Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 το Λος Άντζελες μύριζε ακόμα λακ από τα απομεινάρια του glam metal και οι δισκογραφικές έψαχναν, σχεδόν στα τυφλά, την επόμενη τεράστια επιτυχία. Σε αυτό το χαοτικό περιβάλλον, τέσσερις τύποι με εντελώς άσχετες δουλειές, από ειδικά εφέ του Χόλιγουντ μέχρι περιποίηση κατοικίδιων, κλείστηκαν σε ένα στούντιο για να ηχογραφήσουν τους προσωπικούς τους εφιάλτες. Κάπως έτσι οι Tool ηχογράφησαν το “Undertow” το 1993, το οποίο με την κυκλοφορία του θύμιζε κεραυνό εν αιθρία στον ουρανό της γενικότερης εναλλακτικής μουσικής. Το συγκεκριμένο ντεμπούτο άλμπουμ έμοιαζε με μια καλοκουρδισμένη μηχανή που συνέθλιβε τις όποιες συμβάσεις της εποχής.
Κανείς στα κεντρικά γραφεία των μεγάλων τηλεοπτικών δικτύων δεν ήξερε πώς ακριβώς να διαχειριστεί τις δημιουργίες τους, καθώς η οπτική τους ήταν πρωτόγνωρη. Το συγκρότημα πήρε τα πιο σκοτεινά τραύματα, τις εμμονές και τον κυνισμό του και τα μετέτρεψε σε ένα μνημειώδες έργο. Η ιστορία πίσω από τη δημιουργία του δίσκου φανερώνει μια ομάδα ανθρώπων με απόλυτη μανία για τον έλεγχο. Ταυτόχρονα, διέθεταν μια εξαιρετικά παράξενη αίσθηση του χιούμορ που μπέρδευε διαρκώς τον μουσικό Τύπο και τους οπαδούς.
Η συγκρότηση μιας αντισυμβατικής συμμαχίας
Η συνάντηση των μελών της μπάντας προέκυψε μέσα από μια σειρά εξωφρενικών συμπτώσεων στο Λος Άντζελες. Ο κιθαρίστας Adam Jones εργαζόταν στον τομέα των ειδικών εφέ για τεράστιες κινηματογραφικές παραγωγές, ενώ ο τραγουδιστής Maynard James Keenan ασχολούνταν με τον σχεδιασμό σκηνικών ταινιών και δούλευε καθημερινά σε καταστήματα κατοικίδιων ζώων. Ο ντράμερ Danny Carey έμενε στο ίδιο κτίριο με τον Maynard και δεχόταν συχνά παράπονα για τον θόρυβο. Ο μπασίστας Paul D‘Amour συμπλήρωσε την τετράδα αναλαμβάνοντας τις χαμηλές συχνότητες της μπάντας. Οι τέσσερις τους ξεκίνησαν να παίζουν μαζί με αποκλειστικό σκοπό να ξεφύγουν από τη ρουτίνα της πιεστικής καθημερινότητας.
Η τοπική σκηνή εκείνη την περίοδο κατακλυζόταν από συγκροτήματα που έδιναν βάση αποκλειστικά στην εξωτερική εμφάνιση, με αποτέλεσμα οι Tool να επιλέξουν μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Προώθησαν ένα μυστήριο γύρω από το όνομά τους και διέδωσαν φήμες πως το συγκρότημα δημιουργήθηκε γύρω από τις αρχές της δακρυολογίας. Η συγκεκριμένη ψεύτικη φιλοσοφία προωθούσε το κλάμα ως την απόλυτη θεραπευτική μέθοδο. Με αυτόν τον τρόπο οι Tool ήθελαν να σατιρίσουν τη σοβαροφάνεια της τότε μουσικής βιομηχανίας. Οι δημοσιογράφοι της εποχής προσπαθούσαν μάταια να αποκρυπτογραφήσουν τις σαρκαστικές δηλώσεις τους, ενώ το συγκρότημα παρακολουθούσε την αμηχανία του Τύπου με απόλυτη ικανοποίηση.

