Η σκηνή του Τορίνο έχει μια μακρά παράδοση στον σκοτεινό ήχο και οι Ponte Del Diavolo φαίνεται να παίρνουν τη σκυτάλη με έναν τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια για αμφισβητήσεις. Το όνομά τους παραπέμπει σε έναν θρύλο για μια γέφυρα που χτίστηκε μέσα σε μια νύχτα από τον ίδιο τον διάβολο. Αυτή η αίσθηση του απόκοσμου και του μυστηριώδους διαπερνά ολόκληρο το δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο “De Venom Natura”. Μετά το επιτυχημένο ντεμπούτο τους, η μπάντα επιστρέφει με μια κυκλοφορία που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον ακραίο ήχο και το post-punk, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που προκαλεί συζητήσεις.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα τεχνικά χαρακτηριστικά των Ponte Del Diavolo είναι η σύνθεση της μπάντας. Η επιλογή να χρησιμοποιούν δύο μπασίστες, τον Abro και τον Krato, αντί για τη συνηθισμένη διάταξη με δύο κιθάρες, δίνει στη μουσική τους έναν όγκο που σπάνια συναντάμε. Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί έναν ήχο γεμάτο από σκοτεινούς κραδασμούς και μια αίσθηση βάρους που θυμίζει έντονα το doom metal. Οι μπασίστες συνεργάζονται στενά με τον Segale Cornuta στα τύμπανα, προσφέροντας έναν ρυθμό που άλλοτε καλπάζει και άλλοτε σέρνεται με απειλητικές διαθέσεις.
Η παραγωγή του Danilo Bartocchio βοηθάει πολύ σε αυτό το κομμάτι. Καταφέρνει να διατηρήσει την καθαρότητα των οργάνων παρά τον μεγάλο όγκο χαμηλών συχνοτήτων. Έτσι, το αποτέλεσμα δεν είναι μια μπουκωμένη μάζα ήχου, αλλά ένα σύνολο που ακούγεται στιβαρό και αυθεντικό. Η μπάντα δείχνει να προτιμά έναν ήχο που μοιάζει ζωντανός, αποφεύγοντας τις πολλές στρώσεις ψηφιακής επεξεργασίας που συναντάμε συχνά στις μέρες μας.

Στην κορυφή αυτής της ηχητικής πυραμίδας βρίσκεται η τραγουδίστρια Erba del Diavolo. Η παρουσία της είναι καθοριστική για την ταυτότητα του συγκροτήματος. Διαθέτει μια φωνή που κινείται με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά στυλ, από άγρια ξεσπάσματα μέχρι σχεδόν ψιθυριστές απαγγελίες. Αυτή η εναλλαγή προσδίδει έναν θεατρικό χαρακτήρα στα κομμάτια και ενισχύει την κινηματογραφική ατμόσφαιρα του δίσκου.
Η Erba del Diavolo επιλέγει να τραγουδά τόσο στα αγγλικά όσο και στη μητρική της γλώσσα, τα ιταλικά. Η χρήση των ιταλικών προσφέρει μια ιδιαίτερη μουσικότητα στον δίσκο και βοηθά στην ανάδειξη των συναισθημάτων που θέλει να περάσει η μπάντα. Οι στίχοι της μιλούν για τη φύση ως κάτι θανατηφόρο, μια προσέγγιση που ταιριάζει απόλυτα με το γενικότερο κλίμα του “De Venom Natura”. Η ερμηνεία της είναι γεμάτη αυτοπεποίθηση και δείχνει μια καλλιτέχνιδα που ξέρει ακριβώς πώς να χρησιμοποιήσει τη φωνή της ως όργανο για να υπηρετήσει τη σύνθεση.
Το “De Venom Natura” είναι ένας δίσκος που δεν φοβάται να πειραματιστεί. Η μπάντα ενσωματώνει στοιχεία που δεν περιμένει κανείς σε μια metal κυκλοφορία. Η χρήση του theremin, του τρομπονιού και του μπάσου κλαρινέτου προσθέτουν νέα επίπεδα στο τελικό αποτέλεσμα. Αυτά τα όργανα εμφανίζονται σε σημεία που σε ξαφνιάζουν και κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο.
Στο άλμπουμ συμμετέχουν επίσης αρκετοί καλεσμένοι από την ιταλική metal σκηνή. Ο Gionata Potenti προσφέρει φωνητικά και κιθάρα, προσθέτοντας μια διαφορετική διάσταση σε ορισμένα κομμάτια. Αυτές οι συνεργασίες δείχνουν μια μπάντα που είναι ανοιχτή σε νέες ιδέες και δεν θέλει να εγκλωβιστεί σε ένα μόνο είδος μουσικής. Η μετάβαση από το γρήγορο black metal σε πιο αργές, πειραματικές στιγμές γίνεται με έναν τρόπο που δείχνει καλή χημεία ανάμεσα στα μέλη των Ponte Del Diavolo.
