Οι αρχές της δεκαετίας του ’90 στη Βόρεια Αγγλία διαμόρφωσαν ένα ιδιαίτερο τοπίο για την εξέλιξη της heavy μουσικής. Στην περιοχή του Δυτικού Γιορκσάιρ αναπτύχθηκε μια προσέγγιση με πιο αργούς ρυθμούς, μακριά από την ταχύτητα και τις τακτικές σοκ άλλων σκηνών. Η Peaceville Records υπήρξε το κεντρικό σημείο αναφοράς σε όλη αυτήν την κατάσταση. Το 1992, μια νεαρή μπάντα από το Λίβερπουλ, οι Anathema, μπήκε στα Academy Studios στο Dewsbury για να ηχογραφήσει το ντεμπούτο της. Το άλμπουμ “Serenades” κυκλοφόρησε σε μια περίοδο που η μουσική βιομηχανία έψαχνε τον διάδοχο του thrash metal και τελικά κατάφερε να καθορίσει ένα ολόκληρο υποείδος.
Οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Ιουνίου και Σεπτεμβρίου, έναν χώρο γνωστό για την ιδιαίτερα γήινη παραγωγή του. Τα μέλη της μπάντας, όντας στην εφηβεία και στις αρχές των είκοσι, μετέφεραν μια γνήσια ακατέργαστη ενέργεια στο τελικό αποτέλεσμα.
Αυτή η νεανική ορμή λειτούργησε ως το κατάλληλο μέσο για τη δημιουργία ενός ήχου που αποτυπώνει τον γκρίζο ουρανό και τη βιομηχανική σκληρότητα του περιβάλλοντός τους. Η προσέγγιση αυτή αποτέλεσε μια σαφή απομάκρυνση από το αμερικάνικο death metal της εποχής, καταλήγοντας σε ένα άλμπουμ όπου η ατμόσφαιρα και η υφή είχαν πλέον τον πρώτο λόγο έναντι της τεχνικής αρτιότητας.
Ο ρόλος του Darren White και η αλλαγή στα φωνητικά
Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της εποχής του “Serenades” ήταν η παρουσία του Darren White, ο οποίος υπήρξε ο κύριος τραγουδιστής της μπάντας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Η ερμηνεία του βασιζόταν σε ένα σκληρό και τραχύ στυλ, το οποίο τοποθέτησε τους Anathema σταθερά στην κατηγορία του extreme metal της εποχής.
Παρόλα αυτά, η μουσική κάτω από τα φωνητικά υποδείκνυε ήδη μια διαφορετική πορεία. Μέσα στα κομμάτια υπήρχε μια συνεχής ένταση ανάμεσα στην επιθετική φωνητική απόδοση και τις όλο και πιο μελωδικές κιθάρες των αδελφών Cavanagh, δημιουργώντας μια μοναδική ισορροπία. Αυτή η ένταση φάνηκε καθαρά στην αντίδραση της μουσικής βιομηχανίας απέναντι στο άλμπουμ. Οι κριτικοί σημείωναν συχνά την αντίθεση ανάμεσα στις τυπικές death metal νόρμες και τις πιο πειραματικές τάσεις που άρχισαν να επιδεικνύουν οι Anathema.

Ο Darren White χάρισε μια συγκεκριμένη ταυτότητα, την οποία η μπάντα αποχωρίστηκε αργότερα. Η αποχώρησή του μετά την κυκλοφορία του δίσκου σηματοδότησε το τέλος αυτού του κεφαλαίου, με τον Vincent Cavanagh να μετακινείται στο μικρόφωνο. Αυτή η μετάβαση επέτρεψε στους Anathema να εξερευνήσουν τα πιο ατμοσφαιρικά μονοπάτια που καθόρισαν τη μετέπειτα πορεία τους. Για τον λόγο αυτό, πολλοί από εκείνους που γνώρισαν το συγκρότημα στη μεταγενέστερη φάση του, αντιμετωπίζουν την εποχή του “Serenades” ως μια εντελώς διαφορετική οντότητα.
Δομικοί κίνδυνοι και ηχητικά πειράματα
Η μπάντα έκανε αρκετές επιλογές στο “Serenades” που ήταν ακρετά πρωτοποριακές για τον ήχο του 1993. Αποφάσισαν να συμπεριλάβουν στοιχεία που συνήθως απουσίαζαν από την extreme μουσική, όπως η ενσωμάτωση μη αγγλικών φωνητικών και ακουστικών ενορχηστρώσεων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης υπήρξε το “J’ai Fait une Promesse”, η συμπερίληψη του οποίου έδειξε την προθυμία τους να απομακρυνθούν από τον βασικό πυρήνα του death metal για χάρη μιας ευρύτερης καλλιτεχνικής οπτικής. Το συγκεκριμένο κομμάτι χρησιμοποίησε μια γυναικεία guest φωνή και γαλλικούς στίχους, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη μεσαιωνική και folk ατμόσφαιρα.