Οι ζωντανές τους εμφανίσεις στα μικρά σκοτεινά κλαμπ της πόλης άρχισαν σύντομα να προσελκύουν ανθρώπους που αναζητούσαν κάτι εξωπραγματικό. Το κοινό διψούσε για μουσική που θα προκαλούσε τη σκέψη και θα ξυπνούσε πρωτόγονα ένστικτα. Η κυκλοφορία του EP τους έναν χρόνο νωρίτερα τους έδωσε την ευκαιρία να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στο στούντιο. Το συμβόλαιο με τη δισκογραφική εξασφάλισε επιτέλους τους απαραίτητους πόρους για το επόμενο μεγάλο βήμα τους. Το υλικό που είχαν συγκεντρώσει στο μεταξύ χρειαζόταν πολύ περισσότερο χώρο και χρόνο για να αναπτυχθεί σωστά.
Οι ακραίες μέθοδοι ηχογράφησης
Η διαδικασία της ηχογράφησης πραγματοποιήθηκε υπό την καθοδήγηση της παραγωγού Sylvia Massy. Η μπάντα εξασφάλισε τρεις ολόκληρες εβδομάδες παραμονής στο στούντιο, χρόνος που επέτρεψε τον απόλυτο πειραματισμό με τον ήχο και τις δαιδαλώδεις δομές των κομματιών. Η τεχνολογία της εποχής απαιτούσε αυστηρά ηχογράφηση σε αναλογική ταινία χωρίς ψηφιακές ευκολίες. Κάθε λάθος σήμαινε άμεση επαναφορά της ταινίας και νέα επίπονη προσπάθεια από την αρχή. Οι Tool έπρεπε να ισορροπήσουν με μαεστρία ανάμεσα στην τεχνική αρτιότητα και τo συναίσθημα, αντιμετωπίζοντας ένα αρκετά απαιτητικό περιβάλλον δημιουργίας.
Οι ιστορίες από εκείνες τις μέρες περιγράφουν ένα εντελώς χαοτικό κλίμα. Ηχογραφώντας το κομμάτι “Disgustipated“, η μπάντα επέδειξε τη ροπή της προς τον ηχητικό σουρεαλισμό. Τα μέλη αγόρασαν παλιά κατεστραμμένα πιάνα μέσω τοπικών αγγελιών και τα μετέφεραν στον κλειστό χώρο στάθμευσης του στούντιο. Εκεί τα διέλυσαν ολοσχερώς χρησιμοποιώντας βαριοπούλες και καραμπίνες για να ηχογραφήσουν τον ήχο της απόλυτης καταστροφής. Ένας κιθαρίστας από τους Rollins Band προστέθηκε μάλιστα στην παρέα συμβάλλοντας σε αυτή την καταστροφική ηχογράφηση. Ο Adam Jones εν τω μεταξύ χρησιμοποιούσε ηλεκτρικές αποτριχωτικές μηχανές πάνω στις χορδές της κιθάρας του για να παράγει απόκοσμους θορύβους.
Ο κιθαρίστας φύλασσε μάλιστα τον σπάνιο ενισχυτή του μέσα σε ένα ψυγείο για να διατηρήσει την απόδοσή του στα επιθυμητά επίπεδα. Ο Henry Rollins εμφανίστηκε αργότερα στο στούντιο για να ηχογραφήσει τα επιθετικά φωνητικά του μέρη. Οι φήμες λένε πως η συμμετοχή του προέκυψε αποκλειστικά για να ξεπληρώσει ένα μεγάλο χρέος από παρτίδα πόκερ. Το τελικό αποτέλεσμα δικαίωσε πλήρως τις ανορθόδοξες επιλογές τους, με τον ήχο του μπάσου να χτυπάει κατευθείαν στο στήθος του ακροατή με πρωτοφανή ορμή. Τα τύμπανα ηχογραφήθηκαν με τρόπο που ανέδειξε τον φυσικό ηχώ του δωματίου και οι κιθάρες παρέμειναν καθαρές επιτρέποντας στις ρυθμικές περιπλοκότητες να αναπνεύσουν ελεύθερα μέσα στη μίξη.
