Με μία ματιά...
Οι Σουηδοί γκρέμισαν τον underground θρόνο τους το 2002, παραδίδοντας ένα βιομηχανικό μανιφέστο που μεταμόρφωσε οριστικά το DNA του σύγχρονου σκληρού ήχου.
- Διέλυσε τα παραδοσιακά στεγανά της σκηνής του Γκέτεμποργκ, πυροδοτώντας τη μετέπειτα έκρηξη του metalcore.
- Μια απόλυτα συνειδητή καλλιτεχνική αυτοκτονία που τελικά εξασφάλισε στο σχήμα την αιώνια μουσική αθανασία.
- Ο Anders Friden πήρε το ρίσκο των καθαρών ερμηνειών, εκτοξεύοντας την εμπορική τους εμβέλεια.
Μιλάμε για μια εποχή που το σουηδικό death metal είχε αρχίσει να αναμασά τα ίδια και τα ίδια. Οι In Flames αποφάσισαν να πατήσουν το reboot με το “Reroute To Remain“, έναν δίσκο που δίχασε όσο λίγοι στην ιστορία του ιδιώματος. Μέχρι το 2002, η μπάντα από το Γκέτεμποργκ είχε χτίσει τον μύθο της με αλλεπάλληλες κυκλοφορίες που όρισαν το μελωδικό death metal. Η στασιμότητα όμως δεν ταίριαζε στο όραμά τους και η ανάγκη για εξέλιξη ήταν πλέον προφανής.
Ακόμα και σήμερα, με αφορμή τις κατά καιρούς επετειακές αναφορές, η συζήτηση γύρω από αυτή την κυκλοφορία παραμένει εξαιρετικά ζωντανή. Ήταν η στιγμή που αποφάσισαν να αφήσουν πίσω τη σιγουριά της underground σκηνής για κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Όλα έδειχναν ότι το γκρουπ έψαχνε μια διέξοδο από τη μουσική ρουτίνα και η αλλαγή στο στούντιο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον μετασχηματισμό τους. Άφησαν το γνώριμο Studio Fredman και μεταφέρθηκαν στο Dug Out, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο που προσέγγιζαν την παραγωγή. Η απόφαση αυτή έφερε στο προσκήνιο έναν ήχο πιο άμεσο και σίγουρα πιο προσιτό σε ένα ευρύτερο κοινό. Η εισαγωγή ηλεκτρονικών στοιχείων και καθαρών φωνητικών ξένισε τους πολλούς οπαδούς, αλλά άνοιξε την πόρτα για την αμερικανική αγορά. Το συγκρότημα πάντρεψε την ευρωπαϊκή μελωδία με το groove που κυριαρχούσε τότε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Τι οδήγησε τους In Flames στη μεγάλη αλλαγή;
Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα στοιχεία της κυκλοφορίας ήταν αδιαμφισβήτητα η προσέγγιση στα φωνητικά. Ο Anders Friden άφησε στην άκρη τις αποκλειστικά ακραίες ερμηνείες και πειραματίστηκε με μελωδικές γραμμές που κανείς δεν περίμενε να ακούσει. Τα ρεφρέν έγιναν τεράστια, σχεδόν φτιαγμένα για να τραγουδιούνται σε μεγάλα φεστιβάλ και αρένες.
Αυτή η στροφή δεν έγινε χωρίς δυσκολίες, καθώς η προσαρμογή σε αυτό το νέο στυλ απαιτούσε χρόνο και πειραματισμό μέσα στο ίδιο το στούντιο. Κομμάτια όπως το “System” έδειξαν πώς τα καθαρά φωνητικά μπορούσαν να συνυπάρξουν αρμονικά με τα βαριά riff, δημιουργώντας μια δυναμική που έλειπε. Η μπάντα ρίσκαρε την ταυτότητά της, ωστόσο το αποτέλεσμα τους δικαίωσε σε βάθος χρόνου.
