Ενώ οι γονείς μου άσπρισαν πριν την ώρα τους για να πάω να δώσω το DELF και εγώ, μόλις το πήρα, δεν ξαναείπα λέξη στα Γαλλικά, θυμάμαι έντονα ότι στα ‘00s έβλεπα αρκετό γαλλικό κινηματογράφο. Όχι ότι εντρύφησα ιδιαίτερα, ό,τι έβρισκα διαθέσιμο στο video club. Κάπως έτσι πέρασαν από τα μάτια μου το “Vidocq”, τα “Πορφυρά Ποτάμια” και μια ταινία που τότε λανσαρίστηκε ως το «γαλλικό Matrix». Αν δεν σας πήγε κατευθείαν το μυαλό, μιλάμε για το “Brotherhood of the Wolf”, ή “Le pacte des loups”, ή, όπως το μάθαμε εδώ, “Η Αδελφότητα των Λύκων” του Christophe Gans.
Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από τον Chevalier Grégoire de Fronsac (Samuel Le Bihan), ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα μυστήριο που αρνείται πεισματικά να λυθεί. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, η ταινία κάνει σαφές ότι αδιαφορεί για τα όρια των κινηματογραφικών ειδών, δίνοντας προτεραιότητα στη δυναμική, την υπερβολή και την κλιμάκωση. Αυτό που ξεκινά ως έρευνα για μια σειρά βίαιων δολοφονιών στη Γαλλία του 18ου αιώνα μετατρέπεται σταδιακά σε μια σύγκρουση ιστορικού θρίλερ, θεαματικής δράσης, πολιτικής αλληγορίας και monster movie, όλα συνυφασμένα με αξιοσημείωτη μαεστρία.
Ο Christophe Gans βασίζει την ταινία σε έναν πραγματικό ιστορικό πανικό: το Τέρας του Gévaudan, ένα πλάσμα που κατηγορήθηκε για δεκάδες θανάτους μεταξύ 1764 και 1767. Αντί να το αντιμετωπίσει ως έναν folk μύθο, η ταινία το χρησιμοποιεί ως χύτρα ταχύτητας. Ο φόβος εξαπλώνεται γρηγορότερα από τα γεγονότα, οι θεσμοί βιάζονται να ελέγξουν την αφήγηση και η βία γίνεται ταυτόχρονα σύμπτωμα και λύση. Ο Fronsac αποστέλλεται στο Gévaudan με βασιλική διαταγή, όχι ως δήμιος, αλλά ως άνθρωπος της επιστήμης, ένας φυσιοδίφης και ταριχευτής που αναμένεται να παρατηρήσει, να ταξινομήσει και να εξηγήσει. Ο ρόλος του τον φέρνει αμέσως σε σύγκρουση με μια επαρχία που έχει ήδη αποφασίσει τι πιστεύει.
Τον συνοδεύει ο Mani (Mark Dacascos), ένας πολεμιστής Ιρόκουα και αδελφός αίματος του Fronsac από την εποχή του στον Νέο Κόσμο. Η παρουσία του Mani εισάγει μια παράλληλη κοσμοθεωρία που η ταινία διατηρεί ενεργή για το μεγαλύτερο μέρος της διάρκειάς της: την πνευματική ερμηνεία απέναντι στην ορθολογική έρευνα. Ενώ ο Fronsac εξετάζει τα μοτίβα των δαγκωμάτων και τα σημεία των επιθέσεων, ο Mani διαβάζει τα σημάδια, τα ζώα και τις σιωπές. Σημαντικό είναι ότι η ταινία δεν απορρίπτει ποτέ πλήρως καμία από τις δύο προσεγγίσεις, επιτρέποντας στην αβεβαιότητα να παραμένει ακόμη και όταν οι εξηγήσεις μοιάζουν προσιτές.

Η δομή της ταινίας πλαισιώνεται από μια αναδρομή. Ένας ηλικιωμένος Thomas d’Apcher καταγράφει τα γεγονότα χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, όταν τα επαναστατικά ιδανικά έχουν ήδη μετατραπεί σε Τρόμο. Αυτή η επιλογή καθιστά την υπόθεση του Κτήνους ως πρόδρομο μιας ευρύτερης κοινωνικής κατάρρευσης, υποδηλώνοντας ότι η υστερία, η χειραγώγηση και ο ηθικός απολυταρχισμός είχαν ήδη προετοιμάσει το έδαφος πολύ πριν την εγκατάσταση των γκιλοτινών.
