To “Scanners”, σε σκηνοθεσία του David Cronenberg, έκανε πρεμιέρα το 1981, σε μια εποχή που η επιστημονική φαντασία άρχιζε να στρέφει το βλέμμα της στους κινδύνους του ανθρώπινου νου και λιγότερο σε αυτούς της τεχνολογικής προόδου. Η τηλεπάθεια, η τηλεκίνηση και άλλα τέτοια παρεμφερή concepts ήταν ήδη γνώριμες έννοιες στην ποπ κουλτούρα. Παρ’ όλα αυτά, ο Cronenberg τις προσεγγίζει σαν κάτι προβληματικό και επώδυνο, και όχι σαν απλά εντυπωσιακές υπερδυνάμεις. Από την αρχή κιόλας, το “Scanners” δείχνει ξεκάθαρα ότι τέτοιες ικανότητες φέρνουν περισσότερα προβλήματα παρά λύσεις. Δημιουργούν αστάθεια, προκαλούν πόνο και, τελικά, γίνονται εύκολος στόχος για οργανισμούς που ξέρουν πώς να εκμεταλλεύονται τον φόβο και τον κίνδυνο προς όφελός τους.

Εκείνη την περίοδο, ο Cronenberg βρισκόταν ακόμη στην αρχή της καριέρας του στον Καναδά και είχε ήδη αρχίσει να ξεχωρίζει με ταινίες που έμπλεκαν τη βιολογία, την ψυχολογία και μια διάχυτη κοινωνική ανησυχία. Το “Scanners” έδειξε μια αλλαγή κατεύθυνσης. Ήταν η πιο «καθαρή» και οργανωμένη αφήγηση που είχε κάνει μέχρι τότε, πιο κοντά σε ένα εταιρικό θρίλερ και μακριά από το ωμό underground ύφος των προηγούμενων δουλειών του. Παρ’ όλα αυτά, διατηρεί τη γνωστή δυσπιστία του απέναντι στην εξουσία, τα φάρμακα και τις εύκολες απαντήσεις που προσφέρουν οι θεσμοί. Έτσι προκύπτει μια ταινία που φαίνεται προσιτή στην επιφάνεια, αλλά παραμένει σταθερά επιθετική απέναντι στα συστήματα που καθορίζουν την εξέλιξή της.

Η υπόθεση είναι απλή και αποτελεσματική, ένας μικρός αριθμός ανθρώπων γεννιέται ως «scanners», άτομα που μπορούν να διαβάζουν και να επιτίθενται σε άλλα μυαλά. Αυτές οι ικανότητες συνοδεύονται από σοβαρές παρενέργειες, όπως συνεχής ψυχική αναστάτωση, σωματική δυσφορία και αδυναμία να λειτουργήσουν μέσα σε ένα φυσιολογικό κοινωνικό περιβάλλον. Ωστόσο, κάποια ανακούφιση προσφέρεται μέσω ενός φαρμάκου, του Ephemerol, το οποίο περιορίζει τα συμπτώματα και ταυτόχρονα δημιουργεί εξάρτηση. Η λεπτομέρεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι δυνάμεις στο “Scanners” συνοδεύονται πάντα από κόστος. Απαιτούν φαρμακευτική αγωγή, συνεχή επίβλεψη και συμμόρφωση, τοποθετώντας έτσι τους scanners εξαρχής μέσα σε ένα πλαίσιο ελέγχου.

Η ιστορία επικεντρώνεται στον Cameron Vale, τον οποίο υποδύεται ο Stephen Lack, έναν άνθρωπο του οποίου η ζωή έχει περιοριστεί στην επιβίωση και στη συνεχή αποφυγή. Όταν μια δημόσια κατάρρευση φέρνει στο φως την κατάστασή του, τον προσεγγίζει μια ιδιωτική εταιρεία ασφάλειας και έρευνας, η οποία αντιμετωπίζει τους scanners ως περιουσιακά στοιχεία και όχι ως ασθενείς. Υπό την επίβλεψη του Dr. Paul Ruth (Patrick McGoohan), ο Vale εκπαιδεύεται για να ελέγχει και να συγκεντρώνει τις ικανότητές του και κατευθύνεται προς έναν και μοναδικό στόχο: να εντοπίσει και να εξοντώσει τον Darryl Revok (Michael Ironside), έναν αποστάτη scanner που έχει βγει δημόσια και έχει αρχίσει να οργανώνει κι άλλους σαν κι αυτόν.

