Με μία ματιά...
Οκτώβριος 1991, Seattle. Οι Soundgarden βγάζουν έναν δίσκο με κουρδίσματα στο σι, ρυθμούς κατά λάθος και ένα εξώφυλλο γεμάτο μεσαία δάχτυλα. Το “Badmotorfinger” χάνεται για λίγο κάτω από το “Nevermind” και μετά αρνείται να φύγει.
- Ένας δίσκος που δεν χαρίζεται στην πρώτη ακρόαση και ανταποδίδει σε κάθε επόμενη, τριάντα πέντε χρόνια τώρα.
- Εδώ οι Soundgarden σταματούν να χαρακτηρίζονται metal και γίνονται το πιο απαιτητικό σχήμα της σκηνής του Seattle.
- Ο Ben Shepherd έφερε τη σύνθεση και την παραξενιά, ο Kim Thayil τα κουρδίσματα, ο Terry Date τον όγκο.
Στις 8 Οκτωβρίου 1991 μπήκε στα ράφια ένας δίσκος που δεν τράβηξε αμέσως τα φώτα πάνω του. Τριάντα πέντε χρόνια μετά, το “Badmotorfinger” των Soundgarden διαβάζεται ως το σημείο όπου το συγκρότημα του Seattle βρήκε επιτέλους τη φόρμα του. Η επέτειος και οι επανεκδόσεις των τελευταίων χρόνων έφεραν ξανά στη συζήτηση έναν δίσκο με αρκετές ιστορίες πίσω του.
“Badmotorfinger” κυκλοφορία: Γιατί βγήκε δύο εβδομάδες αργότερα;
Αρχικά η A&M είχε κλειδώσει την 24η Σεπτεμβρίου. Προβλήματα στην παραγωγή μετέθεσαν την ημερομηνία κατά δύο εβδομάδες, και αυτή η μικρή καθυστέρηση αποδείχθηκε καθοριστική. Η 24η Σεπτεμβρίου 1991 ήταν η μέρα που κυκλοφόρησε το “Nevermind” των Nirvana, οπότε ο δίσκος των Soundgarden έπεσε μέσα σε έναν ήδη ασφυκτικό Οκτώβρη. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχαν βγει το “Ten” των Pearl Jam και οι δύο τόμοι του “Use Your Illusion” των Guns N’ Roses.
Για ένα διάστημα, λοιπόν, το συγκρότημα λειτούργησε ως υποσημείωση σε μια πολύ μεγαλύτερη είδηση. Το κύμα όμως που τους έκρυψε ήταν το ίδιο που τους ανέβασε. Καθώς η λέξη grunge γινόταν εμπορικό εργαλείο, ένας δίσκος χωρίς ίχνος pop στοιχείων βρέθηκε να πουλάει σε κοινό που το σχήμα δεν είχε αγγίξει ποτέ. Έφτασε στο No. 39 του Billboard 200 τον Φεβρουάριο του 1992, την καλύτερη θέση τους ως τότε. Πλατινένιος τον Ιανουάριο του 1993, διπλά πλατινένιος αργότερα μέσα στη δεκαετία, με πάνω από δύο εκατομμύρια πωλήσεις στις ΗΠΑ.
Τι άλλαξε με τον Ben Shepherd;
Ο αρχικός μπασίστας Hiro Yamamoto αποχώρησε το 1989, κουρασμένος από τις περιοδείες και με διάθεση να επιστρέψει στις σπουδές του. Τη θέση πήρε για λίγο ο Jason Everman, με πρόσφατο πέρασμα από τους Nirvana, και η συνεργασία δεν κράτησε. Τον Απρίλιο του 1990 ήρθε ο Ben Shepherd, παλιός φίλος και φανατικός ακροατής του σχήματος από την εποχή που ο Chris Cornell τραγουδούσε πίσω από τα τύμπανα.

Είχε δώσει οντισιόν και νωρίτερα, χωρίς να ξέρει καλά τα κομμάτια. Τη δεύτερη φορά η κατάσταση ήταν διαφορετική, γιατί δεν έμπαινε απλώς ως εκτελεστής. Ο Shepherd έγραφε, και αυτό άλλαξε τον τρόπο που δούλευε ολόκληρη η μπάντα. Οι επιρροές του από Joy Division, Wire, Black Flag και Meat Puppets μπήκαν στο δωμάτιο μαζί του.