Στο ίδιο το Gévaudan, ο πανικός κυριαρχεί στην καθημερινή ζωή. Οι γυναίκες και τα παιδιά αποτελούν τα κύρια θύματα, και οι επιθέσεις εκτελούνται με σκληρότητα. Ο Christophe Gans αρχικά αποκρύπτει το πλάσμα, προτιμώντας να δείξει τις συνέπειες, τους ήχους και αποσπασματικές εικόνες. Αυτή η συγκράτηση ενισχύει τον φόβο, ενώ επιτρέπει στις φήμες να προκαλέσουν τόση ζημιά όσο και το ίδιο το θηρίο. Η τοπική αντίδραση είναι άμεση και χαοτική: οι χωρικοί οπλίζονται, η δεισιδαιμονία μετατρέπεται σε δόγμα και όποιος ξεφεύγει από τον κανόνα γίνεται ύποπτος.
Ο λοχαγός Duhamel, επικεφαλής της πρώτης αντίδρασης, λειτουργεί ως ενσάρκωση της θεσμικής αποτυχίας. Οι στρατιώτες του αποδεικνύονται ικανότεροι στον εκφοβισμό των χωρικών παρά στον εντοπισμό του θηρίου, με αποτέλεσμα η παρουσία τους να κλιμακώνει την ένταση αντί να την περιορίζει. Παράλληλα, η Εκκλησία ρίχνει λάδι στη φωτιά, αφού τα κηρύγματα της ερμηνεύουν τις δολοφονίες ως θεϊκή τιμωρία, μετατρέποντας τον φόβο σε μηχανισμό ηθικής αστυνόμευσης. Η ταινία είναι σαφής ως προς αυτό: όταν ο τρόμος αγιοποιείται, παύει να είναι χάος και μετατρέπεται σε εργαλείο.
Καθώς ο Fronsac ενσωματώνεται στην τοπική κοινωνία, η έρευνα γίνεται άρρηκτα συνδεδεμένη με την αριστοκρατική πολιτική. Η ελίτ της επαρχίας αντιμετωπίζει την κρίση ως ένα μείγμα ταλαιπωρίας και ευκαιρίας, διαχειριζόμενη τον φόβο περισσότερο ως ζήτημα εικόνας παρά ως υπαρξιακή απειλή. Τα ομαδικά κυνήγια μετατρέπονται σε επιδείξεις δύναμης, ενώ τα σαλόνια λειτουργούν ως άτυπα κέντρα πληροφόρησης και ανταλλαγής επιρροής. Ο Fronsac εισέρχεται σε αυτόν τον κόσμο μέσω της σχέσης του με την οικογένεια Morangias, και κυρίως με τον Jean-François (Vincent Cassel), του οποίου η επιφανειακή γοητεία μόλις που κρύβει μια επικίνδυνη αστάθεια, και την αδελφή του Marianne (Émilie Dequenne), της οποίας η θέση αποκαλύπτει πόσο περιορισμένη είναι η γυναίκα μέσα σε αυτές τις δομές εξουσίας.
Στη μέση της ταινίας, η έρευνα παίρνει μια αποφασιστική στροφή, καθώς η πίεση από το Παρίσι αυξάνεται αισθητά. Το στέμμα δεν χρειάζεται πλέον την αλήθεια, αλλά αποτελέσματα. Ένας κυνηγός καταφθάνει στο Gévaudan, σκοτώνει έναν λύκο και ανακοινώνει ότι η κρίση έχει επιλυθεί, προσφέροντας στο κοινό την εικόνα της αποκατάστασης της τάξης. Ο Fronsac εξαναγκάζεται να συμβάλει στη μετατροπή του ζώου σε ένα πειστικό τρόπαιο. Η στιγμή αυτή είναι κρίσιμη, καθώς σηματοδοτεί το σημείο όπου η “Η Αδελφότητα των Λύκων” `εγκαταλείπει κάθε ψευδαίσθηση ότι η εξουσία ενδιαφέρεται για την πραγματικότητα. Η «λύση» δεν ανακαλύπτεται, σκηνοθετείται, συσκευάζεται και πωλείται.
