Οι Unmother αποτελούν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις στον σύγχρονο black metal ήχο, καθώς συνδυάζουν την ακραία μουσική με την αστική δυστοπία. Ο νέος τους δίσκος με τίτλο “State Dependent Memory” αποτυπώνει την απομόνωση και την κοινωνική πίεση που βιώνει ο άνθρωπος στις μεγαλουπόλεις του σήμερα. Η μπάντα διατηρεί μια ξεκάθαρη αντιφασιστική στάση και επιλέγει να μιλήσει ανοιχτά για ταξικούς αγώνες, τη μετανάστευση στο Λονδίνο και τη συλλογική μνήμη.
Καταρχάς, χαιρόμαστε πολύ που σας έχουμε μαζί μας. Με δεδομένο το ποικίλο μουσικό σας υπόβαθρο, πώς προέκυψε η ανάγκη να σχηματίσετε τους Unmother και να στραφείτε στο black metal; Ποιος ήταν ο καταλύτης για να επιλέξετε αυτόν τον ακραίο ήχο και πώς οι προηγούμενες μουσικές σας εμπειρίες επηρεάζουν τη δημιουργική σας διαδικασία σήμερα;
Unmother: Σας ευχαριστούμε για την πρόσκληση!
Το black metal ήταν πάντα ένα από τα βασικά μας ακούσματα. Οι Unmother δημιουργήθηκαν ακριβώς με αυτόν τον σκοπό: να εκφράσουμε κάποιες από τις βασικές μας επιρροές και τη μουσική που αγαπάμε!
Για παράδειγμα, κάποια από τα ριφ που ακούγονται στον πρώτο δίσκο είναι περίπου 20 ετών και προέρχονται από σκόρπιες απόπειρες και παλιότερα projects, μέσα από τα οποία προσπαθούσαμε να βγάλουμε προς τα έξω αυτήν την επιρροή. Με το πέρασμα των χρόνων, φυσικά, οι επιρροές αλλάζουν και τα ακούσματα εμπλουτίζονται. Παράλληλα, η μουσική εμπειρία και η τριβή με άλλα είδη σε βοηθούν να γίνεις καλύτερος μουσικός και τελικά να μπορέσεις να αποδώσεις πιο αποτελεσματικά αυτό που θέλεις να εκφράσεις.
Παραδοσιακά, το black metal είναι ριζωμένο στη φύση και τον μυστικισμό, όμως εσείς προσεγγίζετε την αστική αποξένωση και τη σύγχρονη δυστοπία. Πώς επηρεάζει το κλειστοφοβικό περιβάλλον της πόλης τη μουσική σας και νιώθετε ότι η αστική παρακμή κρύβει μια πιο σκοτεινή πραγματικότητα από τα παραδοσιακά μοτίβα του είδους;
Στη σημερινή πραγματικότητα δεν χρειάζεται κανείς να χρησιμοποιήσει πλαστά σενάρια και μυθικούς δαίμονες για να εκφράσει μέσα από τη μουσική συναισθήματα τρόμου, απόγνωσης και θυμού. Η συνειδητοποίηση του πόσο αληθινά τρομακτική είναι η πραγματικότητα που βιώνουμε είναι αυτό που μας έδωσε την ώθηση να περιγράψουμε με τη μουσική μας τα βιώματα της σημερινής δυστοπίας μέσα από το πρίσμα της ζωής σε μια μεγαλούπολη.
Διατηρείτε μια ξεκάθαρη αντιφασιστική στάση η οποία θεωρώ πως σας τιμά. Δεδομένου ότι η ευρύτερη black metal σκηνή συχνά κρύβεται πίσω από την «απολιτίκ» ταμπέλα ή ανέχεται ακροδεξιές ιδεολογίες, πόσο κρίσιμο είναι για τους Unmother να παίρνουν ανοιχτά θέση; Πιστεύετε ότι η ακραία μουσική φέρει από τη φύση της πολιτικό και κοινωνικό βάρος;
Η δήλωση μιας ξεκάθαρης πολιτικής θέσης, γενικότερα ως μέλη της κοινωνίας, αλλά και ειδικά ως μουσικοί, έχοντας μια πλατφόρμα όσο μικρή ή μεγάλη κι αν είναι αυτή, είναι εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα για εμάς. Ειδικά στον χώρο του black metal, ενός είδους με αρκετά αμφιλεγόμενη ιστορία, κοινό και μουσικούς, ακόμη και σήμερα, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να διαχωρίζεις τη θέση σου όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται.

