Πώς καταφέρνει ένας μουσικοκριτικός και ένας φοιτητής αρχιτεκτονικής να ξεγελάσουν ολόκληρη την παγκόσμια μουσική βιομηχανία; Την απάντηση έδωσαν οι Pet Shop Boys τον Μάρτιο του 1986, όταν τοποθέτησαν στα ράφια των δισκοπωλείων το ντεμπούτο άλμπουμ τους με τον τίτλο “Please“. Η είσοδός τους στη δισκογραφία είχε σχεδιαστεί με την ακρίβεια μιας καλοκουρδισμένης στρατιωτικής επιχείρησης. Άλλωστε, εκείνη την περίοδο τα περισσότερα βρετανικά συγκροτήματα ακολουθούσαν τον παραδοσιακό δρόμο των ατελείωτων ζωντανών εμφανίσεων σε μικρά, σκοτεινά κλαμπ, περιμένοντας να τραβήξουν την προσοχή κάποιου κυνηγού ταλέντων.
Αντιθέτως, οι Neil Tennant και Chris Lowe επέλεξαν ένα εντελώς διαφορετικό μονοπάτι. Η δική τους πορεία ήταν στρωμένη με άκρως υπολογισμένες στρατηγικές αποφάσεις, επαγγελματικά ταξίδια που λειτουργούσαν ως βιτρίνες και μια τεράστια δόση ειρωνείας. Έτσι, ο δίσκος τους λειτούργησε ως το ιδανικό όχημα για να μεταφέρουν την ωμή, ηλεκτρονική ενέργεια των underground κλαμπ της Νέας Υόρκης κατευθείαν στα σαλόνια των βρετανικών προαστίων.
Κυνηγώντας τον ήχο ανάμεσα σε ράφια με καλώδια
Η αφετηρία αυτής της διαδρομής εντοπίζεται τον Αύγουστο του 1981 σε ένα κατάστημα ηλεκτρονικών ειδών στην οδό King’s Road του Λονδίνου. Εκεί, ο Tennant, ο οποίος εργαζόταν τότε ως συντάκτης στο εξαιρετικά επιδραστικό περιοδικό Smash Hits, έψαχνε ένα συγκεκριμένο καλώδιο για το συνθεσάιζερ του. Την ίδια ακριβώς στιγμή, στον ίδιο διάδρομο βρισκόταν και ο Lowe, που μόλις είχε εγκαταλείψει τις σπουδές του στην αρχιτεκτονική.
Πιάνοντας τυχαία κουβέντα, οι δυο τους διαπίστωσαν γρήγορα την απόλυτη ταύτιση των μουσικών τους γούστων, καθώς μοιράζονταν ένα τεράστιο πάθος για τη χορευτική μουσική, τους πειραματισμούς με τα ηλεκτρονικά όργανα και την κουλτούρα της ντίσκο. Μέσα από αυτές τις κοινές αναζητήσεις, η επικοινωνία τους μετατράπηκε άμεσα σε δημιουργική συνεργασία.

Αρχικά επέλεξαν να ονομάσουν το σχήμα τους West End, αντλώντας έμπνευση από τον τρόπο ζωής τους στο κέντρο της βρετανικής πρωτεύουσας. Σύντομα όμως αποφάσισαν να προχωρήσουν σε μια πιο ριζοσπαστική αλλαγή και μετονομάστηκαν σε Pet Shop Boys. Η έμπνευση προήλθε από κάποιους φίλους τους που εργάζονταν σε ένα τοπικό κατάστημα με κατοικίδια, ένα όνομα που τους φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον επειδή η δομή του θύμιζε έντονα την ονοματολογία των αμερικανικών hip-hop συγκροτημάτων που άρχιζαν να κατακτούν τον κόσμο.