Η σύγκρουση με τα τηλεοπτικά δίκτυα
Το συγκρότημα αντιμετώπισε την οπτική του ταυτότητα με την ίδια τρομακτική σοβαρότητα που αντιμετώπισε τη μουσική του. Ο Adam Jones ανέλαβε τη δημιουργία των μουσικών βίντεο χρησιμοποιώντας stop-motion τεχνικές. Οι εικόνες που συνόδευαν τα τραγούδια προκαλούσαν έντονη ανησυχία στους ανυποψίαστους θεατές με το υλικό να δείχνει φιγούρες από πηλό να κινούνται σπασμωδικά σε δυστοπικά, σκοτεινά περιβάλλοντα που θύμιζαν εφιάλτες. Μάλιστα, το MTV αποφάσισε να απαγορεύσει εντελώς την προβολή συγκεκριμένου υλικού λόγω της εξαιρετικά ενοχλητικής θεματολογίας του, προκαλώντας τεράστιες αντιδράσεις στους κύκλους της μπάντας.
Η στιχουργική προσέγγιση του “Prison Sex” λειτουργεί ως το τέλειο παράδειγμα του θάρρους της μπάντας να αγγίξει τον κύκλο της κακοποίησης με ανατριχιαστική ειλικρίνεια. Ο Maynard James Keenan σχολίασε δημόσια την ακραία υποκρισία των τηλεοπτικών δικτύων εκείνης της περιόδου, σημειώνοντας πως τα κανάλια πρόβαλαν καθημερινά βίντεο με ρηχά σεξουαλικά υπονοούμενα χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Οι υπεύθυνοι προγράμματος ενοχλούνταν μόνο όταν η τέχνη άγγιζε πραγματικά και επώδυνα κοινωνικά ζητήματα με ωμό τρόπο. Η δισκογραφική εταιρεία προσπάθησε απεγνωσμένα να εκμεταλλευτεί την κατάσταση χωρίς να κατανοεί το βάθος των μηνυμάτων.
Σε μια άστοχη προσπάθεια προώθησης, τα στελέχη πρότειναν την εκτύπωση παιδικών ρούχων με το φαλλικό λογότυπο της μπάντας. Οι Tool απέρριψαν αμέσως την ιδέα εξηγώντας το εξαιρετικά βαρύ νόημα των στίχων. Παράλληλα, το εξώφυλλο του “Undertow” προκάλεσε τεράστια προβλήματα στη διανομή του υλικού. Η εικόνα ενός κόκκινου θώρακα σε συνδυασμό με άλλες προκλητικές φωτογραφίες στο εσώφυλλο ανάγκασε μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων να μποϊκοτάρουν την κυκλοφορία. Τα ράφια παρέμεναν άδεια από αντίτυπα του άλμπουμ για αρκετό καιρό, με αποτέλεσμα η μπάντα να αντιδράσει τυπώνοντας μια ειρωνική εναλλακτική έκδοση με ένα τεράστιο barcode σε λευκό φόντο.
Η κυριαρχία στη σκηνή και οι ρωγμές
Η πραγματική δυναμική των Tool αποκαλύφθηκε πλήρως κατά τη διάρκεια των ζωντανών τους εμφανίσεων. Η συμμετοχή τους στην περιοδεία του φεστιβάλ Lollapalooza το 1993 άλλαξε οριστικά τα δεδομένα της καριέρας τους. Το συγκρότημα ξεκίνησε δειλά παίζοντας στη δεύτερη μικρότερη σκηνή του φεστιβάλ, όμως η προσέλευση του κόσμου ήταν τόσο μαζική που οι διοργανωτές αναγκάστηκαν άρον άρον να τους μεταφέρουν στην κεντρική σκηνή. Οι εμφανίσεις τους χαρακτηρίζονταν αυστηρά από χαμηλό φωτισμό και ελάχιστη έως μηδενική επικοινωνία με το κοινό, με την ηλεκτρισμένη ένταση να πηγάζει αποκλειστικά από τη χειρουργική εκτέλεση της μουσικής.