Παράλληλα με τους πειραματισμούς στους στίχους, οι Anathema τόλμησαν να δοκιμάσουν τις αντοχές του κοινού και στις δομές των συνθέσεών τους. Συμπεριέλαβαν το κομμάτι “Dreaming: The Romance”, το οποίο διήρκεσε πάνω από είκοσι τρία λεπτά, αν και στην αμερικανική έκδοση του 1994 η επιλογή αυτή απουσίαζε.
Δεν επρόκειτο για ένα παραδοσιακό τραγούδι με riffs ή φωνητικά, αλλά για ένα μακρύ και μονότονο ambient πείραμα. Το 1993, η προσθήκη είκοσι λεπτών ατμοσφαιρικού θορύβου στο τέλος ενός metal δίσκου ήταν μια τολμηρή κίνηση. Η επιλογή αυτή έδειχνε ξεκάθαρα ότι η μπάντα ενδιαφερόταν περισσότερο για τη δημιουργία μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας παρά για την ακολουθία ενός συμβατικού ραδιοφωνικού φορμάτ.
Serenades: O πρώτος κρίκος της αλύσιδας των Anathema
Η κυκλοφορία του “Serenades” είχε καθοριστική επίδραση στη βρετανική metal σκηνή, καθώς βοήθησε στην καθιέρωση ενός σχήματος που συχνά αναφέρεται ως Peaceville Three. Αυτό το άτυπο τρίο, αποτελούμενο από τους Anathema, τους Paradise Lost και τους My Dying Bride, σχημάτισε έναν ισχυρό δημιουργικό πυρήνα που οδήγησε το είδος προς έναν πιο συναισθηματικό και αργό ρυθμό.
Το άλμπουμ απέδειξε περίτρανα ότι η heavy μουσική μπορούσε να ενσωματώσει μια βαθιά αίσθηση απώλειας και νοσταλγίας χωρίς να στερηθεί το ηχητικό της βάρος. Τραγούδια όπως το “Sweet Tears” χρησιμοποίησαν δομές επηρεασμένες από το κλασικό ροκ, αποδίδοντάς τες όμως με έναν πολύ πιο σκοτεινό και βαρύ τόνο. Αυτή η προσέγγιση λειτούργησε ως έμπνευση για μια ολόκληρη γενιά ευρωπαϊκών συγκροτημάτων, που επιδίωκαν πλέον να συνδυάσουν τη μελωδία με την παραμόρφωση με έναν νέο, πιο εσωτερικό τρόπο.
Οι συνέπειες του άλμπουμ έγιναν ορατές σε μια περίοδο ταχείας εξέλιξης για το συγκρότημα. Οι Anathema δεν παρέμειναν για πολύ στην κατηγορία του death-doom, καθώς σχεδόν αμέσως άρχισαν να αντλούν επιρροές από το gothic rock και την alternative σκηνή. Αυτή η στροφή άρχισε να διαμορφώνει το έδαφος για τις μετέπειτα μεγάλες αλλαγές στον ήχο τους, δείχνοντας ότι η δημιουργική τους ανησυχία ξεπερνούσε τα στενά όρια του είδους που οι ίδιοι βοήθησαν να γεννηθεί.
Το “Sleepless” αποτελεί το πρωταρχικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής. Χαρακτηρίστηκε από μια πιο δομημένη και ρυθμική προσέγγιση, η οποία υποδήλωνε το μελλοντικό ενδιαφέρον της μπάντας για πιο προσιτές μελωδίες. Αυτή η πορεία τούς οδήγησε τελικά σε έναν ήχο που είχε περισσότερα κοινά με την progressive και alternative μουσική παρά με τις underground ρίζες τους. Η μετάβαση αυτή ολοκλήρωσε τη μεταμόρφωση των Anathema, αποδεικνύοντας ότι το “Serenades” δεν ήταν παρά η αφετηρία μιας διαρκούς αναζήτησης.
Σήμερα, το “Serenades” στέκει ως ένα ηχητικό απολίθωμα μιας μπάντας που βρισκόταν σε διαρκή μετάλλαξη. Απαθανατίζει εκείνο το κρίσιμο δευτερόλεπτο όπου η extreme μουσική έχασε την αθωότητά της και άρχισε να αποκτά συνείδηση μέσα σε ένα στούντιο του Yorkshire. Η γυμνή παραγωγή και η άγρια ειλικρίνεια των ερμηνειών είναι η ζωντανή απόδειξη μιας εποχής που η οδύνη έγινε τέχνη. Ο δίσκος παραμένει ο απαραίτητος συνδετικός κρίκος για να κατανοήσει κανείς πώς η βιομηχανική σκληρότητα του Λίβερπουλ μεταμορφώθηκε στην αιθέρια εσωτερικότητα που έκανε τους Anathema ένα από τα πιο επιδραστικά κεφάλαια του σύγχρονου ήχου.