Μην ξεχνάμε επίσης πως το να δηλώνεις «απολιτίκ» είναι κι αυτό μια πολιτική στάση αδράνειας, με την οποία ουσιαστικά ορίζεις τον εαυτό σου ως παθητικό συνεργό οποιασδήποτε καταπιεστικής ιδεολογίας, κάτι που είναι εξίσου καταστροφικό.
Ας πάμε λίγο πίσως, και στο ντεμπούτο σας, “Lay Down the Sun”. Πώς έχει εξελιχθεί από τότε η ηχητική σας ταυτότητα; Τι μαθήματα αποκομίσατε από εκείνη τη διαδικασία και πώς μετατοπίστηκε το όραμά σας φτάνοντας στο σήμερα;
Το “Lay Down the Sun” ήταν βαθύτατα επηρεασμένο από το δεύτερο κύμα του black metal και ειδικότερα από τη νορβηγική σκηνή των 90s. Η διαφοροποίηση από αυτές τις επιρροές ήρθε κυρίως μέσα από τη συνολική ατμόσφαιρα του δίσκου, την ταυτότητα που διαμορφώθηκε μέσω της επιλογής των ήχων και των πολύ πειραματικών φωνητικών της Venla, και λιγότερο μέσα από τις ίδιες τις ενορχηστρώσεις.
Ο δίσκος ακολουθούσε μια πιο παραδοσιακή δομή, ενώ η διαδικασία του “State Dependent Memory” ήταν περισσότερο βασισμένη στο feeling που θέλαμε να αποδώσουμε. Οι ενορχηστρώσεις είναι πιο πολύπλοκες και σε ορισμένα σημεία αγγίζουν πιο psych ή πειραματικές κατευθύνσεις, ενώ η προσέγγιση ήταν λιγότερο αυστηρή ως προς το τι τείνει να θεωρείται black metal και τι όχι.
Ο πρώτος δίσκος ήταν μια τρομερή εμπειρία, αλλά όσο μεγαλώνουμε και εξελισσόμαστε, γινόμαστε πιο ικανοί ως μουσικοί και πιο πολυεπίπεδοι ως ακροατές. Παρόλο που υπήρχε μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ των δύο δίσκων, παραμείναμε ενεργοί ως μουσικοί, παίζοντας στους Dothe (blackened post) στο Λονδίνο και δουλεύοντας παράλληλα σε άλλα προσωπικά projects με τα οποία κυκλοφορούμε μουσική, κάτι που σίγουρα συμβάλλει στην εξέλιξή μας.
Περνώντας στη νέα κυκλοφορία, το εικαστικό του “State Dependent Memory” παρουσιάζει μια εφιαλτική, τσιμεντένια μητρόπολη. Πόσο συνδέεται αυτή η εικόνα με τις εμπειρίες σας ως μετανάστες στο Λονδίνο; Αυτή η αίσθηση εγκλωβισμού στον αστικό λαβύρινθο αντανακλά τους κοινωνικοοικονομικούς αγώνες της εργατικής τάξης ή είναι περισσότερο μια προβολή της δικής σας ψυχολογικής κατάστασης;
Αθήνα ή Λονδίνο, οι μεγάλες πόλεις έχουν αρκετά κοινά μεταξύ τους. Μπορούν να λειτουργούν ταυτόχρονα ως ένας αστικός λαβύρινθος με όλες τις δυσκολίες και την πίεση που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, καθώς και ως ένας χώρος λύτρωσης μέσα από τη μίξη διαφορετικών κουλτουρών και την ανωνυμία που προσφέρουν.
Η ταύτιση με τις εμπειρίες της εργατικής τάξης σε μια μεγαλούπολη γίνεται ίσως πιο έντονη και ορατή. Θα έλεγα ότι στον δίσκο συνυπάρχουν και τα δύο στοιχεία, δηλαδή αυτή η κοινωνική διάσταση και μια πιο προσωπική, ψυχολογική εμπειρία της πόλης.
