Με μία ματιά...
Εννέα τραγούδια και 38 λεπτά μουσικής αρκούσαν για να χτίσουν έναν αληθινό μύθο των '80s. Το ομώνυμο ντεμπούτο των Fifth Angel ένωσε τη δύναμη με τις επικές μελωδίες. Σαράντα χρόνια μετά, λάμπει ως ένα ατόφιο διαμάντι του αμερικανικού ήχου.
- Σαράντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Fifth Angel” παραμένει ένα αψεγάδιαστο άλμπουμ που κέρδισε τον σεβασμό των οπαδών.
- Ο δίσκος καθόρισε το αμερικανικό heavy/power metal των '80s ισορροπώντας ανάμεσα σε επιθετικά riffs και τις επικές μελωδίες.
- Οι κιθάρες των James Byrd και Ed Archer μαζί με τη φωνή του Ted Pilot απογείωσαν τις συνθέσεις.
Σαράντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την κυκλοφορία του ομώνυμου ντεμπούτου των Fifth Angel. Πρόκειται για έναν δίσκο που έμεινε μακριά από τη μαζική αναγνώριση και με το πέρασμα των χρόνων απέκτησε μια μυθική αίγλη ανάμεσα στους οπαδούς του παραδοσιακού ήχου. Εδώ και τέσσερις δεκαετίες λοιπόν, το “Fifth Angel” παραμένει ένα από εκείνα τα άλμπουμ που αναφέρονται σχεδόν υποχρεωτικά όταν η συζήτηση φτάσει στο αμερικανικό heavy/power metal των ’80s.
Εννέα τραγούδια όλα κι όλα και κάτι λιγότερο από 38 λεπτά συνολικής διάρκειας ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν τη φήμη ενός συγκροτήματος που είχε όλα τα στοιχεία για να κάνει πολύ μεγαλύτερα πράγματα από όσα τελικά κατάφερε. Και ίσως αυτή ακριβώς η σκέψη να ακολουθεί τους Fifth Angel περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Πώς ξεκίνησε η ιστορία των Fifth Angel στο Seattle;
Η ιστορία ξεκινά στο Bellevue της Washington, λίγο έξω από το Seattle, με τους Ted Pilot, James Byrd, Ed Archer και Ken Mary να αποτελούν τον βασικό πυρήνα της μπάντας. Και εδώ βρίσκεται μία από τις πρώτες ιδιαιτερότητες της πορείας τους. Οι Fifth Angel γεννήθηκαν μέσα στο στούντιο, μακριά από τη λογική μιας κανονικής μπάντας που έλιωνε παίζοντας στα clubs. Ήταν ένα project που ξεκίνησε με βασικό στόχο να γράψει και να ηχογραφήσει όσο το δυνατόν καλύτερο υλικό.

Το πρώτο τους demo ηχογραφήθηκε στα Steve Lawson Productions με τον νεαρό τότε Terry Date πίσω από την κονσόλα, πολλά χρόνια πριν συνδέσει το όνομά του με μερικούς από τους σημαντικότερους δίσκους του αμερικανικού metal, όπως εκείνους των Pantera, Limp Bizkit, Soundgarden, Dream Theater, Ozzy και δεκάδων άλλων. Το υλικό έφτασε τελικά στον Mike Varney και στη Shrapnel Records, η οποία χρηματοδότησε επιπλέον ηχογραφήσεις ώστε το demo να εξελιχθεί σε ολοκληρωμένο άλμπουμ. Για την ακρίβεια, αποτέλεσε ένα μικρό διαμάντι του αμερικανικού heavy metal…
Ποια τραγούδια καθορίζουν τον ήχο του δίσκου “Fifth Angel”;
Το “In The Fallout” που ανοίγει τον δίσκο αποτελεί σχεδόν ιδανική εισαγωγή στον κόσμο των Fifth Angel. Έχει κοφτό και μελωδικό riff, εξαιρετικές κιθάρες, επική ατμόσφαιρα και εκείνη τη χαρακτηριστική, δυναμική και μελωδική φωνή του Ted Pilot. Αυτή ακριβώς η ισορροπία χαρακτηρίζει το σύνολο του δίσκου. Οι Fifth Angel είναι τόσο εξαιρετικοί μουσικοί όσο και συνθέτες.