Scanners και ο τρόπος που ο έλεγχος γίνεται κανονικότητα

Σε θεωρητικό επίπεδο, αυτό παραπέμπει σε μια γνώριμη δομή: πρόσληψη, εκπαίδευση, διείσδυση, εξουδετέρωση. Ο Cronenberg αξιοποιεί αυτή την οικειότητα σαν καμουφλάζ. Καθώς ο Vale κινείται μέσα από βιομηχανικούς διαδρόμους, κτίρια γραφείων και απρόσωπες αστικές τοποθεσίες, η ταινία δείχνει διακριτικά πόσο εύκολα μπλέκονται μεταξύ τους οι χώροι της ιατρικής, της εταιρικής ασφάλειας και της στρατιωτικής έρευνας. Έτσι, η γραμμή ανάμεσα στη φροντίδα και τον περιορισμό αρχίζει να θολώνει. Κάθε συζήτηση ακούγεται αυστηρά διαδικαστική και κάθε απόφαση παρουσιάζεται ως απολύτως αναγκαία.

Ο Revok δεν αντιμετωπίζεται ως ο τρελός κακός. Πιστεύει ότι οι scanners αποτελούν το επόμενο στάδιο της ανθρώπινης εξέλιξης και ότι η απόκρυψη ή η καταστολή τους ισοδυναμεί με μια μορφή βίας. Η ρητορική του θυμίζει επαναστατικό λόγο, ωστόσο ο Cronenberg φροντίζει να μην την εξιδανικεύσει. Το κίνημα του Revok αναπαράγει την ίδια αυταρχική λογική στην οποία ισχυρίζεται ότι αντιστέκεται. Η εξουσία πρέπει να είναι συγκεντρωτική και η διαφωνία να εξαφανίζεται. Έτσι, η σύγκρουση δεν τοποθετείται ανάμεσα στο καλό και το κακό, αλλά ανάμεσα σε ανταγωνιστικά συστήματα ελέγχου, πρόθυμα και τα δύο να καταστρέψουν σώματα προκειμένου να επιβεβαιώσουν το δίκιο τους.

Η Kim Obrist (Jennifer O’Neill), μια ακόμη scanner με δεσμούς με τον Revok, μπερδεύει αυτό το δίπολο. Η εμφάνισή της αλλάζει τον ρυθμό της ταινίας και μετατρέπει την ιστορία από ένα απλό ανθρωποκυνηγητό σε μία σύγκρουση πιστών και προδοτών. Εκπροσωπεί μια τρίτη εκδοχή, την οποία η ταινία αφήνει σκόπιμα ανοιχτή: την επιβίωση έξω από άκαμπτες ιεραρχίες. Αυτή η αμφισημία είναι συνειδητή επιλογή. Το “Scanners” αποφεύγει σταθερά τις εύκολες απαντήσεις, ειδικά όταν μπαίνουν στο παιχνίδι θεσμοί.