Από αυτό το σημείο και μετά, η ταινία αλλάζει ταχύτητα: το μυστήριο βαθαίνει και μετασχηματίζεται σε συνωμοσία. Ο Fronsac και ο Mani αρχίζουν να εντοπίζουν ίχνη συντονισμού και τελετουργίας πίσω από τις επιθέσεις, στοιχεία που δεν μπορούν πλέον να αποδοθούν σε μια ανεξέλεγκτη φυσική απειλή. Το θηρίο παύει να είναι απλώς ένα αρπακτικό και αποκαλύπτεται ως εργαλείο. Κάτω από την επιφάνεια δρα μια μυστική αδελφότητα, η οποία αξιοποιεί τον τρόμο για να αποσταθεροποιήσει την περιοχή και να προωθήσει το δικό της πολιτικό όραμα. Μέσα από τις τελετές, τα σύμβολα και τα δίκτυα επιρροής της, η αφήγηση μετατοπίζεται οριστικά από ένα κυνήγι τεράτων σε μια μορφή αντεξέγερσης.
Κάπου εδώ, το “Brotherhood of the Wolf” σταματά να προσποιείται ότι είναι απλώς ένα ιστορικό φιλμ και πατάει γερά στο έδαφος της καθαρής δράσης. Οι σκηνές πολεμικών τεχνών ξεσπούν απροειδοποίητα, αδιαφορώντας πλήρως για την ιστορική αληθοφάνεια. Οι μάχες του Mani στήνονται ως κανονικά αυτόνομες σεκάνς, όπου ραβδιά, τσεκούρια και ακροβατικά συνδυάζονται με ρυθμό και ένταση που δύσκολα έβρισκες στο ευρωπαϊκό σινεμά της εποχής. Να σημειώσουμε ότι δεν μιλάμε για κάποιο «διάλειμμα δράσης», αλλά για βασικό δομικό στοιχείο της ταινίας. Υπό την επίβλεψη του Phillip Kwok, βετεράνου του κινηματογράφου του Χονγκ Κονγκ, το φιλμ αποκτά μια σωματικότητα που το μετακινεί ξεκάθαρα προς ένα υβρίδιο δράσης και θεάματος.
Καθώς η ιστορία επιταχύνεται, εξελίσσεται και ο ίδιος ο Fronsac. Από παρατηρητής και αναλυτής περνά, στην τελική πράξη, στη θέση του μαχητή. Μάχες με μαχαίρια, ξιφομαχίες και ενέδρες αντικαθιστούν σαλόνια και κηρύγματα. Η εξέλιξη αυτή μοιάζει απολύτως δικαιολογημένη: η εμπειρία του Fronsac σε αποικιακές συγκρούσεις έχει ήδη σεταριστεί, ενώ έχει εννοηθεί ότι η μέχρι τότε αυτοσυγκράτησή είναι συνειδητή επιλογή και όχι ένδειξη ανικανότητας.
Το πλάσμα εμφανίζεται σταδιακά και μεθοδικά. Φτιαγμένο με συνδυασμό animatronics, μαριονέτας και CGI από το Jim Henson’s Creature Shop, έχει βάρος και παρουσία, ακόμη κι όταν κάποια εφέ προδίδουν την ηλικία τους. Η ταινία αποφεύγει τις εύκολες υπερφυσικές λύσεις: πίσω από το θηρίο βρίσκεται ανθρώπινη πρόθεση και σκληρότητα. Την ίδια στιγμή, ο Christophe Gans αφήνει ανοιχτό ένα παράθυρο στον μυστικισμό, μέσα από τη σχέση του Mani με τα ζώα και τον επαναλαμβανόμενο λευκό λύκο, που λειτουργεί περισσότερο ως εικόνα και αντανάκλαση παρά ως απάντηση.
Οπτικά, η ταινία γέρνει ξεκάθαρα υπέρ της ατμόσφαιρας. Ο Dan Laustsen κινηματογραφεί το Gévaudan σαν αφιλόξενο τόπο, πνιγμένο στην ομίχλη, τη βροχή και τις σκιές, ενώ στους εσωτερικούς χώρους κυριαρχούν η υπερβολή, η πολυτέλεια και η επίδειξη πλούτου. Η αντίθεση είναι άμεση και λειτουργεί από μόνη της: στο κέντρο υπάρχει επιτήδευση και έλεγχος, στην περιφέρεια ωμή βία. Ακόμη και η αργή κίνηση χρησιμοποιείται με μέτρο, όχι για εντυπωσιασμό αλλά για να δώσει χρόνο στο βλέμμα να παρακολουθήσει τη δράση και τη χορογραφία χωρίς να χάνεται.