Προσωπική αδυναμία παραμένει το “Call Out The Warning”, ίσως το τραγούδι στο οποίο όλα τα παραπάνω συνδυάζονται καλύτερα από οπουδήποτε αλλού στον δίσκο. Ξεχωρίζει με ένα ακόμη εξαιρετικό riff, έναν Ted Pilot σε τρομερή φόρμα και εκείνη τη χαρακτηριστική επική μελωδικότητα των Fifth Angel. Είναι μια άμεση σύνθεση με ένα riff και ένα ρεφρέν που σφηνώνονται στο κεφάλι και θέλεις να τα ξανακούσεις αμέσως μόλις τελειώσουν. Και για εμένα, σαράντα χρόνια μετά, παραμένει η κορυφαία στιγμή του άλμπουμ.
Και σε αυτό το σημείο ο James Byrd αξίζει ξεχωριστή αναφορά. Το παίξιμό του είναι ένα από τα στοιχεία που καθορίζουν περισσότερο την προσωπικότητα του δίσκου. Διαθέτει υψηλή τεχνική μακριά από περιττές επιδείξεις, τα solos του είναι μελωδικά και δουλεμένα στο έπακρο, και η συνεργασία του με τον δεύτερο κιθαρίστα, Ed Archer, έδωσε σε μεγάλο βαθμό στον δίσκο τον χαρακτήρα του.
Το ομώνυμο “Fifth Angel” είναι ίσως η στιγμή του δίσκου όπου οι δύο κιθαρίστες λάμπουν περισσότερο ως δίδυμο. Οι μελωδικές γραμμές και οι αρμονίες των Byrd και Archer λειτουργούν αβίαστα, και το ζωντανό mid-tempo μαζί με το εξαιρετικό ρεφρέν του το μετατρέπουν σε ένα από εκείνα τα τραγούδια που πιάνεις τον εαυτό σου να σιγοτραγουδάει πολλή ώρα μετά το τέλος του δίσκου. Δίπλα του, το “Wings Of Destiny” φέρνει με το χαρακτηριστικό ρεφρέν του περισσότερο στο προσκήνιο την επική πλευρά τους και δικαιολογημένα παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα κομμάτια του άλμπουμ.
Κάθε τραγούδι εδώ έχει τον δικό του λόγο ύπαρξης. Η μεγαλύτερη αρετή του “Fifth Angel” είναι ακριβώς το ότι δεν περιέχει πραγματικά fillers. Και οι εννιά του συνθέσεις στέκονται σε πολύ υψηλό επίπεδο και ακούγονται εξίσου ευχάριστα. Η μουσική ποιότητα του δίσκου είναι δεδομένη, και η ιστορία των Fifth Angel γίνεται πραγματικά ενδιαφέρουσα όταν εξετάσει κανείς τις αιτίες που καθόρισαν τη μετέπειτα πορεία τους.
Τι κράτησε τους Fifth Angel μακριά από τη μεγάλη εμπορική επιτυχία;
Το πρώτο πρόβλημα ήταν ότι οι Fifth Angel αδυνατούσαν να μετατρέψουν την εξαιρετική υποδοχή του ντεμπούτου σε αντίστοιχη live παρουσία. Υπήρχαν σχέδια για περιοδεία και έχουν αναφερθεί ακόμη και συζητήσεις για πιθανές εμφανίσεις ως support στους Iron Maiden, σχέδια που τελικά έμειναν στα χαρτιά. Έτσι, ένας δίσκος που κέρδιζε συνεχώς οπαδούς στον underground metal Τύπο έμεινε χωρίς τις συναυλίες που θα επέτρεπαν στην μπάντα να χτίσει πάνω του το όνομα και τη φήμη της.
Παράλληλα, οι Fifth Angel έχασαν την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν το momentum τους. Δυστυχώς η στήριξη από τη Shrapnel Records αποδείχθηκε μικρή για να αξιοποιήσει τη θετική ανταπόκριση του κόσμου και η επανακυκλοφορία του από την Epic Records έγινε το 1988, όταν είχαν ήδη χαθεί πολύτιμα χρόνια για μια νέα μπάντα που προσπαθούσε να καθιερωθεί.
Και όταν ήρθε τελικά η στιγμή του επόμενου βήματος, οι Fifth Angel έχασαν ένα από τα σημαντικότερα συστατικά του ήχου τους.