Η πιο γνωστή στιγμή της ταινίας έρχεται πολύ νωρίς και χωρίς καμία προειδοποίηση, δηλώνοντας από την αρχή τις προθέσεις της. Η διαβόητη δολοφονία σε μια δημόσια επίδειξη λειτουργεί ως καθαρή επίδειξη ισχύος. Η σκέψη γίνεται όπλο μπροστά σε μάρτυρες και το σώμα πληρώνει αμέσως το τίμημα. Το εφέ προέκυψε ύστερα από επίπονα πρακτικά πειράματα, με το συνεργείο να προσπαθεί να αποδώσει την αίσθηση της εσωτερικής πίεσης και όχι μία «απλή έκρηξη». Η τελική λύση βασίστηκε σε φυσικά υλικά, στη βαρύτητα και στην πρόσκρουση, δημιουργώντας μια εικόνα που θυμίζει περισσότερο βιομηχανικό ατύχημα παρά κινηματογραφικό τέχνασμα. Αυτός ο ρεαλισμός έφερε προβλήματα και επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο κυκλοφόρησε η ταινία σε αρκετές χώρες.

Πίσω από την κάμερα, η παραγωγή είχε την ίδια ένταση που φαίνεται και στην οθόνη. Οι συνθήκες χρηματοδότησης επέβαλαν γρήγορους ρυθμούς, κι έτσι ο David Cronenberg έγραφε και διόρθωνε σκηνές ενώ τα γυρίσματα είχαν ήδη ξεκινήσει. Αυτή η πίεση φαίνεται και στο τελικό αποτέλεσμα. Κάποιοι διάλογοι ακούγονται κοφτοί ή άβολοι, ενώ οι ερμηνείες δεν έχουν πάντα την ίδια ακρίβεια. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η τραχύτητα λειτουργεί υπέρ της ταινίας. Τίποτα δεν δείχνει προσεκτικά «στρωμένο» για να βολεύει τον θεατή. Οι φιγούρες της εξουσίας μιλούν σαν στελέχη και όχι σαν χαρισματικοί ηγέτες, ενώ η συναισθηματική ζεστασιά αντιμετωπίζεται ως αδυναμία.

Η ερμηνεία του Stephen Lack έχει εδώ και χρόνια διχάσει το κοινό, όμως μέσα στο πλαίσιο της ταινίας λειτουργεί. Ο Vale είναι χημικά κατασταλμένος, κοινωνικά απομονωμένος και υπό συνεχή παρακολούθηση. Η έλλειψη έντονης εκφραστικότητας ταιριάζει σε έναν άνθρωπο του οποίου η εσωτερική ζωή έχει μετατραπεί σε ιατρικό θέμα. Από την άλλη, ο Michael Ironside, που αρχικά είχε προσληφθεί για έναν μικρότερο ρόλο, φέρνει στην ταινία μια έντονη αστάθεια. Ο Revok του είναι εκφραστικός, απρόβλεπτος και δείχνει ξεκάθαρα να απολαμβάνει την αυτονομία του. Ο Dr. Ruth του Patrick McGoohan συμπληρώνει το τρίγωνο, προσφέροντας ήρεμες δικαιολογίες για πράξεις που απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν ανθρώπινες.

Οπτικά, το “Scanners” αποφεύγει τον φουτουρισμό. Γυρισμένη σε πραγματικές τοποθεσίες του Καναδά, η ταινία κινείται ανάμεσα σε εμπορικά κέντρα, αίθουσες διαλέξεων, αποθήκες και ιατρικές εγκαταστάσεις. Ο κόσμος που βλέπουμε μοιάζει συνηθισμένος, γιατί είναι συνηθισμένος. Ο Cronenberg δείχνει ότι δεν χρειάζεται να αλλάξει κάτι ριζικά για να υπάρξει αυτού του είδους η κακοποίηση. Αρκεί μια νέα ετικέτα και μια γραμμή στον προϋπολογισμό. Την ίδια στιγμή, η μουσική του Howard Shore στηρίζει αυτόν τον τόνο, με έμφαση στην ένταση και την επανάληψη αντί για τη μελωδία, ενώ η κινηματογραφία του Mark Irwin κρατά το κάδρο καθαρό, ακόμη και στις στιγμές έντονου σωματικού στρες.