Χρησιμοποιώντας τη δημοσιογραφία ως δούρειο ίππο
Καθ’ όλη τη διάρκεια των πρώτων μουσικών τους πειραματισμών, ο Tennant διατηρούσε κανονικά τη θέση του στο Smash Hits. Αυτή ακριβώς η δουλειά του προσέφερε άμεση πρόσβαση στη βιομηχανία, πολύτιμες γνωριμίες με καλλιτέχνες και κυρίως τη δυνατότητα να ταξιδεύει. Έτσι, τον Αύγουστο του 1983, όταν το περιοδικό του ανέθεσε να ταξιδέψει στη Νέα Υόρκη για να πάρει μια αποκλειστική συνέντευξη από τον Sting, εκείνος βρήκε την τέλεια ευκαιρία.
Παρόλο που ο δημοσιογράφος δεν έτρεφε καμία ιδιαίτερη εκτίμηση για τον Βρετανό αστέρα της ροκ, εκμεταλλεύτηκε το επαγγελματικό ταξίδι αποκλειστικά για να εντοπίσει και να προσεγγίσει τον Bobby Orlando, έναν θρυλικό παραγωγό της Hi-NRG χορευτικής μουσικής που αποτελούσε το μεγάλο είδωλο των δύο φίλων. Μάλιστα, ο Tennant κατάφερε να κανονίσει ένα γεύμα με τον Αμερικανό παραγωγό, το οποίο περιελάμβανε cheeseburger και κέικ καρότου.
Επιστρατεύοντας τις επικοινωνιακές του ικανότητες και μοιράζοντας άφθονη κολακεία, τον έπεισε τελικά να ακούσει τα demo τους. Ο Orlando γοητεύτηκε από το υλικό και ανέλαβε αμέσως την παραγωγή, με τον καρπό αυτής της απρόσμενης συνεργασίας να περιλαμβάνει την πρώτη εκδοχή του κομματιού “West End Girls“. Αν και η κυκλοφορία του το 1984 έκανε μια σχετική αίσθηση στα κλαμπ της Ευρώπης και άγγιξε τις χαμηλές θέσεις των αμερικανικών charts, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη στην πατρίδα τους.
Αγοράζοντας την ελευθερία με βαρύ τίμημα
Σύντομα η σχέση με τον Bobby Orlando μετατράπηκε σε ένα ασφυκτικό συμβατικό αδιέξοδο. Για να κάνουν το επόμενο βήμα, οι Pet Shop Boys χρειάζονταν επειγόντως την υποστήριξη μιας μεγάλης δισκογραφικής εταιρείας. Για τον λόγο αυτό, τον Μάρτιο του 1985 έδωσαν τα χέρια με την Parlophone, μια θυγατρική της κραταιάς EMI. Βέβαια, η νέα τους στέγη χρειάστηκε να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για να εξαγοράσει το συμβόλαιο από τον Orlando, δεσμευόμενη παράλληλα να του καταβάλλει ποσοστά από τα πνευματικά δικαιώματα για πολλές δεκαετίες.
Αμέσως μετά, τα στελέχη της δισκογραφικής εταιρείας απαίτησαν από το ντουέτο να συνεργαστεί με την ομάδα παραγωγών Stock Aitken Waterman, το απόλυτο συνδικάτο κατασκευής εμπορικών επιτυχιών της εποχής. Οι Tennant και Lowe αρνήθηκαν κατηγορηματικά να ακολουθήσουν την εύκολη λύση και επέμειναν μέχρι τέλους να δουλέψουν με τον Stephen Hague, έναν παραγωγό με θητεία στον post-punk ήχο και εξαιρετικές συστάσεις από τη δουλειά του με τον Malcolm McLaren.
Τελικά η εταιρεία υποχώρησε, δίνοντάς τους μια δοκιμαστική ευκαιρία να ηχογραφήσουν το “West End Girls”. Ο Hague πήρε το κομμάτι, κατέβασε δραστικά τον ρυθμό, πρόσθεσε ατμοσφαιρικούς ήχους από τους δρόμους της πόλης και του έδωσε μια σκοτεινή, κινηματογραφική υφή. Αυτό το αποτέλεσμα δικαίωσε το συγκρότημα και ξεκλείδωσε το budget για την ηχογράφηση ενός ολοκληρωμένου δίσκου.