Ο Kim Thayil το περιέγραψε αργότερα σαν ανανέωση και σαν σπρώξιμο, λέγοντας πως «η σκοτεινή ψυχεδέλεια και η παραξενιά επέστρεψαν». Πρακτικά, η σύνθεση μοιράστηκε και στα τέσσερα μέλη για πρώτη φορά. Ο Shepherd υπογράφει μόνος του το “Face Pollution” και το “Somewhere”, ενώ συνυπογράφει το “Slaves And Bulldozers” και το “Jesus Christ Pose”.
Πώς βγήκε ο ήχος που μοιάζει ανάποδος;
Μέσα στο στούντιο, το ζητούμενο ήταν να μπει στην ταινία η ενέργεια της ζωντανής εμφάνισης και όχι μια γυαλισμένη εκδοχή της. Παραγωγός ξανά ο Terry Date, με ηχογραφήσεις μοιρασμένες σε τρία στούντιο, στο Sausalito, στο Woodinville και στο Hollywood. Στο μιξάρισμα κάλεσαν τον Ron St. Germain, επειδή τους άρεσε ο στεγνός ήχος τυμπάνων που είχε πετύχει στο “I Against I” των Bad Brains.
Το πιο γνωστό κόλπο αφορά το άνοιγμα του δίσκου. Για το κεντρικό riff του “Rusty Cage” δεν έβρισκαν τον ήχο στον ενισχυτή, οπότε κατέβασαν ένα wah pedal στην πιο χαμηλή του θέση και το χρησιμοποίησαν ως φίλτρο. Το αποτέλεσμα ακούγεται σαν η κιθάρα να παίζει ανάποδα, κάτι που έγινε έκτοτε sauce για όποιον ψάχνει περίεργους ήχους.
Tι δουλειά έχει ένα μπουζί στο σχέδιο;
Το όνομα βγήκε αυθόρμητα από τον Thayil, ως λογοπαίγνιο του “Bad Motor Scooter” των Montrose, του σχήματος όπου έπαιζε ο Sammy Hagar πριν από τους Van Halen. Του άρεσε γιατί ήταν χρωματιστό, επιθετικό και αρκετά διφορούμενο ώστε να μη σημαίνει κάτι συγκεκριμένο.
Το εξώφυλλο το σχεδίασε ο Mark Dancey, κιθαρίστας των Big Chief, και κρύβει ένα αστείο που άργησε να γίνει γνωστό. Το κυκλωνικό σχήμα με το μπουζί στο κέντρο δεν είναι διακοσμητικό. Οι δώδεκα αιχμηρές απολήξεις γύρω από τον κύκλο είναι δώδεκα χέρια που δείχνουν το μεσαίο δάχτυλο, ένα για κάθε κομμάτι του δίσκου. Το σχέδιο κατέληξε να λειτουργεί και ως λογότυπο των Soundgarden.
Jesus Christ Pose: Γιατί κόπηκε το βίντεο;
Ως πρώτο single επιλέχθηκε το “Jesus Christ Pose”, γραμμένο και από τους τέσσερεις, και η υποδοχή ήταν άμεσα προβληματική. Το MTV αρνήθηκε να παίξει το βίντεο, με βασική ένσταση την εικόνα μιας γυναίκας πάνω σε σταυρό. Στη Βρετανία η προώθηση με αφίσες ενός σκελετού καρφωμένου σε σταυρό έφερε απειλές κατά τη διάρκεια των συναυλιών.
Ο Cornell εξηγούσε ξανά και ξανά πως το κομμάτι δεν στρεφόταν κατά της πίστης, αλλά κατά δημόσιων προσώπων που υιοθετούν πόζα μάρτυρα για να χτίσουν εικόνα. Η διάκριση δεν έπεισε όσους έστελναν τις απειλές. Η απαγόρευση τελικά ενίσχυσε τη φήμη τους ως σχήματος που δεν διαπραγματεύεται, και αυτό μέτρησε περισσότερο από οποιαδήποτε τηλεοπτική προβολή.
Αντίθετα, το “Outshined” και το “Rusty Cage” πήραν κανονικά θέση στα FM και έγιναν τα κομμάτια που κράτησαν τo “Badmotorfinger” ζωντανό στο ραδιόφωνο. Το ένα single που δεν παίχτηκε ποτέ αποδείχθηκε πιο καθοριστικό για την ταυτότητά τους από τα δύο που παίχτηκαν.