Η ταινία πιάνει, επίσης, τις ευρύτερες ανησυχίες της εποχής της. Το υπόβαθρο του Ephemerol θυμίζει πραγματικές φαρμακευτικές αποτυχίες, περιπτώσεις όπου σκευάσματα που κυκλοφόρησαν ως ασφαλή αποδείχθηκαν αργότερα καταστροφικά. Το “Scanners” δεν το κάνει ποτέ θέμα άμεσου σχολιασμού, ωστόσο το νόημα είναι ξεκάθαρο: η πρόοδος συχνά τρέχει πιο γρήγορα από την ευθύνη. Βάζοντας την προέλευση των scanners στην προγεννητική παρέμβαση, ο David Cronenberg συνδέει τον προσωπικό πόνο με αποφάσεις θεσμών που είχαν παρθεί πολλά χρόνια νωρίτερα.

Το φινάλε αποφεύγει κάθε αίσθηση θριάμβου. Οι αποκαλύψεις περιπλέκουν τα κίνητρα αντί να τα ξεκαθαρίζουν και η τελική σύγκρουση δίνει έμφαση στις συνέπειες, όχι στη νίκη. Δεν υπάρχει η αίσθηση ότι το σύστημα έχει διορθωθεί, μόνο ότι έχει διαταραχθεί. Αυτή η επιλογή, να μη δοθεί ένα καθαρό κλείσιμο, είναι ένας από τους λόγους που το “Scanners” άντεξε στον χρόνο. Δεν καθησυχάζει. Καταγράφει.

Παρότι η ταινία οδήγησε σε συνέχειες και ενέπνευσε επανειλημμένες προσπάθειες για ριμέικ και διασκευές, ο David Cronenberg κράτησε αποστάσεις από αυτές τις επεκτάσεις. Το ενδιαφέρον του δεν ήταν να χτίσει μια κινηματογραφική σειρά. Εκείνο που τον απασχολούσε ήταν να δείξει έναν μηχανισμό: πώς τα σώματα γίνονται περιουσιακά στοιχεία, πώς η ιατρική μετατρέπεται σε μοχλό πίεσης και πόσο εύκολα η εξουσία κρύβεται πίσω από διαδικασίες.

Σήμερα, το “Scanners” δεν μένει στη μνήμη μόνο για μια εντυπωσιακή εικόνα. Είναι ένα πρώιμο δείγμα του τρόπου με τον οποίο ο Cronenberg διαμορφώνει μια κοσμοθεωρία που αργότερα θα καθορίσει ολόκληρη την καριέρα του. Η ταινία δείχνει ότι ο πραγματικός τρόμος δεν βρίσκεται στη μετάλλαξη, αλλά στη διαχείριση. Και από τη στιγμή που ένα σύστημα μαθαίνει να ελέγχει το μυαλό, η ζημιά παύει να είναι τυχαία.

Artist: Morrissey

Album: I Am Not a Dog on a Chain

Label: BMG

Release Date: 20/03/2020

Genre: Indie Rock

Movie: Scanners

Year: 1981

Duration: 103′

Genre(s): Horror, Thriller, Sci-fi

Director: David Cronenberg

Jennifer O’Neill, Stephen Lack, Patrick McGoohan, Lawrence Dane, Michael Ironside

Share.
Χρησιμοποιούμε cookies για να εξατομικεύουμε το περιεχόμενο και τις διαφημίσεις, να παρέχουμε λειτουργίες κοινωνικών μέσων και να αναλύουμε την επισκεψιμότητά μας. Μοιραζόμαστε επίσης πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του ιστότοπού μας με συνεργάτες μας στα κοινωνικά μέσα, τη διαφήμιση και την ανάλυση δεδομένων. View more
Cookies settings
Αποδοχή
Απόρριψη
Πολιτική Απορρήτου
Privacy & Cookies policy
Cookie name Active

Όροι Χρήσης

Η εταιρεία DEPART (εφεξής «Εταιρεία»), ιδιοκτήτρια του παρόντος διαδικτυακού τόπου (εφεξής «Διαδικτυακός Τόπος»), προσφέρει τις υπηρεσίες της υπό τους κάτωθι όρους χρήσης. Η Εταιρεία διατηρεί το δικαίωμα να ενημερώνει ή να τροποποιεί τους όρους χρήσης οποτεδήποτε χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Παρακαλείστε να ελέγχετε τακτικά τους όρους χρήσης για τυχόν αλλαγές. Η χρήση του Διαδικτυακού Τόπου συνιστά αποδοχή των παρακάτω όρων.