Σκηνοθετώντας τις ιστορίες της αστικής ζούγκλας
Με το πράσινο φως να έχει δοθεί, οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν στα Advision Studios του Λονδίνου και διήρκεσαν συνολικά δέκα εβδομάδες, από τον Νοέμβριο του 1985 έως τον Ιανουάριο του 1986. Παράλληλα, ο προϋπολογισμός άγγιξε τις 40.000 λίρες, ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για πρωτοεμφανιζόμενους.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η τελική επιλογή και η σειρά των τραγουδιών δημιούργησαν μια συνεκτική αφηγηματική γραμμή, όπου ο ακροατής βιώνει την εμπειρία ενός ανθρώπου που δραπετεύει από το σπίτι του, φτάνει στα φώτα της μητρόπολης, παθιάζεται με το κυνήγι του χρήματος, ερωτεύεται, μετακομίζει στα προάστια, βυθίζεται στην κουλτούρα των νυχτερινών κλαμπ, έρχεται αντιμέτωπος με την αστική βία και τελικά αναζητά την ασφάλεια της συγκατοίκησης.
Για να το πετύχει αυτό, ο Tennant άντλησε στιχουργική έμπνευση από τη σκληρή πραγματικότητα του Λονδίνου, υιοθετώντας διαρκώς διαφορετικές περσόνες στα κείμενά του. Για παράδειγμα, το εκρηκτικό “Opportunities” γράφτηκε ως ένα σατιρικό σχόλιο για την πολιτική της Margaret Thatcher και την εμμονή της κοινωνίας με τον γρήγορο πλουτισμό. Ταυτόχρονα, οι ηχογραφήσεις γέμισαν από καινοτόμους πειραματισμούς, αφού σε κομμάτια όπως το εναρκτήριο “Two Divided by Zero“, η μπάντα ενσωμάτωσε τη ρομποτική φωνή μιας ομιλούσας αριθμομηχανής, την οποία ο Tennant είχε φέρει από τη Νέα Υόρκη ως χριστουγεννιάτικο δώρο στον πατέρα του.
Σε άλλα σημεία του άλμπουμ, ο Lowe άφησε για λίγο τα συνθεσάιζερ για να παίξει τρομπόνι, ξεδιπλώνοντας τις γνώσεις που είχε αποκομίσει παίζοντας παλαιότερα σε μια τοπική χορευτική μπάντα.
Ειρωνευόμενοι το σύστημα από τα μέσα
Πέρα από τη μουσική, οι αποφάσεις τους γύρω από το μάρκετινγκ αποδείχθηκαν εξίσου ριζοσπαστικές. Ειδικότερα, η επιλογή του τίτλου “Please” προέκυψε από μια ξεκάθαρη διάθεση να τρολάρουν τη βιομηχανία, καθώς διασκέδαζαν αφάνταστα με την ιδέα πως χιλιάδες καταναλωτές θα έμπαιναν στα δισκοπωλεία και θα αναγκάζονταν να ρωτήσουν τους υπαλλήλους με απόλυτη ευγένεια: «Μπορώ να έχω το άλμπουμ των Pet Shop Boys, παρακαλώ;».
Αυτή η τακτική του μονολεκτικού τίτλου λειτούργησε άψογα και καθιερώθηκε γρήγορα ως ο απόλυτος κανόνας για όλες τις επόμενες κυκλοφορίες τους. Αντίστοιχη ήταν η προσέγγισή τους και στο εικαστικό κομμάτι, αφού όταν ο μάνατζερ Tom Watkins τους παρουσίασε ένα φορτωμένο σχέδιο εξωφύλλου με περίπλοκα πλέγματα, το οποίο απέρριψαν συνοπτικά. Στη θέση του προτίμησαν τον σχεδιαστή Mark Farrow και τον φωτογράφο Eric Watson, οι οποίοι παρέδωσαν ένα μνημείο μινιμαλισμού που παρουσιάζει απλώς τους δύο μουσικούς στο κέντρο ενός κατάλευκου φόντου, να ποζάρουν με μικρές πετσέτες ριγμένες στους ώμους τους.
