Tα τέλη της δεκαετίας του ‘80 αποτελούν τη χρυσή εποχή του αμερικανικού death metal και, αναλογικά, ό,τι ακριβώς ήταν το Bay Area για το thrash, ήταν και η Florida για το death. Εν μέσω, λοιπόν, του γενικότερου αναβρασμού, το 1991 οι Malevolent Creation μπήκαν στη σκηνή με πολιορκητικό κριό το “The Ten Commandments”.
Συνδυάζοντας την ανεξέλεγκτη ενέργεια του thrash με τη βιαιότητα του death metal, οι Malevolent κλείστηκαν στο στούντιο με αποκλειστικό σκοπό να ισοπεδώσουν οποιονδήποτε μουσικό περιορισμό. Κάθε ριφ ακουγόταν σαν ξεκάθαρη δήλωση ότι ανήκουν δικαιωματικά στην underground κλίκα μιας σκηνής που άρχιζε να παίρνει τεράστιες διαστάσεις.
Aν και αρχικά η μπάντα ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη, οι Malevolent Creation κατάλαβαν γρήγορα πως χρειάζονταν το κατάλληλο έδαφος για να επιβιώσουν. Έτσι, μεταφέρθηκαν στο Fort Lauderdale της Florida, δίπλα σε ιερά τέρατα όπως οι Death και οι Morbid Angel. Τα τοπικά club ίδρωναν σε κάθε live και οι μουσικοί της περιοχής επηρέαζαν εμφανώς ο ένας τον άλλον, δημιουργώντας ένα μαζικό κύμα.

Οι πρώτες τους κασέτες κυκλοφόρησαν χέρι με χέρι, χτίζοντας έναν σκληρό πυρήνα οπαδών στο δίκτυο ανταλλαγής. Η γεωγραφική κάθοδος στον αμερικανικό νότο τούς έβαλε στο ραντάρ ανθρώπων της βιομηχανίας που έψαχναν εναγωνίως την επόμενη στάση στον βαρύ ήχο. Έτσι υπέγραψαν γρήγορα το συμβόλαιο με την Roadrunner Records.
Το χάος πίσω από τις ηχογραφήσεις
Πίσω από κλειστές πόρτες, τα τεντωμένα νεύρα και οι εντάσεις επηρέασαν τη σύσταση της μπάντας. Τελικά, το άλμπουμ φέρει τις υπογραφές του Bret Hoffmann στο μικρόφωνο, των Phil Fasciana και Jeff Juszkiewicz στις κιθάρες, του Mark Simpson στα τύμπανα και του Jason Blachowicz στο μπάσο. Ο κιθαρίστας Jon Rubin, αρχικά συνέθεσε αρκετά ρυθμικά μέρη και σόλο, λίγο πριν απομακρυνθεί επεισοδιακά, με τον Juszkiewicz να παίρνει τη ηνία και να ηχογραφεί ξανά τα ίδια ακριβώς μέρη.
Το χαοτικό κλίμα και οι συνεχείς ανακατατάξεις μετουσιώθηκαν σε μια ατόφια ηχητική βία που διαπερνά όλο τον δίσκο. Παρόλα αυτά, κόντρα στις εσωτερικές τριβές, παραδόξως, το υλικό απέκτησε μια τρομακτική ομοιογένεια. Στην καρέκλα του παραγωγού κάθισε ο Scott Burns, ο άνθρωπος που πρακτικά οριοθέτησε τον ήχο της δεκαετίας. Η οπτική του στο συγκεκριμένο project εστίασε στην επίτευξη μιας ισορροπίας ανάμεσα στην καθαρότητα των έγχoρδων και τον ολοκληρωτικό θόρυβο.
Ο ίδιος εξασφάλισε ότι τα καταιγιστικά ριφ και τα δυνατά τύμπανα θα έχουν αρκετό χώρο για να αναπνεύσουν. Το μπάσο έδωσε έναν μόνιμο όγκο στις χαμηλές συχνότητες, γεμίζοντας τα κενά ανάμεσα στα τύμπανα του Simpson. Ο μελετημένος συνδυασμός της παραμόρφωσης με τη ρυθμική ακρίβεια έφτιαξαν ένα ηχητικό τσιμέντο που βοήθησε τους Malevolent Creation να εδραιωθούν αμέσως.
Η αρχιτεκτονική του δίσκου και ο αείμνηστος Hoffman
Αν δει κανείς τον δίσκο πιο σφαιρικά, καταλαβαίνει άμεσως πώς το γκρουπ φίλτραρε τον θυμό του. Η μουσική πατάει πάνω σε ακατάπαυστες αλλαγές ταχυτήτων και σόλο που εξυπηρετούν τον ρυθμό, αφήνοντας στην άκρη τις φλύαρες τεχνικές επιδείξεις. Οι συνθέσεις πετάνε τον ακροατή σε μανιώδη blast beats και τον επαναφέρουν σε βαριά ρυθμικά σημεία που προκαλούν αυθόρμητο headbanging.
