Παράξενο και μοναδικό φαινόμενο ο Nick Cave. Αν κάνουμε μία έρευνα στους fans του, οι μισοί θα ακούν εντελώς αντίθετα πράγματα από τους άλλους μισούς. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και με τον έτερο τεράστιο, τον Bowie. Ξέρετε, πάντα τους είχα στο μυαλό μου ως εκπροσώπους του ίδιου μουσικού είδους. Ναι, καταλαβαίνω τι σκέφτεστε και έχετε δίκιο εδώ που τα λέμε, αλλά αφήστε με πρώτα να αναπτύξω λίγο τον συλλογισμό μου. Τόσο ο Αυστραλός όσο και ο Βρετανός «πηδούν» από το ένα μουσικό είδος στο άλλο με μοναδική άνεση και συχνότητα και δεν μπορώ να σκεφτώ άλλους που να το κάνουν τόσο εμφατικά κτήμα τους.
Όμως εδώ βρεθήκαμε να μιλήσουμε για τον Αυστραλό τροβαδούρο Nick Cave και την ένατη δουλειά με τους Bad Seeds, το “Murder Ballads”. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την κυκλοφορία του και παραμένει, νομίζω, το αγαπημένο μου album του. Φυσικά, αν με ρωτήσει κάποιος σε έναν μήνα, μπορεί να ονομάσω κάποιο άλλο ως αγαπημένο, αυτό όμως είναι μία άλλη ιστορία. Δεν υπάρχει κάτι να πω που δεν ξέρετε ήδη, οπότε θα στηρίξω την άποψή μου για το γιατί είναι το ένα album που θα έπαιρνα μαζί μου αν ναυαγούσα σε κάποιο τροπικό ερημονήσι.
Ο πλουραλισμός που το διακρίνει ξεκινά από τη μουσική του τοποθέτηση, απλώνεται σε εικόνες, γαντζώνεται σε συναισθήματα και καταλήγει σε βαθιές, διφορούμενες σκέψεις. Ξέρω ότι ακούγεται τετριμμένο, όμως το “Murder Ballads” αποτελεί τον ορισμό του album που, αναλόγως τη διάθεσή σου και τις παραστάσεις σου, σου αφήνει και διαφορετική σκέψη. Φέρτε στο νου σας το “Where Wild Roses Grow”: έχετε μόλις γνωρίσει τον έρωτα της ζωής σας και θα το βάλετε να παίξει γιατί «From the first day I saw her I knew she was the one». Ακόμα όμως κι αν βρίσκεστε στην αντίθετη πλευρά, εκείνη του τέλους, και πάλι «And I kissed her goodbye, said, ‘All beauty must die’, and leaned down and planted a rose between her teeth».

Αλλά και η PJ Harvey δεν είναι μαγική; Δηλαδή μόνο εγώ, όταν ακούω το “Henry Lee“, σκέφτομαι ένα θλιμμένο, γεμάτο μουντά χρώματα, ηλιοβασίλεμα; Ξέρετε, έχω έναν ανιψιό που είναι μετά βίας έξι χρονών και το τραγούδι που του βάζω για να χορεύει είναι το “The Curse of Millhaven“. Ενθουσιάζεται, κάτι που αποδίδω τόσο στην εντελώς θεατρική ερμηνεία του Nick όσο και στο ότι ο Νικόλας δεν ξέρει ακόμα Αγγλικά.
Ναι, οι στίχοι του έχουν τραγικό χαρακτήρα, άλλωστε το “Murder Ballads” είναι αυτό ακριβώς που λέει, τραγούδια που διηγούνται κάποιο έγκλημα και τις συνέπειές του. Το μόνο εύκολο θα ήταν να γεμίσει ο δίσκος μελαγχολικές και «γκρίζες» συνθέσεις, όμως το σκοτάδι – αυτό που συνοδεύει τον Nick Cave σε όλη του την καριέρα – μπορεί να αποδοθεί με ποικίλους τρόπους, και σε αυτό ο Αυστραλός είναι ο καλύτερος. Αλήθεια, δεν ακούγεται σαν συμπαντική φάρσα το επίθετό του; Πραγματικά, όλα τα τραγούδια μοιάζουν σαν να είναι βγαλμένα από μία σπηλιά, η οποία όμως σφύζει από φυσικό πλούτο.
Το “Murder Ballads” ήταν ο δίσκος που έφερε τον Nick Cave μπροστά σε ακροατές που ίσως δεν θα τον αναζητούσαν ποτέ μόνοι τους. Κάποιοι έμειναν εκεί, κάποιοι προχώρησαν πιο βαθιά, κάποιοι απλώς κράτησαν μερικά τραγούδια ως αναμνήσεις. Όπως και να ’χει, εκείνη τη στιγμή το σκοτάδι βρήκε τρόπο να ακουστεί μαζικά, χωρίς να χάσει τον χαρακτήρα του. Και αυτό από μόνο του λέει περισσότερα για τη δύναμη του δίσκου απ’ όσα θα μπορούσε οποιαδήποτε κείμενο.