1. Χρήση του Διαδικτυακού Τόπου

Η πρόσβαση και η χρήση του Διαδικτυακού Τόπου υπόκεινται στους παρόντες όρους χρήσης. Οι χρήστες οφείλουν να διαβάσουν προσεκτικά τους όρους αυτούς. Σε περίπτωση που δεν συμφωνούν, καλούνται να μην κάνουν χρήση των υπηρεσιών ή του περιεχομένου του Διαδικτυακού Τόπου.

2. Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας

Όλο το περιεχόμενο του Διαδικτυακού Τόπου, συμπεριλαμβανομένων κειμένων, γραφικών, εικόνων και αρχείων, αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του DEPART και προστατεύεται από την ελληνική και διεθνή νομοθεσία. Η αναπαραγωγή, διανομή, τροποποίηση ή χρήση του περιεχομένου για εμπορικούς σκοπούς απαγορεύεται χωρίς την έγγραφη άδεια της Εταιρείας. Επιτρέπεται η αποθήκευση και χρήση τμημάτων του περιεχομένου αποκλειστικά για προσωπική και μη εμπορική χρήση, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρείται η ένδειξη προέλευσης από τον Διαδικτυακό Τόπο.

3. Ευθύνη Χρήστη

Οι χρήστες φέρουν την ευθύνη για οποιαδήποτε ζημία προκαλείται στον Διαδικτυακό Τόπο ή στην Εταιρεία λόγω αθέμιτης ή κακής χρήσης του περιεχομένου ή των υπηρεσιών του.

4. Περιορισμός Ευθύνης

To DEPART δεν φέρει ευθύνη για οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση ζημία προκύψει από τη χρήση του Διαδικτυακού Τόπου. Το περιεχόμενο παρέχεται «ως έχει» και χωρίς εγγύηση ως προς την ακρίβεια, την πληρότητα ή τη διαθεσιμότητά του. Η Εταιρεία δεν εγγυάται ότι οι υπηρεσίες θα παρέχονται αδιάλειπτα ή χωρίς σφάλματα.

5. Υπερσύνδεσμοι (Links)

Ο Διαδικτυακός Τόπος ενδέχεται να περιέχει συνδέσμους προς άλλους ιστότοπους. Το DEPART δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο, τις υπηρεσίες ή την πολιτική προστασίας προσωπικών δεδομένων των ιστότοπων αυτών. Ο χρήστης έχει την ευθύνη να ενημερώνεται για τους όρους χρήσης των εν λόγω ιστότοπων.

6. Cookies

Ο Διαδικτυακός Τόπος ενδέχεται να χρησιμοποιεί cookies για τη βελτίωση της εμπειρίας πλοήγησης. Ο χρήστης μπορεί να ρυθμίσει τον περιηγητή του ώστε να απορρίπτει τα cookies ή να ειδοποιείται για τη χρήση τους. Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επικοινωνήσετε στο privacy@depart.gr.

7. Εφαρμοστέο Δίκαιο και Δικαιοδοσία

Οι παρόντες όροι διέπονται από το ελληνικό δίκαιο. Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει από τη χρήση του Διαδικτυακού Τόπου, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Αθήνας.

Επικοινωνία

Για οποιαδήποτε ερώτηση ή ζήτημα που άπτεται νομικών ή ηθικών θεμάτων, μπορείτε να επικοινωνήσετε με την Εταιρεία μέσω email στο privacy@depart.gr.
Save settings
Cookies settings
Exit mobile version