Κομμάτια όπως το “Multiple Stab Wounds” επιβεβαιώνουν την ικανότητά τους να γράφουν ρεφρέν που σου κολλάνε στο μυαλό μέσα σε ένα κατά τ’άλλα χαοτικό περιβάλλον. Η συνεχής μετάβαση από την εξάρση στα αργόσυρτα περάσματα κρατάει τον ακροατή εγκλωβισμένο στην κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του δίσκου.
Βασικός πυλώνας της δυναμικής του “The Ten Commandments” στάθηκε φυσικά η ερμηνεία του Bret Hoffmann (RIP). Η προσέγγισή του άφησε στην άκρη τα υπερβολικά βαθιά γρυλίσματα που κυριαρχούσαν τότε, φέρνοντας στο προσκήνιο το τσαμπουκαλεμένο στυλ του thrash. Η γεμάτη γρέζι άρθρωσή του επέτρεπε στους στίχους να ακούγονται πεντακάθαρα, πολλαπλασιάζοντας το βάρος των στίχων.
Ο Hoffmann έβγαζε έναν πηγαίο θυμό που κούμπωνε τέλεια με την ανελέητη ταχύτητα των υπολοίπων οργάνων. Η στακάτη φωνή του έδωσε ανθρώπινη υπόσταση στον όλεθρο, αφήνοντας τεράστιο αποτύπωμα στην ιστορία του ακραίου ήχου. Ακόμα και στις πιο απαιτητικές στιγμές, κρατούσε τον πλήρη έλεγχο.
Ο ρεαλισμός της παρακμής στο "The Ten Commandments"
Θεματικά βλέπουμε ένα πλέγμα γύρω από τη βία, τη θνητότητα και την κοινωνική σήψη. Η εναρκτήρια αφήγηση στο “Memorial Arrangements” βυθίζει τον ακροατή κατευθείαν στο κλειστοφοβικό σκηνικό μιας πρόωρης ταφής. Το πέρασμα στο κλασικό “Premature Burial” σφραγίζει αυτή την αγωνία του εγκλεισμού με τον πιο ηχηρό τρόπο.
Παράλληλα, οι Malevolent έθιξαν και πρωτοποριακά ζητήματα, μιλώντας ωμά για τις ασθένειες και τα ναρκωτικά στο “Injected Sufferage”. Η στιχουργική κατεύθυνση δίνει τρομακτικό ρεαλισμό στα τραγούδια, περιγράφοντας την πτώση ενός κόσμου που καταρρέει μπροστά στα μάτια μας. Το “Thou Shall Kill!” κλέβει αυτόματα τις εντυπώσεις με τα μανιασμένα ριφ και ένα ρεφρέν που σου σφηνώνεται στο μυαλό ακόμα και μετά από χρόνια. Προχωρώντας σε κομμάτια όπως τα “Sacrificial Annihilation” και “Impaled Existence” οι κιθάρες στήνουν ένα εφιαλτικό σκηνικό γεμάτο δυσαρμονικές μελωδίες.
Αντίστοιχα, το ομώνυμο “Malevolent Creation” ρίχνει την αυλαία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, προσφέροντας μια πεντάλεπτη σε διάρκεια σύνθεση με έξυπνες αλλαγές ρυθμού. Το μεγαλύτερο κατόρθωμα του δίσκου είναι πώς καταφέρνει να δέσει όλη αυτή την αυτονομία σε ένα ασταμάτητο ενίαιο πολυβόλο.
Στο παρόν, η ορμή του συγκεκρίμενου δίσκου μένει αλώβητη μπροστά στη φθορά του χρόνου. Η αφοσίωση της μπάντας γέννησε ένα συμπαγές αποτέλεσμα χωρίς καμία διάθεση για άσκοπη πολυπλοκότητα. Οι Malevolent Creation πήραν την ταχύτητα και τον τσαμπουκά, δημιουργώντας έναν δίσκο που εξακολουθεί να ακούγεται φρέσκος μέχρι και σήμερα, επειδή φτιάχτηκε με πρωταρχικό σκοπό την άμεση και βίαιη εκτόνωση. Το “The Ten Commandments” συνοψίζει ιδανικά την άνθιση της αμερικανικής σκηνής, αποτελώντας απαραίτητο στιγμιότυπο στις ρίζες του αγνού death metal.