Πώς επηρέασε η αποχώρηση του James Byrd και το “Time Will Tell” το μέλλον του συγκροτήματος;
Η αποχώρηση του James Byrd λίγο πριν από τη δεύτερη δουλειά τους, το “Time Will Tell”, παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο συζητημένα κεφάλαια στην ιστορία της μπάντας. Οι ακριβείς λόγοι έμειναν θολοί και εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικές αφηγήσεις για εκείνη την περίοδο. Το σίγουρο είναι ότι οι Fifth Angel έχασαν έναν από τους βασικούς δημιουργούς του ντεμπούτου τους ακριβώς τη στιγμή που προσπαθούσαν να περάσουν στο επόμενο επίπεδο.
Η σημασία του Byrd φαίνεται ακόμα πιο καθαρά αν συγκρίνει κανείς το ντεμπούτο με το “Time Will Tell”. Πέρα από την πιο μελωδική και εμπορική κατεύθυνση του δεύτερου δίσκου, η μεγαλύτερη διαφορά βρίσκεται στην απουσία ενός μέρους από εκείνη την επική και νεοκλασική αύρα που έκανε τραγούδια όπως τα “Call Out The Warning” και “Wings Of Destiny” να ακούγονται σχεδόν μεγαλύτερα από τη ζωή. Η αλλαγή αυτή προέκυψε συνολικά, και την ίδια στιγμή είναι ολοφάνερο ότι ο Byrd υπήρξε βασικός εκφραστής αυτού του επικού και νεοκλασικού στοιχείου που ξεχώριζε στον ήχο του ντεμπούτου.
Η μετέπειτα πορεία του Byrd δείχνει επίσης πόσο σημαντική μονάδα έχασαν τότε οι Fifth Angel. Μετά την αποχώρησή του δημιούργησε τους James Byrd’s Atlantis Rising και ακολούθησε μια δυνατή προσωπική πορεία στον χώρο του νεοκλασικού και progressive metal, και μέρος του υλικού που ανέπτυξε αμέσως μετά είχε τις ρίζες του στην περίοδο των Fifth Angel.
Το “Time Will Tell” κυκλοφόρησε τελικά το 1989 και αποτέλεσε μια απόπειρα να λειάνουν τον ήχο τους. Είναι ένας αξιόλογος δίσκος με καλές στιγμές. Στα μάτια πολλών φίλων της μπάντας έμεινε στη σκιά του ντεμπούτου τους και μοιραία άφησε τους Fifth Angel χωρίς την ώθηση που περίμεναν. Η υποστήριξη της Epic αδυνάτισε και μέχρι το 1990 οι δρόμοι των μελών είχαν ουσιαστικά χωρίσει.
Έτσι λοιπόν, η έκρηξη του grunge στις αρχές της δεκαετίας του ’90 βρήκε τους Fifth Angel να έχουν ήδη χάσει πολύτιμο χρόνο, όπως επίσης και τον Byrd. Μοιραία έχασαν πλέον τη δυνατότητα να διεκδικήσουν μια θέση ανάμεσα στα μεγαλύτερα ονόματα του χώρου.
Ποια είναι η θέση του “Fifth Angel” στην ιστορία του heavy metal σαράντα χρόνια μετά;
Το “Fifth Angel” πάτησε πάνω στους κανόνες του κλασικού heavy metal και ξεχώρισε καθαρά για την ποιότητα των συνθέσεών του. Η αξία του στέκεται αυτούσια, μακριά από υπερβολές. Είναι απλώς ένας εξαιρετικός heavy metal δίσκος που με τα χρόνια κέρδισε την εκτίμηση που δικαιούταν, φτιαγμένος από μια μπάντα που για ένα διάστημα έδειχνε ικανή να φτάσει πολύ ψηλότερα από εκεί που τελικά έφτασε.
Σαράντα χρόνια μετά, εξακολουθεί να ακούγεται σαν η δουλειά μιας μπάντας που είχε όλα τα απαραίτητα συστατικά για μια πολύ μεγαλύτερη καριέρα. Σε μια περιοχή που την ίδια εποχή έδωσε συγκροτήματα όπως οι Queensrÿche και οι Metal Church, οι Fifth Angel βκαν τη δική τους ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη, την τεχνική και τη μελωδία, αφήνοντας έναν δίσκο με ποιότητα πολύ μεγαλύτερη από την εμπορική του επιτυχία.
Οι λόγοι πίσω από αυτή την εξέλιξη αποτελούν ίσως την πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της ιστορίας των Fifth Angel. Και το γεγονός ότι σαράντα χρόνια αργότερα εξακολουθούμε να μιλάμε για το ντεμπούτο τους με τέτοιο σεβασμό, λέει μάλλον όσα χρειάζεται να ξέρουμε για την πραγματική του αξία.