Μπαίνοντας πιο βαθιά στη δομή του άλμπουμ, η χρήση των πλήκτρων και του programming είναι αδύνατο να αγνοηθεί. Ο δίσκος δεν στηρίζεται πλέον αποκλειστικά στις δισολίες στις κιθάρες, ένα στοιχείο που μέχρι τότε αποτελούσε το ιερό δισκοπότηρο της μπάντας. Το συνθεσάιζερ βγήκε μπροστά, δίνοντας μια πιο εναλλακτική και βιομηχανική χροιά σε αρκετές συνθέσεις.
Η επιτυχία του “Cloud Connected” βασίστηκε ακριβώς σε αυτό το ασυνήθιστο, σχεδόν χορευτικό ρυθμικό μοτίβο που πάντρεψε το metal με την ηλεκτρονική μουσική. Ήταν ένα συνειδητό άλμα στο κενό που απέδειξε ότι οι Σουηδοί δεν φοβόντουσαν να εξερευνήσουν αχαρτογράφητα νερά, ακόμα και αν αυτό σήμαινε ότι θα έχαναν ένα μέρος από τον πυρήνα του κοινού τους.
Reroute To Remain: Ποια ήταν η αντίδραση των οπαδών;
Βέβαια η αντίδραση της σκηνής δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Οι κατηγορίες για εμπορικοποίηση έδιναν και έπαιρναν στα περιοδικά και στα πρώιμα διαδικτυακά φόρουμ της εποχής. Πολλοί παλιοί οπαδοί ένιωσαν προδομένοι από την απλοποίηση των δομών και την έντονη alternative αισθητική που διέκρινε τη νέα κατεύθυνση.
Παρόλα αυτά η συγκεκριμένη επιλογή τους έβαλε στα μεγαλύτερα αμερικανικά φεστιβάλ, όπως το Ozzfest, διευρύνοντας εντυπωσιακά τη βάση των ακροατών τους. Αντί να παραμείνουν στάσιμοι σε μια κλειστή ευρωπαϊκή σκηνή, επέλεξαν να διεκδικήσουν μια θέση δίπλα στα μεγαθήρια του σύγχρονου σκληρού ήχου. Ο δίσκος πούλησε πολύ, ακούστηκε παντού και εδραίωσε το όνομά τους στην άλλη πλευρά του πλανήτη.
Διαβάζοντας κανείς την ιστορία, μπορεί εύκολα να νομίζει ότι το γκρουπ ξέχασε εντελώς τις ρίζες του. Αυτό αποτελεί έναν τεράστιο μύθο που καταρρίπτεται με μια προσεκτική ακρόαση του υλικού. Το groove και η επιθετικότητα βρίσκονται ακόμα εκεί, απλά φιλτραρισμένα μέσα από ένα πρίσμα πιο μοντέρνας παραγωγής.
Τα κιθαριστικά θέματα παραμένουν ογκώδη, ενώ σε αρκετές στιγμές οι ταχύτητες θυμίζουν το ένδοξο παρελθόν τους στα μέσα των 90s. Αν απομονώσεις τραγούδια όπως το “Drifter“, θα συνειδητοποιήσεις ότι το riffing παραμένει αμιγώς death metal, απλώς έχει ενδυθεί έναν πιο φρέσκο ρυθμικό μανδύα. Δεν άφησαν πίσω τη σκληράδα τους, απλώς βρήκαν έναν εντελώς διαφορετικό, πιο αμερικανοποιημένο, αν θέλετε, τρόπο να την παρουσιάσουν.
Πώς επηρέασαν τη νέα σκηνή;
Εξετάζοντάς το σήμερα, καταλαβαίνουμε πόσο επιδραστικό υπήρξε αυτό το βήμα. Ολόκληρη η γενιά του metalcore που άνθισε στα μέσα των ‘00s χρωστάει την ύπαρξή της σε αυτήν ακριβώς τη μίξη μελωδίας, καθαρών ρεφρέν και επιθετικών κουπλέ. Μπάντες που κατέκτησαν τον κόσμο τα επόμενα χρόνια, πήραν σημειώσεις από τον τρόπο που οι Σουηδοί δομήσανε τα τραγούδια τους.
