώνει την αναμπουμπούλα του “Stormblåst”, αυτή είναι ο Stian Aarstad. Το 1996, η ιδέα να αφήσεις τις μελωδίες του πιάνου να οδηγούν ένα black metal άλμπουμ παρέμενε αμφιλεγόμενη στους πιο αυστηρούς κύκλους της σκηνής. Η παρουσία του Aarstad «ανάγκασε» τους Dimmu Borgir να κινηθούν προς μια πιο οργανωμένη και ενορχηστρωμένη κατεύθυνση σε σχέση με πολλούς συνοδοιπόρους τους στο είδος. Αυτό γίνεται φανερό από την πρώτη στιγμή: στο ξεκίνημα του “Alt lys er svunnet hen” τα πλήκτρα περνούν μπροστά πριν μπουν τα υπόλοιπα όργανα, ενώ το “Broderskapets Ring” κινείται σε έναν επιβλητικό ρυθμό, με τις μελωδίες των πλήκτρων να καθορίζουν τη δομή του κομματιού. Αυτή η λογική είναι ένας από τους λόγους που το “Stormblåst” εξακολουθεί να συζητιέται, ακόμη και σήμερα όπου τα sold-out venues έχουν γίνει η κανονικότητα για τη μπάντα.
Ωστόσο, η ιστορία του Aarstad περιλαμβάνει και την πιο άβολη υποσημείωση του άλμπουμ: δύο σημεία που συνδέθηκαν με κατηγορίες για χρήση ξένου υλικού. Το ορχηστρικό “Sorgens Kammer” αναγνωρίστηκε αργότερα ως βασισμένο στη μουσική τίτλων του video game “Agony”, ενώ η εισαγωγή του “Alt lys er svunnet hen” συσχετίστηκε με το “Sacred Hour” των Magnum. Είτε αυτά θεωρηθούν σοβαρά ολισθήματα είτε ως ένδειξη του πόσο ανοιχτές ήταν οι επιρροές της μπάντας εκείνη την περίοδο, η πρακτική κατάληξη παραμένει ξεκάθαρη: όταν οι Dimmu Borgir επέστρεψαν χρόνια αργότερα στο άλμπουμ, το “Sorgens Kammer” αφαιρέθηκε από την επανηχογράφηση. Πρόκειται για εκείνου του είδους τη μακροπρόθεσμη συνέπεια που μετρά στην πορεία ενός συγκροτήματος, όπου μια επιλογή των πρώτων χρόνων καταλήγει να επηρεάζει το τι μπορεί να προβληθεί, να επανεκδοθεί ή να αξιοποιηθεί αργότερα.

Μια ακόμη λεπτομέρεια που δείχνει πώς το “Stormblåst” χτίστηκε πάνω σε διαφορετικά σημεία αναφοράς είναι η κλασική αναφορά που εμφανίζεται στο φινάλε του άλμπουμ. Η εισαγωγή του “Guds fortapelse” εμπνέεται από τη Συμφωνία αρ. 9 του Dvořák, γνωστή ως “From the New World”. Σε μια σκηνή που συχνά παρουσιαζόταν ως τελείως αντικομφορμιστική, η χρήση ενός αναγνωρίσιμου κλασικού μοτίβου μέσα σε ένα black metal κομμάτι έδειχνε ότι οι Dimmu Borgir αντιμετώπιζαν την ενορχήστρωση και τη μελωδική δομή ως βασικά εργαλεία. Και αυτό που τότε έμοιαζε με επιλογή της στιγμής, σήμερα είναι ξεκάθαρο ότι λειτουργεί ως πρώιμη ένδειξη της πορείας που θα ακολουθούσαν αργότερα, με χορωδίες, πιο κινηματογραφική προσέγγιση και, τελικά, ολοκληρωμένες ορχηστρικές συνεργασίες.
Ωστόσο, παρά τις καινοτομίες του, το “Stormblåst” δεν έφερε αμέσως τους Dimmu Borgir στο επίπεδο όπου θα έφταναν αργότερα. Το άλμπουμ πούλησε αρκετά ώστε να ενισχύσει τη φήμη τους, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε ένα γνώριμο πρόβλημα της δεκαετίας του ’90: τους περιορισμούς των μικρών δισκογραφικών απέναντι σε μια μπάντα που άρχιζε να συγκεντρώνει όλο και περισσότερο ενδιαφέρον. Έτσι, το επόμενο βήμα της μπάντας – η μετακίνηση σε μια μεγαλύτερη εταιρεία – συνδέθηκε τόσο με την ανάγκη για μεγαλύτερο έλεγχο και πόρους όσο και με καλλιτεχνικούς λόγους. Αυτό το πλαίσιο βοηθά να γίνει κατανοητή μια απόφαση που, χρόνια αργότερα, θα συζητιόταν έντονα: η επιλογή της επανηχογράφησης του άλμπουμ αντί ενός απλού remastering.
Το 2005 η μπάντα είχε πλέον τη δύναμη να ξαναδεί το “Stormblåst” με τους δικούς της όρους, κυκλοφορώντας το πλήρως επανηχογραφημένο “Stormblåst MMV”. Το κίνητρο, τουλάχιστον σύμφωνα με τον Silenoz, δεν είχε να κάνει με το να ξαναγραφτεί η ιστορία, αλλά με το να αποκτήσει το άλμπουμ το ηχητικό βάρος που θεωρούσαν ότι έλειπε από το πρωτότυπο. Όπως το έθεσε ο ίδιος: «Η κύρια διαφορά είναι ότι ο ήχος είναι πραγματικά δυνατός τώρα».
