Ο Rick Rubin αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές και ταυτόχρονα μυστηριώδεις προσωπικότητες που έχουν περάσει ποτέ από τη μουσική βιομηχανία. Η εξωτερική του εμφάνιση θυμίζει περισσότερο γκουρού ή μοναχό παρά έναν παραγωγό που έχει κερδίσει πολυάριθμα βραβεία Grammy.
Η παρουσία του στο στούντιο είναι συνήθως σιωπηλή και η επίδρασή του στους καλλιτέχνες μοιάζει σχεδόν μεταφυσική καθώς βασίζεται στο ένστικτο και στην απόλυτη αφαίρεση. Ξεκίνησε την πορεία του από το hip-hop και το πραγματικό του αποτύπωμα έμεινε ανεξίτηλο στον κόσμο του rock και του metal όπου και θεωρείται ένας πραγματικός αρχιτέκτονας του ήχου.
Τα πρώτα χρόνια και η punk κληρονομιά
Ο Rick Rubin γεννήθηκε το 1963 στο Long Beach της Νέας Υόρκης και μεγάλωσε ως μοναχοπαίδι σε μια ήσυχη παραθαλάσσια γειτονιά. Από την εφηβεία του έδειξε μια βαθιά αγάπη για τη μουσική και ιδιαίτερα για το punk rock που κυριαρχούσε τότε στην underground σκηνή της πόλης.
Στο λύκειο δημιούργησε την πρώτη του μπάντα με το όνομα The Primitives η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Hose. Η μπάντα αυτή έπαιζε έναν πειραματικό ήχο που επηρεάστηκε από συγκροτήματα όπως οι Flipper και οι Black Flag. Μέσα από αυτές τις πρώτες εμπειρίες ο Rubin έμαθε την αξία της ενέργειας και της αυθεντικότητας πάνω από την τεχνική αρτιότητα.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης άρχισε να ενδιαφέρεται έντονα για την ανερχόμενη σκηνή του hip-hop που γεννιόταν στους δρόμους. Μέσα στο φοιτητικό του δωμάτιο στον κοιτώνα Weinstein Hall ίδρυσε τη θρυλική Def Jam Recordings το 1984. Η πρώτη του παραγωγή ήταν το single “Ιt’s Υours” του T La Rock και του Jazzy Jay το οποίο έγινε τεράστια επιτυχία στα clubs.
Λίγο αργότερα γνώρισε τον Russell Simmons και μαζί αποφάσισαν να μετατρέψουν την Def Jam σε μια κανονική δισκογραφική εταιρεία. Με τη βοήθεια του Rubin ο LL Cool J κυκλοφόρησε το “I Need a Beat” ενώ οι Beastie Boys άρχισαν να συνδυάζουν το rap με το rock. Ακόμα και εκείνη την εποχή ο Rubin δεν ξέχασε ποτέ τις punk ρίζες του και την ανάγκη του για έναν σκληρό ήχο. Αυτή η αναζήτηση της έντασης τον οδήγησε τελικά στην πόρτα των Slayer και στην παραγωγή που θα άλλαζε για πάντα το metal.
Η επανάσταση του thrash metal με τους Slayer
Το 1986 ο Rubin ανέλαβε την παραγωγή του “Reign in Blood” των Slayer αλλάζοντας για πάντα την ιστορία του σκληρού ήχου. Αφαίρεσε κάθε ίχνος αντήχησης από τα τύμπανα και τις κιθάρες κάνοντας τον ήχο τους πιο στεγνό και επιθετικό από οτιδήποτε άλλο κυκλοφορούσε. Αυτή η προσέγγιση έφερε μια πρωτοφανή καθαρότητα στην ταχύτητα της μπάντας επιτρέποντας σε κάθε riff να ακούγεται σαν χτύπημα από σφυρί.
Το συγκεκριμένο άλμπουμ θεωρείται μέχρι σήμερα το απόλυτο ορόσημο για το thrash metal και την εξέλιξη της ακραίας μουσικής παγκοσμίως. Ο Rubin απέδειξε ότι η οικονομία στον ήχο μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη ένταση και σκοτάδι από τα πολλά εφφέ. Την ίδια περίοδο συνεργάστηκε με τους Danzig για το ομώνυμο ντεμπούτο τους “Danzig” προσδίδοντας έναν blues χαρακτήρα στο βαρύ τους rock. Η παραγωγή του ανέδειξε τη φωνή του Glenn Danzig με έναν τρόπο που θύμιζε κλασικούς τραγουδιστές των δεκαετιών του πενήντα.
Η καθιέρωση του εναλλακτικού rock και οι Red Hot Chili Peppers
Στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα η συνεργασία του με τους Red Hot Chili Peppers γέννησε το μνημειώδες “Blood Sugar Sex Magik”. Μετακόμισε ολόκληρο το συγκρότημα σε μια απομονωμένη έπαυλη στο Los Angeles για να ηχογραφήσουν σε ένα περιβάλλον γεμάτο ελευθερία. Τους ενθάρρυνε να βγάλουν στην επιφάνεια την πιο ειλικρινή τους πλευρά μακριά από τους περιορισμούς των παραδοσιακών στούντιο.