Η εισαγωγή του “Trigger” αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μοντέρνας αισθητικής που αντιγράφηκε αμέτρητες φορές από τις νεότερες γενιές αμερικανικών συγκροτημάτων. Ουσιαστικά, το “Reroute to Remain” λειτούργησε ως γέφυρα ανάμεσα στο ευρωπαϊκό underground και το mainstream metal, δείχνοντας τον δρόμο για το πώς μπορείς να είσαι εμπορικός χωρίς να χάνεις τον παλμό σου.
Ταυτόχρονα είναι εντυπωσιακή η ποικιλομορφία που συναντάμε. Δεν έγραψαν απλώς 14 πανομοιότυπα κομμάτια για να γεμίσουν τον χρόνο, αλλά προσπάθησαν να δώσουν στο καθένα τη δική του ξεχωριστή ταυτότητα. Υπάρχουν ακουστικές στιγμές, ατμοσφαιρικά περάσματα και πειραματισμοί που έβγαλαν τη μπάντα έξω από το comfort zone της.
Όπως καταγράφηκε στα επίσημα βιογραφικά αρχεία, η ιδέα ήταν να δημιουργήσουν ένα έργο γεμάτο αντιθέσεις, «μια συνειδητή παραφροσύνη» όπως υποδήλωνε και ο υπότιτλος του άλμπουμ. Το “Metaphor” αποτελεί την πρώτη ουσιαστική μπαλάντα τους, αποδεικνύοντας ότι δεν δίσταζαν να εκτεθούν δοκιμάζοντας φόρμες εντελώς ξένες προς τη μέχρι τότε πορεία τους. Ήταν μια δήλωση καλλιτεχνικής ελευθερίας που δεν χωρούσε σε καλούπια.
Είναι τελικά το “Reroute to Remain” μία ιστορική κυκλοφορία;
Σήμερα η συζήτηση γύρω από αυτό το έργο έχει ωριμάσει και ο θυμός των πρώτων ετών έχει δώσει τη θέση του στην αναγνώριση. Ο δίσκος στέκεται εξαιρετικά καλά στον χρόνο, καθώς η παραγωγή του ακούγεται το ίδιο ογκώδης και μοντέρνα ακόμα και μετά από τόσες δεκαετίες. Είναι ξεκάθαρο ότι το σχήμα βρισκόταν σε έναν καλλιτεχνικό οργασμό, προσπαθώντας να διαλύσει την ίδια του την κληρονομιά για να χτίσει κάτι καινούργιο από τις στάχτες της.
Αν καταφέρεις να προσπεράσεις τις προσδοκίες και τις ταμπέλες των μουσικών ειδών, θα βρεις ένα άλμπουμ γεμάτο τρομερές ιδέες και αβίαστο θράσος. Αυτή η δημιουργική τρέλα είναι που κρατάει τη σημασία του ζωντανή μέχρι και σήμερα.
Φτάνοντας στο τέλος αυτής της αναδρομής, το συμπέρασμα που βγαίνει, κατ’ εμέ, είναι ένα. Δεν έχει σημασία αν αγαπάς την πρώτη εποχή του συγκροτήματος ή αν προτιμάς την πιο ραδιοφωνική τους πλευρά, η αξία αυτής της μετάβασης είναι ιστορικά αδιαμφισβήτητη. Έγραψαν τους δικούς τους κανόνες, αγνόησαν επιδεικτικά την κριτική και χάραξαν μια νέα πορεία που τους κράτησε στην κορυφή του σκληρού ήχου. Το συγκεκριμένο άλμπουμ ήταν το απαραίτητο ηλεκτροσόκ που χρειάζονταν για να επιβιώσουν στο μεταβαλλόμενο μουσικό τοπίο της νέας χιλιετίας. Εκεί που άλλες μπάντες έσβησαν προσπαθώντας να αναπαράγουν διαρκώς τον ίδιο δίσκο, εκείνοι τόλμησαν να αλλάξουν, κερδίζοντας τελικά το στοίχημα της διαχρονικότητας.