Η φράση αυτή συμπυκνώνει μια νοοτροπία που συναντάται συχνά σε συγκροτήματα με μακρά πορεία: οι πρώτοι δίσκοι συχνά εξιδανικεύονται από το κοινό, ενώ οι ίδιοι θυμούνται τους συμβιβασμούς της εποχής – τον περιορισμένο εξοπλισμό, τον ελάχιστο χρόνο στο στούντιο και τις επιλογές που έγιναν χωρίς την εμπειρία που αποκτήθηκε αργότερα. Ο Silenoz περιέγραψε μάλιστα μέρος της διαδικασίας ως μια εκ των υστέρων εκμάθηση βασικών αρχών παραγωγής, αναφερόμενος σε αποφάσεις όπως η πιο «γεμάτη» στρώση των ρυθμικών κιθαρών, ως κάτι που απλώς δεν τους είχε περάσει από το μυαλό το 1996.
Η επανηχογράφηση δείχνει και το πόσο είχε αλλάξει το εσωτερικό της μπάντας. Στις ηχογραφήσεις του 2005 συμμετείχαν μέλη της τότε περιόδου, με τον Mustis στα πλήκτρα και τον Hellhammer στα τύμπανα, χωρίς να γίνει προσπάθεια επαναφοράς της αρχικής σύνθεσης. Αυτό δεν ήταν απλώς ζήτημα ευκολίας ή προγραμματισμού, αλλά μια ξεκάθαρη θέση γύρω από το ποιος έχει τον έλεγχο του έργου. Οι Dimmu Borgir αντιμετώπισαν το “Stormblåst” περισσότερο ως ζωντανό οργανισμό και λιγότερο ως κειμήλιο: υλικό που μπορούσε να παιχτεί ξανά από τη σύγχρονη εκδοχή της μπάντας, με μεγαλύτερη πιστότητα, χωρίς να αλλοιωθεί η αναγνωρίσιμη δομή του. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι, όπως είχε πει και ο Silenoz, κανείς δεν υποχρεώνεται να αντικαταστήσει το πρωτότυπο και η συνύπαρξη και των δύο εκδόσεων αποτελεί μια αποδεκτή επιλογή.
Η συζήτηση αυτή οδηγεί στο πιο ουσιαστικό «αποτύπωμα» του άλμπουμ: το “Stormblåst” κατέληξε να σηματοδοτεί το τελευταίο βήμα πριν από τη παγκόσμια καθιέρωση της μπάντας. Ήταν το τελευταίο άλμπουμ των Dimmu Borgir ηχογραφημένο εξ ολοκλήρου στα νορβηγικά και, από εκεί και πέρα, η μπάντα πέρασε στα αγγλικά, μια αλλαγή με καλλιτεχνικές και εμπορικές προεκτάσεις που έκανε το επόμενο κεφάλαιο πιο εύκολα προσβάσιμο εκτός Νορβηγίας. Σε μουσικό επίπεδο, η πορεία μετακινήθηκε προς πιο μεγαλοπρεπείς δομές και μια πιο επιθετική, σύγχρονη προσέγγιση, φτάνοντας τελικά σε μια κλίμακα όπου η ορχηστρική παραγωγή έμοιαζε φυσική εξέλιξη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το “Stormblåst” μοιάζει λιγότερο με προάγγελο όσων θα ακολουθούσαν και περισσότερο με μια διαφορετική εκδοχή των Dimmu Borgir που δεν εξελίχθηκε παρακάτω. Είναι ένας δίσκος όπου τα πλήκτρα παίζουν κεντρικό ρόλο χωρίς υπερβολή και όπου η ένταση προκύπτει από την ενορχήστρωση, όχι από τον όγκο. Κομμάτια όπως το “Broderskapets Ring” ή το ομώνυμο “Stormblåst” λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι η μπάντα είχε ήδη βρει τον ρυθμό και τη λογική της πολύ πριν φτάσει στο status που τη γνωρίζουμε.
Το “Stormblåst” συνεχίζει να επιστρέφει στην κουβέντα επειδή δεν χωρά εύκολα σε μία και μόνο φόρμα. Άλλοτε αντιμετωπίζεται ως βασικό ντοκουμέντο του black metal και άλλοτε ως ένα ατελές πρώιμο πείραμα, συχνά και τα δύο ταυτόχρονα. Η ουσιαστική του σημασία, ωστόσο, είναι πιο συγκεκριμένη και λιγότερο μυθοποιημένη: δείχνει τους Dimmu Borgir να μαθαίνουν πώς να δίνουν στα πλήκτρα δομικό ρόλο, πώς οι αλλαγές στους ρόλους των μελών επηρεάζουν τη σύνθεση και πώς οι παραγωγικές συνθήκες και οι συμβάσεις μπορούν να αφήσουν αποτύπωμα που κρατά για χρόνια. Αυτός ο συνδυασμός, μουσική, πρακτικά ζητήματα και μακροπρόθεσμες συνέπειες, εξηγεί γιατί το άλμπουμ εξακολουθεί να αναλύεται πολύ πέρα από το επίπεδο της απλής νοσταλγίας.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: Dimmu Borgir