Ο τίτλος “State Dependent Memory” αναφέρεται στο ψυχολογικό φαινόμενο όπου μια ανάμνηση ανακτάται μόνο όταν το άτομο βρίσκεται στην ίδια ακριβώς κατάσταση συνείδησης με εκείνη που είχε όταν αυτή σχηματίστηκε. Ζώντας χρόνια μακριά από την πατρίδα, νιώθετε ότι η μνήμη μετατρέπεται από κάτι στατικό σε εργαλείο επιβίωσης και ταυτόχρονα σε πηγή δυσφορίας; Πώς καταφέρατε να το μεταφράσετε αυτό ηχητικά, με τα κομμάτια να μοιάζουν περισσότερο με αποσπασματικές αναλαμπές παρά με γραμμική αφήγηση;
Η μνήμη είναι έτσι κι αλλίως μια απίστευτα περίπλοκη λειτουργία, πόσο μάλλον όταν καλείται να διαχειριστεί ένα τέτοιου μεγέθους γεγονός όπως η μετανάστευση. Συνήθως διατηρούμε μια στατική νοητή εικόνα της ζωής που αφήσαμε πίσω μας, και οι αναμνήσεις και οι προσδοκίες μας ευθυγραμμίζονται με αυτήν, ενώ φυσικά τα πράγματα μπορεί να είναι πολύ διαφορετικά όταν επισκεφτούμε ξανά τη χώρα καταγωγής μας.
Επιπλέον, οι παλιές αναμνήσεις μπορούν να αναδιαμορφωθούν από νέες εμπειρίες και από τη νέα μας εκδοχή της κανονικότητας στη νέα χώρα. Είναι σχεδόν σαν μια ανάμνηση να έχει εκτοπιστεί και τώρα να έχει χωριστεί στα δύο, κάτι που μπορεί πράγματι να είναι ένα συγκεχυμένο και αρκετά δυσάρεστο συναίσθημα.
Όπως είναι σωστός ο ορισμός που έδωσες, το ίδιο ισχύει και για την παρατήρησή σου σχετικά με την ατμόσφαιρα και τη δομή του album: συνθετικά και στιχουργικά στοχεύσαμε σε συναισθηματικές καταστάσεις που εναλλάσσονται συνεχώς και κάποιες φορές απότομα, συνοδευόμενες από ασαφείς έννοιες, που όμως αποτελούν όλες μέρη ενός συνόλου, όσο αχνοί και ακατανόητοι κι αν φαίνονται οι σύνδεσμοι μεταξύ τους. Οπότε, ο τίτλος του δίσκου μάλλον είναι ταυτόχρονα και μια καλή περιγραφή του.
Στα “My Armor” και “Bear Hug”, τα ηλεκτρονικά στοιχεία λειτουργούν ως πηγές θορύβου και παρεμβολών. Τι εκφράζει αυτή η σκόπιμη δυσαρμονία και πώς οι industrial υφές λειτουργούν ως μεταφορά για την ψυχική αγωνία της σύγχρονης ζωής;
Αυτή ακριβώς ήταν η κατεύθυνση που είχαμε στο μυαλό μας και χαιρόμαστε που το αντιλήφθηκες με τον ίδιο τρόπο. Θέλουμε να κάνουμε μόνο μια μικρή διόρθωση. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ήχους προέρχονται από επεξεργασμένες κιθάρες και όχι από synths. Στα δύο κομμάτια που αναφέρεις, synths υπάρχουν μόνο στην εισαγωγή του “My Armor”.
Η ιδέα ήταν οι ήχοι να λειτουργούν περισσότερο ως πηγή παρεμβολής και έντασης και λιγότερο ως ένα χαλαρωτικό υπόβαθρο. Στο “Bear Hug”, για παράδειγμα, η συνεχής εναλλαγή ρυθμού προσπαθεί να αποδώσει αυτήν ακριβώς την αίσθηση αστάθειας και εσωτερικής έντασης. Πιστεύουμε ότι το black metal, ως μουσικό είδος, έχει την ικανότητα να μεταφέρει αποτελεσματικά τέτοια συναισθήματα. Η αίσθηση αποδιοργάνωσης, πίεσης και συνεχούς κίνησης αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τη σύγχρονη καθημερινότητα.