Παρά την πυκνότητά της, η “Αδελφότητα των Λύκων” παραμένει διασκεδαστική γιατί δεν προσποιείται ποτέ ότι είναι μετρημένη. Ξέρει ότι είναι υπερβολική και δεν φοβάται να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Συνδυάζει τέρατα, συνωμοσίες, ερωτισμό, δράση και ιστορικό σχόλιο χωρίς να ζητά από τον θεατή να διαλέξει τι έχει μεγαλύτερη σημασία. Η διάρκειά της είναι καομματάκι μεγάλη, όμως η φιλοδοξία της είναι δεμένη με την έκτασή της. Η πραγματική απόλαυση βρίσκεται στο να τη βλέπεις να φέρνει σε επαφή ασύμβατα στοιχεία και, κόντρα σε κάθε πρόβλεψη, να τα κρατά όρθια μέχρι τέλους.
Αυτό της το «mindset» αποτυπώθηκε και εμπορικά. Με προϋπολογισμό περίπου 29 εκατομμυρίων δολαρίων, η ταινία ξεπέρασε τα 70 εκατομμύρια σε έσοδα και εξελίχθηκε σε μία από τις πιο επιτυχημένες γαλλόφωνες κυκλοφορίες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Universal κατέβαλε περίπου 2 εκατομμύρια δολάρια για τα δικαιώματα διανομής της στην αμερικανική αγορά, ενώ η πορεία της σε βίντεο και DVD τής εξασφάλισε μια μακρά, σταθερή μετά-κινηματογραφική ζωή. Η αποκατεστημένη 4K Director’s Cut εκδοχή, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ των Καννών το 2022, ήρθε να επιβεβαιώσει ότι η “Αδελφότητα των Λύκων” δεν ήταν μία επιτυχία της εποχής της, αλλά ένα ως έργο με διαρκή πολιτιστική παρουσία.
Η ίδια η ιστορία της παραγωγής προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο ενδιαφέροντος. Οι περισσότεροι βασικοί χαρακτήρες της ταινίας, με εξαίρεση τον Mani, είναι εμπνευσμένοι από υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα της εποχής του Λουδοβίκου XV, ενισχύοντας το παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία. Το πλοίο με το οποίο ταξιδεύει ο Fronsac ονομάζεται “Frère loup” (Αδελφός λύκος), μια μικρή αλλά χαρακτηριστική λεπτομέρεια που συνοψίζει τη διάθεση της ταινίας για συμβολισμούς πολλαπλών επιπέδων. Στις σκηνές κυνηγιού χρησιμοποιήθηκαν συγκεκριμένες γαλλικές φυλές σκύλων, όπως τα Bleu de Gascogne και ένα Briard, επιλογές που κρατούν τις σκηνές κυνηγιού κοντά στην πραγματικότητα της εποχής. Ο Vincent Cassel αρχικά είχε αρνηθεί τον ρόλο του Jean-François, επιστρέφοντας μόνο όταν ο χαρακτήρας ξαναδουλεύτηκε ώστε να αναδειχθεί πιο έντονα η ψυχολογική του διαταραχή. Παράλληλα, η ταινία σηματοδοτεί το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Gaspard Ulliel, μια σύντομη εμφάνιση που σήμερα έχει τη δική της σημασία.
Τελικά, το μεγάλο ατού του “Brotherhood of the Wolf” είναι ότι αντιμετωπίζει την ψυχαγωγία ως κάτι απολύτως κατασκευασμένο. Κάθε στοιχείο, από τις ιστορικές αναφορές και τη χορογραφία των μαχών μέχρι τον σχεδιασμό του πλάσματος και την πολιτική θρίλερ υποπλοκή, δουλεύει με έναν και μόνο στόχο: να κρατά το βλέμμα του θεατή πάνω στην οθόνη. Είναι μια ταινία που ζητά προσοχή και, σε αντάλλαγμα, προσφέρει ένα ανήσυχο, φιλόδοξο και αδιαπραγμάτευτα υβριδικό θέαμα, που βλέπεται σήμερα με την ίδια ευκολία όπως και στις αρχές της χιλιετίας.