Απαντώντας στις νεκρολογίες με πλατινένιους δίσκους
Όταν τελικά έφτασε η μέρα της κυκλοφορίας στις 24 Μαρτίου 1986, ο δίσκος προκάλεσε κυριολεκτικά σεισμό. Το άλμπουμ σκαρφάλωσε γρήγορα στο νούμερο τρία των βρετανικών charts, ξεπερνώντας κάθε προσδοκία. Λίγο αργότερα, η πραγματική έκπληξη ήρθε από την αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου έφτασε στην έβδομη θέση του Billboard 200 και πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, εξασφαλίζοντας πλατινένια πιστοποίηση.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η επανακυκλοφορία του “West End Girls” σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά της, κατακτώντας την απόλυτη κορυφή σε Αμερική και Αγγλία. Για την ακρίβεια, ο Tennant, με τη γνωστή του φλεγματική διάθεση, περιέγραψε αργότερα την κατάκτηση του αμερικανικού νούμερο ένα λέγοντας πως η αίσθηση ήταν «σαν να πίνεις ένα φλιτζάνι τσάι».
Πάντως, η μεγαλύτερη δικαίωση ήρθε από τους πρώην συναδέλφους του, μιας και όταν είχε παραιτηθεί από το Smash Hits για να αφοσιωθεί στη μουσική, οι συντάκτες του περιοδικού είχαν δημοσιεύσει μια χλευαστική, ψεύτικη νεκρολογία, προδικάζοντας την απόλυτη καταστροφή του σχήματος. Λίγους μήνες μετά, το ίδιο ακριβώς περιοδικό παρακαλούσε για μια συνέντευξη με το πιο περιζήτητο ντουέτο του πλανήτη.
Γράφοντας τους δικούς τους κανόνες
Στα χρόνια που ακολούθησαν, ενώ πολλά συγκροτήματα της δεκαετίας εξαφανίστηκαν μετά την πρώτη τους μεγάλη επιτυχία, οι Pet Shop Boys έχτισαν μια τεράστια αυτοκρατορία. Παρόλο που η πορεία τους στην Αμερική παρουσίασε μια απότομη κάμψη, η απόφασή τους να κυκλοφορήσουν το τρίτο τους άλμπουμ, το “Introspective“, με τεράστια σε διάρκεια κομμάτια και ξεκάθαρη ομοερωτική αισθητική στα βιντεοκλίπ, αποδείχθηκε καθοριστική, έστω κι αν αποξένωσε το συντηρητικό κοινό και μπέρδεψε τις δισκογραφικές εταιρείες των ΗΠΑ.
Ωστόσο, η αμερικανική απόρριψη δεν ανέκοψε στο ελάχιστο την παγκόσμια κυριαρχία τους, καθώς η επιρροή τους γιγαντώθηκε στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο. Το ειδικό τους βάρος ήταν τόσο μεγάλο που τους επέτρεψε να λανσάρουν το τηλεοπτικό δίκτυο MTV στη Ρωσία, ενώ τα μεγαλύτερα ιερά τέρατα της μουσικής υποκλίθηκαν στο ταλέντο τους, όπως ο David Bowie που τους ζήτησε προσωπικά να αναλάβουν ένα remix σε τραγούδι του.
Αναμφίβολα, το “Please” αποτέλεσε την απόλυτη δήλωση δύο outsiders που κατέκτησαν τη μουσική βιομηχανία επιβάλλοντας απόλυτα τους δικούς τους όρους. Ενώνοντας ιδανικά τα βαθιά, συχνά σκοτεινά νοήματα με τους χορευτικούς ρυθμούς, ανέβασαν τον πήχη για το τι μπορεί να προσφέρει η ηλεκτρονική ποπ. Έτσι, χρησιμοποίησαν την κοφτερή τους ειρωνεία, τα συνθεσάιζερ και την αισθητική τους υπεροχή για να αλλάξουν οριστικά το παιχνίδι, αναγκάζοντας το μουσικό κατεστημένο να υποκλιθεί στο όραμά τους και να τους ανοίξει διάπλατα την πόρτα της επιτυχίας.