Η διασκευή στο “Attiki Victoria” των Odos 55 φέρει έναν έντονο συμβολισμό. Πώς συνδέετε την αστική παρακμή της Αθήνας με τη ζωή σας στην Αγγλία και πόσο δύσκολη είναι η μεταμόρφωση αυτής της σκληρής πραγματικότητας σε τέχνη;
Η ζωή στην Αθήνα διαφέρει σημαντικά από εκείνη στο Λονδίνο, όμως υπάρχουν κοινοί αγώνες στη σύγχρονη πραγματικότητα που μας επηρεάζουν όλους. Η ταξική πίεση αποτελεί κοινό παρονομαστή και στις δύο χώρες. Ακόμα κι αν η καθημερινότητα στην Αγγλία φαίνεται να προσφέρει μια μεγαλύτερη σταθερότητα για κάποιους, αυτή η συνθήκη παραμένει εύθραυστη και προσωρινή μέσα σε μια καπιταλιστική κοινωνία.
Η επιβίωση στον καπιταλισμό είναι ένας διαρκής αγώνας, ενώ η απομόνωση και η έλλειψη κοινότητας δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Γι’ αυτό η τέχνη είναι ένα σημαντικό μέσο που μας ενώνει και συνδέει την κοινή μας εμπειρία την ώρα που αγωνιζόμαστε να την αλλάξουμε. Η μουσική μάς παρηγορεί με έναν σχεδόν τελετουργικό τρόπο, εκφράζοντας φωναχτά τα κοινά μας συναισθήματα και τις εμπειρίες μας. Για εμάς αποτελεί μια μορφή επικοινωνίας που απευθύνεται σε όσους βιώνουν τις δυσκολίες της σύγχρονης δυστοπίας.
Ο δίσκος κλείνει με το “Magda” και η σύνδεση με τη Μάγδα Φύσσα, νομίζω, είναι προφανής. Γιατί επιλέξατε να της αφιερώσετε ένα κομμάτι και μάλιστα ορχηστρικό, αφήνοντας τη μουσική να μιλήσει εκεί που οι λέξεις στερεύουν;
Ναι, η σύνδεση είναι σωστή. Στο κομμάτι ενσωματώσαμε ηχητικά αποσπάσματα από συνέντευξη της Μάγδας Φύσσα έξω από τα δικαστήρια και αποσπάσματα από ειδήσεις εκείνης της εποχής. Σκεφτόμασταν εδώ και χρόνια να αφιερώσουμε ένα κομμάτι στη Μάγδα Φύσσα, η οποία με επιμονή και αξιοπρέπεια στάθηκε απέναντι σε όλους.
Το κάναμε με απόλυτο σεβασμό και αποτελεί έναν φόρο τιμής στο πρόσωπό της. Για εμάς η δολοφονία του Παύλου Φύσσα ήταν σημείο καμπής. Συνέβη στο αποκορύφωμα της κανονικοποίησης της Χρυσής Αυγής στην κοινωνία, λίγο πριν φύγουμε για το εξωτερικό. Είναι δύσκολο να περιγράψουμε με στίχους όσα νιώσαμε τότε, παρόλο που άλλοι μουσικοί το έχουν καταφέρει ήδη.
(ΕΘΣ: «Η υψωμένη σας γροθιά θα μας αγγίζει πάντα, είστε μια μάνα πρότυπο για εμάς, κυρία Μάγδα»).
Σας ευχαριστώ πολύ για την κουβέντα μας. Ο επίλογος σάς ανήκει για να κλείσετε τη συνέντευξη με όποιο μήνυμα ή σκέψη επιθυμείτε.
Ευχαριστούμε και εμείς πολύ για τη συνέντευξη και ευχαριστούμε όλους όσοι έχουν ακούσει τον δίσκο μας μέχρι τώρα. Η ανταπόκριση που λαμβάνουμε είναι πραγματικά συγκινητική.
Αυτή την περίοδο δουλεύουμε πάνω στον επόμενο δίσκο, ένα αρκετά μεγάλο μέρος του οποίου έχει ήδη γραφτεί. Προετοιμαζόμαστε πυρετωδώς για τη ζωντανή παρουσίαση του δίσκου μας στις 30 Μαρτίου στην Αθήνα, η οποία είναι και η πρώτη μας ζωντανή εμφάνιση, οπότε ο ενθουσιασμός είναι μεγάλος. Ευχαριστούμε την 10 out of 10 Productions για τη στήριξη και την οργάνωση της συναυλίας. Θα χαρούμε να σας δούμε εκεί.