Σημαντική ήταν η αμέριστη υποστήριξη από τον αντισυμβατικό κωμικό Bill Hicks, ο οποίος προλόγιζε συχνά το συγκρότημα πριν ανέβουν στη σκηνή χαρίζοντας μια σουρεαλιστική διάσταση στις συναυλίες. Η εξάντληση από τις συνεχόμενες συναυλίες άρχισε σταδιακά να επηρεάζει τις σχέσεις μεταξύ των μελών. Οι αντιδράσεις του πλήθους προκαλούσαν σεισμό σε κάθε αρένα σε όλη τη χώρα. Ο Paul D’Amour ένιωθε πλέον πολύ περιορισμένος στον αποκλειστικό ρόλο του μπασίστα και επιθυμούσε διακαώς να παίξει κιθάρα και να ωθήσει τον ήχο της μπάντας σε πιο γρήγορα μονοπάτια.
Οι υπόλοιποι μουσικοί αρνήθηκαν κατηγορηματικά να προσθέσουν ένα πέμπτο μέλος, φοβούμενοι ότι κάτι τέτοιο θα διατάρασσε τη χημεία τους. Η κατάσταση οδήγησε αναπόφευκτα σε μια σταδιακή απομάκρυνση μεταξύ τους και ο D‘Amour αποχώρησε τελικά από το συγκρότημα κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών για τον επόμενο δίσκο τους. Η θέση του καλύφθηκε σχετικά γρήγορα σηματοδοτώντας μια εντελώς νέα εποχή για την πορεία τους. Η συγκεκριμένη χρονική περίοδος παραμένει ωστόσο η πιο άμεση φάση της δημιουργικής τους έκφρασης.
Η παρακαταθήκη ενός απόλυτου έργου
Ο αντίκτυπος του “Undertow” συνεχίζει να μελετάται με θρησκευτική ευλάβεια μέχρι σήμερα. Ο δίσκος σημείωσε εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως χωρίς να βασιστεί ποτέ σε ραδιοφωνικές επιτυχίες. Η εμπορική του πορεία χτίστηκε εξαιρετικά σταθερά σε μεγάλο βάθος χρόνου. Κομμάτια όπως το “Sober” αποτελούν αδιάσειστη απόδειξη της ικανότητάς τους να χτίζουν αβάσταχτη ρυθμική ένταση με τα πιο απλά υλικά. Η απουσία ακραίων ηχητικών εφέ στα φωνητικά ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο την καθαρότητα της ερμηνείας, ενώ τα δαιδαλώδη ρυθμικά μέρη καθιέρωσαν εντελώς νέα πρότυπα.
Το άλμπουμ έθεσε τα γερά θεμέλια για την εξέλιξη του προοδευτικού σκληρού ήχου στον 21ο αιώνα. Τα συγκροτήματα της επόμενης γενιάς μελέτησαν φανατικά τις δομές των κομματιών για να κατανοήσουν τη μέθοδο σύνθεσης των πρωτοπόρων. Η ειλικρίνεια και η παντελής απουσία πόζας κέρδισαν τον αιώνιο σεβασμό των ακροατών σε όλο τον κόσμο. Οι Tool απέδειξαν περίτρανα πως ένα συγκρότημα μπορεί να γεμίσει αχανή στάδια παραμένοντας απολύτως πιστό στις αρχικές καλλιτεχνικές του αρχές, καθιστώντας το “Undertow” ένα ορόσημο δημιουργικής ελευθερίας. Μέχρι και σήμερα, ο δίσκος ακούγεται εξίσου ανατριχιαστικά φρέσκος σε κάθε νέα ακρόαση. Κάθε επιστροφή σε αυτό αποκαλύπτει νέες λεπτομέρειες που θα σου είχαν ξεφύγει την πρώτη φορά, κάνοντας κάθε ακρόαση μοναδική εμπειρία.