Το αποτέλεσμα ήταν ένας δίσκος που καθόρισε την εναλλακτική σκηνή και περιείχε το εμβληματικό “Under the Bridge” που τους έκανε παγκόσμιο φαινόμενο. Η παραγωγή του ανέδειξε το groove του Flea και την ευαισθησία του Anthony Kiedis με έναν τρόπο που ακουγόταν ζωντανός. Συνέχισε τη συνεργασία του μαζί τους σε δίσκους όπως το “Californication” και το “By the Way” σφραγίζοντας την παγκόσμια κυριαρχία τους. Η σχέση του με την μπάντα έγινε θρυλική καθώς λειτούργησε ως πέμπτο τους μέλος σε όλες τις μεγάλες δημιουργικές τους στιγμές.
Η αναγέννηση των θρύλων του metal και του hard rock
Η ικανότητά του να επαναφέρει μεγάλες μπάντες στις ρίζες τους φάνηκε καθαρά στη συνεργασία του με τους Metallica για το “Death Magnetic”. Ζήτησε από τα μέλη του γκρουπ να σκεφτούν ξανά σαν να ήταν η μπάντα που έγραψε το “Master of Puppets” πριν γίνουν οι μεγαλύτεροι stars. Τους ώθησε να αγκαλιάσουν ξανά τις μεγάλες συνθέσεις και τα περίπλοκα σόλο που τους είχαν κάνει διάσημους τη δεκαετία του ογδόντα.
Το ίδιο πέτυχε και με τους Black Sabbath στο τελευταίο τους άλμπουμ με τίτλο “13” αποτυπώνοντας τον αυθεντικό σκοτεινό τους ήχο. Χρησιμοποίησε vintage εξοπλισμό και τους έβαλε να παίξουν όλοι μαζί στο στούντιο για να πιάσει την ενέργεια της στιγμής. Ο Rick Rubin ξέρει να ξεκλειδώνει το dna κάθε συγκροτήματος και να το φέρνει στο παρόν με έναν τρόπο που μοιάζει απόλυτα φυσικός. Οι Black Sabbath ακούγονταν ξανά σαν το συγκρότημα που εφηύρε το heavy metal χωρίς να προσπαθούν να ακολουθήσουν τις σύγχρονες παραγωγικές τάσεις.
Η έκρηξη του nu metal και η εξέλιξη του σκληρού ήχου
Η συνεργασία του με τους System of a Down για το “Toxicity” έφερε μια νέα επανάσταση στον σκληρό ήχο της δεκαετίας του δύο χιλιάδες. Ο δίσκος συνδύαζε την απίστευτη επιθετικότητα με τις παραδοσιακές μελωδικές γραμμές με έναν τρόπο που μόνο εκείνος θα μπορούσε να ισορροπήσει. Η παραγωγή του ήταν τόσο καθαρή που επέτρεπε στα πολιτικά μηνύματα της μπάντας να ακούγονται με απόλυτη ευκρίνεια.
Στο ίδιο πλαίσιο δούλεψε και με τους Slipknot για το “Vol. 3: (The Subliminal Verses)” προσφέροντας μια νέα διάσταση στον ήχο τους. Τους ενθάρρυνε να χρησιμοποιήσουν ακουστικές κιθάρες και να εστιάσουν περισσότερο στις φωνητικές μελωδίες του Corey Taylor. Με τους Linkin Park στο “Minutes to Midnight” τους βοήθησε να ξεφύγουν από τα στερεότυπα του nu metal που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει. Δούλεψε επίσης με τους Audioslave στο ομώνυμο ντεμπούτο τους “Audioslave” ενώνοντας τον ήχο των Rage Against the Machine με τη φωνή του Chris Cornell.
Η πνευματική φιλοσοφία του reductionism και η κληρονομιά
Η μέθοδος του Rubin ονομάστηκε αφαίρεση καθώς προσπαθεί πάντα να βγάλει από το τραγούδι οτιδήποτε είναι περιττό ή διακοσμητικό. Πιστεύει ότι η δουλειά του παραγωγού είναι να βοηθάει τον καλλιτέχνη να βρει την αλήθεια του χωρίς να παρεμβαίνει στην τεχνική διαδικασία. Έχει παραδεχτεί πολλές φορές ότι δεν ξέρει να χειρίζεται μια κονσόλα ήχου και βασίζεται αποκλειστικά στο ένστικτο και την ακοή του.
Συχνά τον βλέπουμε να ακούει τις ηχογραφήσεις ξαπλωμένος σε έναν καναπέ με τα μάτια κλειστά για να νιώθει το συναίσθημα. Στο βιβλίο του “H Δημιουργική πράξη: Ένας τρόπος ύπαρξης” εξηγεί ότι ο καλλιτέχνης είναι απλώς ένας δέκτης μηνυμάτων από το σύμπαν.
Ο Rick Rubin παραμένει ένας αφανής ήρωας καθώς το έργο του λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στον δημιουργό και το κοινό. Είναι ο άνθρωπος που ξέρει πότε πρέπει να μιλήσει και πότε πρέπει να μείνει σιωπηλός για να αφήσει την τέχνη να αναπνεύσει ελεύθερα. Η ικανότητά του να αναγνωρίζει το ταλέντο και να το καλλιεργεί με υπομονή είναι ένα σπάνιο χάρισμα στον σύγχρονο κόσμο της ταχύτητας. Δεν προσπαθεί να επιβάλει το δικό του όραμα αλλά βοηθάει τον μουσικό να βρει τη δική του μοναδική φωνή μέσα στο χρόνο.