Πώς δούλεψαν τον δίσκο ζωντανά;
Αμέσως μετά την κυκλοφορία, ακολούθησε μια από τις πιο σκληρές περιόδους τους. Άνοιξαν για τους Guns N’ Roses στην περιοδεία του “Use Your Illusion” και στη συνέχεια για τους Skid Row στη Βόρεια Αμερική. Μισή ώρα μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες κόσμο που δεν είχε έρθει για αυτούς δεν ήταν ευχάριστη δουλειά, όπως παραδέχτηκε αργότερα ο Cornell.
Ανάμεσα στα support slots χώρεσε μια περιοδεία στην της Ευρώπη με δικό τους κοινό και κανονική διάρκεια σετ. Το καλοκαίρι του 1992 μπήκαν στο Lollapalooza, δίπλα σε Red Hot Chili Peppers, Pearl Jam, Ministry και Ice Cube. Η εμφάνιση επιστροφής στο Paramount Theatre του Seattle μαγνητοσκοπήθηκε και κυκλοφόρησε ως “Motorvision”.
Rusty Cage: Πώς έφτασε ένα grunge κομμάτι στην country;
Πέντε χρόνια μετά, ο Rick Rubin πρότεινε στον Johnny Cash να διασκευάσει το κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο. Ζήτησε από τον Cornell να γράψει τη νέα ενορχήστρωση, εκείνος προσπάθησε και σταμάτησε, γιατί δεν άκουγε φυσικά τη μετάβαση. Την ενορχήστρωση την ανέλαβε τελικά ο Rubin, με τον Dave Navarro στην κιθάρα.
Το “Unchained” του 1996 κέρδισε Grammy καλύτερου country δίσκου και η ερμηνεία του Cash στο “Rusty Cage” πήρε δική της υποψηφιότητα. Αρκετοί ακροατές δεν κατάλαβαν καν ότι επρόκειτο για διασκευή. Οι ίδιοι οι Soundgarden έπαιξαν το κομμάτι ζωντανά εκείνη τη χρονιά στην country εκδοχή του, και όχι στη δική τους.
Τι απέγιναν οι αυθεντικές μπομπίνες και ποια η σημασία του;
Όταν ετοιμάστηκε η επετειακή έκδοση των 25 χρόνων, προέκυψε ένα απρόοπτο. Οι αυθεντικές μπομπίνες είχαν καταστραφεί στην πυρκαγιά των Universal Studios το 2008, μαζί με υλικό εκατοντάδων καλλιτεχνών. Το συγκρότημα το πληροφορήθηκε μόλις τον Μάιο του 2015, παρόλα αυτά προχώρησε κανονικά.
Ανάμεσα στα κομμάτια που έμειναν απ’ έξω, το “Birth Ritual” ολοκληρώθηκε για το soundtrack της ταινίας “Singles”, ενώ το “Black Rain” έμεινε χωρίς φωνητικά σχεδόν είκοσι χρόνια και βγήκε το 2010. Στο συνοδευτικό EP με τον παλινδρομικό τίτλο μπήκε και μια διασκευή των Black Sabbath με λόγια του Chief Seattle, που έφτασε σε υποψηφιότητα Grammy το 1993.
Σε επίπεδο επιρροής, ο δίσκος αποτέλεσε γέφυρα προς το “Superunknown”, χωρίς να είναι προθέρμανσή του. Είναι πιο δύσκολος, πιο βαρύς και λιγότερο διατεθειμένος να βοηθήσει τον ακροατή. Ίσως εδώ να βρίσκεται η πιο φιλόδοξη μουσικά πρόταση που έβγαλε το grunge από τα τέσσερα βασικά του σχήματα.
Η ιστορία συνεχίστηκε με διάλυση το 1997, επανένωση το 2010 και τον θάνατο του Cornell το 2017. Τον Νοέμβριο του 2025 οι Soundgarden μπήκαν στο Rock and Roll Hall of Fame, με τον Hiro Yamamoto να επιστρέφει στη σκηνή και την κόρη του Cornell, Toni, στα φωνητικά. Ωστόσο, αν ψάχνει κανείς τη στιγμή που η μπάντα έγινε αυτό που θυμόμαστε, η ημερομηνία παραμένει η 8η Οκτωβρίου 1991.