Παρά τις πολλές αρετές του, το “De Venom Natura” έχει και ορισμένα σημεία που μπορεί να ξενίσουν. Υπάρχουν στιγμές που η μπάντα επιλέγει να εμμείνει σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα για πολλή ώρα. Αυτή η επιλογή μπορεί να δημιουργήσει μια υπνωτική ατμόσφαιρα, αλλά σε κάποιους ίσως φανεί κουραστική. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το κομμάτι “Delta-9 (161)”, το οποίο αποτελεί το κεντρικό και μεγαλύτερο μέρος του δίσκου. Εκεί οι Ponte Del Diavolo βυθίζονται σε έναν αργόσυρτο ρυθμό με απαγγελίες που θυμίζουν τελετουργία. Ενώ για πολλούς αυτό είναι το σημείο που ο δίσκος αποκτά το μεγαλύτερο βάθος του, άλλοι ίσως θεωρήσουν ότι η διάρκεια είναι υπερβολική και ότι η ένταση χάνεται. Βέβαια, εγώ το θεωρώ ως την κορυφαία στιγμή του δίσκου.
Ο όρος «blackened post-punk» είναι ένας καλός τρόπος για να περιγράψει κανείς τι συμβαίνει εδώ, όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η μπάντα πατάει ταυτόχρονα στο goth rock, στο doom και στο avant-garde, δημιουργώντας ένα μείγμα που απαιτεί χρόνο και πολλαπλές ακροάσεις για να γίνει πλήρως κατανοητό.
Ο δίσκος ολοκληρώνεται με μια διασκευή στο “In the Flat Field” των Bauhaus. Αυτή η επιλογή είναι πολύ έξυπνη και δείχνει τις ρίζες των Ponte Del Diavolo. Καταφέρνουν να δώσουν έναν πιο σκληρό και επιθετικό χαρακτήρα στο κλασικό αυτό κομμάτι, χωρίς όμως να χάσουν την αρχική του ενέργεια. Είναι ένα ιδανικό κλείσιμο που συνδέει το παρόν της μπάντας με τις επιρροές που τους διαμόρφωσαν.
Συνολικά, το “De Venom Natura” είναι μια τολμηρή κυκλοφορία. Οι Ponte Del Diavolo δείχνουν ότι έχουν βρει τη δική τους φωνή και δεν φοβούνται να ρισκάρουν. Η μουσική τους έχει μια ιδιαίτερη ενέργεια που φαίνεται ότι θα λειτουργεί εξαιρετικά και σε ζωντανές εμφανίσεις. Ο δίσκος έχει τις στιγμές του που μπορεί να ξενίσουν, όμως η συνολική ποιότητα της σύνθεσης και της εκτέλεσης είναι σε πάρα πολύ υψηλό επίπεδο. Είναι μια δουλειά που απευθύνεται σε όσους αναζητούν κάτι διαφορετικό και δεν φοβούνται να εξερευνήσουν τις πιο σκοτεινές γωνιές του σύγχρονου ήχου.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: Ponte Del Diavolo
Album: De Venom Natura
Release Date: 13/02/2026
Label: Season of Mist
Genre: Black metal, Post Punk
1. Every Tongue Has Its Thorns
2. Lunga vita alla necrosi
3. Spirit, Blood, Poison, Ferment!
4. Il veleno della natura
5. Delta-9 (161)
6. Silence Walk with Me
7. In the Flat Field
Producer: Danilo Battocchio
Ponte del Diavolo: Erba del Diavolo (Φωνή), Nerium (Κιθάρα), Khrura Abro (Μπάσο), Kratom (Μπάσο), Segale Cornuta (Τύμπανα)
Ponte Del Diavolo: De Venom Natura
Το “De Venom Natura” αποτελεί μια θαρραλέα ηχητική κατάθεση που επαναπροσδιορίζει τα όρια του ακραίου πειραματισμού. Η μπάντα καταθέτει έναν δίσκο με έντονη προσωπικότητα, επενδύοντας στην ατμόσφαιρα και τη θεατρικότητα. Παρά τις απαιτητικές του δομές, η ποιότητα της εκτέλεσης δικαιώνει κάθε ρίσκο. Είναι μια εμπειρία που ανταμείβει όσους αναζητούν την ουσία στην ομορφιά του σκοταδιού.

